ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
 

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ "ΙΟΥ" ΣΤΗ "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ"

3. Η εικόνα των ανταποκριτών
 


Οι μαρτυρίες που διαθέτουμε για το Μακεδονικό Αγώνα δεν περιορίζονται στις αφηγήσεις των μακεδονομάχων ή των κομιτατζήδων. Εξίσου ενδιαφέρουσες αποδεικνύονται οι περιγραφές Δυτικών δημοσιογράφων, Ευρωπαίων ή Αμερικανών, που επισκέφτηκαν την ταραγμένη Μακεδονία των αρχών του αιώνα και αποτύπωσαν την εμπειρία τους σε βιβλία προορισμένα για το κοινό των χωρών τους.

Καθώς μάλιστα οι απόψεις τους για τον κόσμο και την κοινωνία είναι συνήθως πιο κοντινές στα καθ' ημάς απ' ό,τι η κοσμοαντίληψη των Βαλκάνιων Οθωμανών υπηκόων του 1900, η δε γραφή τους σαφώς οικειότερη στο σύγχρονο κοινό απ' ό,τι η στρατιωτική καθαρεύουσα ή η «τηλεγραφική» δημοτική των πρωταγωνιστών της εποχής, τα πονήματά τους συνιστούν συνήθως ένα πολύ πιο ευχάριστο ανάγνωσμα για το σημερινό αναγνώστη, ακόμη κι όταν η τοποθέτησή τους απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα έρχεται σε μετωπική αντιπαράθεση με τα κυρίαρχα στερεότυπα.

Προϊόντα της εποχής τους, οι περιγραφές αυτές χαρακτηρίζονται, βέβαια, από δύο συστατικά στοχεία λίγο - πολύ κοινά σε όλες τις περιπτώσεις.

Από τη μια, τα διαπερνά ένας εξωτισμός, αλλού λανθάνων κι αλλού κραυγαλέος, γεμάτος από τα τρέχοντα τότε δυτικά στερεότυπα για την «Ανατολή».

Από την άλλη, η στράτευση των συγγραφέων τους στο πλευρό της μιας ή της άλλης εθνικής προπαγάνδας (ή έστω μια σχετική συμπάθεια γι' αυτήν) είναι κατά κανόνα οφθαλμοφανής. Πρόκειται, βέβαια, για έναν υποκειμενισμό με διαβαθμίσεις -ευθέως ανάλογες συνήθως της σοβαρότητας που διακρίνει το κάθε πόνημα, της διεισδυτικότητας αλλά και των πόρων διαβίωσης του συγγραφέα του. Ο φιλοτουρκισμός που διακρίνει, λ.χ., κανείς στο βιβλίο τού Μορίς Γκαντόλφ («La crise macedonienne. Enquete dans les vilayets insurges», Παρίσι, 1904) μπορεί χωρίς δυσκολία να συνδυαστεί με την υπηρεσιακή παρατήρηση του Ιωνα Δραγούμη (10.10.1903), ότι «άπαντα τα εν Σέρραις έξοδα αυτού ανέλαβον αι ενταύθα πολιτικαί αρχαί». Ούτε είναι τυχαίο που η αντικειμενικότερη ματιά προέρχεται από έναν Αμερικανό δημοσιογράφο των «Times», με εξασφαλισμένη την οικονομική αυτονομία του από τα εγχώρια κέντρα εξουσίας (Frederick Moore, «The Balkan Trail», Ν. Υόρκη, 1906).

Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί μία διαφορά που παρατηρείται σε σχέση μ' αυτή την ταύτιση. Οι υποστηρικτές των κομιτατζήδων, τόσο οι στρατευμένοι όσο κι εκείνοι που διατηρούν την ανεξαρτησία της γνώμης τους (όπως ο Αγγλος σοσιαλιστής Χένρι Νόελ Μπρέιλσφορντ), δεν διστάζουν να παραδεχθούν -και να αιτιολογήσουν- τις συμπάθειές τους. Αντιθέτως, οι προσκείμενοι στην ελληνική υπόθεση ή την οθωμανική εξουσία προβάλλουν κατά κανόνα μιαν επίπλαστη «αντικειμενικότητα» που δεν πείθει κανέναν. Είναι προφανές ότι η δυτική κοινή γνώμη της εποχής ήταν πολύ ευνοϊκότερα προδιατεθειμένη απέναντι στην πρώτη εκδοχή στράτευσης, η οποία παρέπεμπε στην παραδοσιακή αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους χριστιανούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απ' ό,τι απέναντι στην Υψηλή Πύλη ή τη διπλωματική επιχειρηματολογία μιας τυπικής βαλκανικής κρατικής προπαγάνδας.

Μια τρίτη διαφοροποίηση αφορά το βάθος και την ποιότητα της επαφής του κάθε συγγραφέα με την τοπική κοινωνία και τα αντίπαλα στρατόπεδα. Οι περισσότεροι από τους ανταποκριτές περιοδεύουν απλώς στα αστικά κέντρα της Μακεδονίας, συνομιλώντας με καθωσπρέπει εκπροσώπους των αρχών και των αντιμαχόμενων εθνικών κομμάτων -ορισμένοι έρχονται σε ολιγόωρη επαφή με μία ή περισσότερες ανταρτοομάδες, παίρνοντας συνέντευξη από τον επικεφαλής οπλαρχηγό, ο οποίος κατά κανόνα αποτελεί επίσης δείγμα της πιο «εξευρωπαϊσμένης» εκδοχής πολεμιστή της περιοχής (συνήθως επαγγελματίας στρατιωτικός της Ελλάδας ή της Βουλγαρίας). Εξαίρεση αποτελούν δύο Αμερικανοί ρεπόρτερ, ο Αρθουρ Σμιθ και ο Αλμπερτ Σόνισεν, που έζησαν κάμποσους μήνες σε συνθήκες παρανομίας, συνοδεύοντας ανταρτοομάδες κομιτατζήδων -ο πρώτος στην περιοχή του Πιρίν, ο δεύτερος σε μεγάλο μέρος της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας.

Από το πλήθος των βιβλίων αυτής της κατηγορίας στη χώρα μας έχουν μέχρι στιγμής μεταφραστεί και κυκλοφορούν μόνο δύο: «Η Μακεδονική θύελλα» του Γάλλου Μισέλ Παγιαρές (Αθήνα, 1994, εκδ. «Τροχαλία») και οι «Αναμνήσεις ενός Μακεδόνα αντάρτη» του Αμερικανού Αλμπερτ Σόνισεν (Αθήνα, 2004, εκδ. «Πετσίβα»).

Το πρώτο βιβλίο συνιστά κλασικό σημείο αναφοράς της παραδοσιακής ελληνικής βιβλιογραφίας, η δε εγχώρια έκδοσή του προαναγγέλθηκε από τον Στέλιο Παπαθεμελή σε μία από τις πρώτες τηλεοπτικές εκπομπές για το «Σκοπιανό» (ΕΤ2 11.9.1991). Ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως έχουμε αποκαλύψει παλιότερα, υπήρξε ο υπ' αριθμόν ένα τακτικός τρόφιμος των ελληνικών μυστικών κονδυλίων της εποχής, η δε ενασχόλησή του με το αντικείμενο προέκυψε ως το αποτέλεσμα κεντρικής συνεννόησης ανάμεσα στην ελληνική πρεσβεία του Παρισιού και την επιδοτούμενη από την Αθήνα εφημερίδα «Le Matin» (1). Φυσικά αυτή η διασύνδεση κάθε άλλο παρά ομολογείται στο κείμενο -καθίσταται όμως προφανής από το περιεχόμενό του, στο οποίο αναπαράγεται πιστά η τότε επίσημη ελληνική επιχειρηματολογία, προσαρμοσμένη στις φοβίες της συντηρητικής μερίδας του γαλλικού κοινού για τον «αναρχικό κίνδυνο» που απειλούσε τις δυτικές κοινωνίες.

Η έκδοση του βιβλίου στο Παρίσι (1907) έγινε με έξοδα του ελληνικού ΥΠΕΞ και πέρασε μάλλον απαρατήρητη, αν κρίνουμε από την πλήρη και διαχρονική παραγνώρισή του από τη διεθνή βιβλιογραφία (σε αντίθεση με τη λαμπρή υποδοχή που του επιφύλαξε, εξίσου διαχρονικά, η αντίστοιχη ελληνική). Οι εργοδότες του συγγραφέα, άλλωστε, δεν έτρεφαν και πολλές αυταπάτες για την αξία και την αποτελεσματικότητά του. Το διαπιστώνουμε από τις οδηγίες του γενικού προξένου Λάμπρου Κορομηλά, σχετικά με τη στρατολόγηση ενός άλλου δημοσιογράφου στην ελληνική υπόθεση: «Είνε συμφέρον, απολύτως συμφέρον, ίνα αι ανταποκρίσεις του μη ώσιν άκρως φιλελληνικαί ως αι του Παγιαρές. Διότι ούτως, όχι μόνον δεν θα εμποιήσωσι την δέουσαν εντύπωσιν, αλλ' ίσως ούτε θ' αναγνωσθώσι» (Θεσ/νίκη 18.1.1906, αρ. 51).

Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση του δεύτερου βιβλίου. Δημοσιογράφος καταξιωμένος πέραν του Ατλαντικού από τα αυτοβιογραφικά κείμενά του για τον πόλεμο των Φιλιππίνων, και γνωστός για τη δημόσια αντιιμπεριαλιστική του τοποθέτηση, ο Σόνισεν δεν έκρυψε ποτέ τη στράτευσή του υπέρ των κομιτατζήδων. Το Μάρτιο του 1904 εξελέγη γραμματέας της «Μακεδονικής Επιτροπής» που συστήθηκε στη Ν. Υόρκη για την υποστήριξη της ΕΜΕΟ (2), ενώ το 1910 θα ταχθεί κατά της υιοθέτησης του «εθνικού-φυλετικού» αυτοπροσδιορισμού κάποιων μεταναστών ως «Μακεδόνων» από τις μεταναστευτικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, θεωρώντας ότι πρόκειται για μια «ανακριβή και συγχυτική» ταξινόμηση ανθρώπων που στην πραγματικότητα είναι «Βούλγαροι». Η άποψή του θα ληφθεί υπόψη από την επίσημη αμερικανική ιστοριογραφία, γεγονός που αντανακλά το κοινωνικό του κύρος ως «ειδήμονος» πάνω στο θέμα (3).

Εγκαταστημένος από το καλοκαίρι του 1904 στη Σόφια, ο συγγραφέας πέρασε στις 28 Φεβρουαρίου 1906 νόμιμα στη Μακεδονία και, δέκα μέρες αργότερα, ενώθηκε με τους κομιτατζήδες του βοεβόδα Λούκα έξω από τα Βοδενά (σημ. Εδεσσα). Στην παρανομία θα μείνει οκτώ ολόκληρους μήνες, περνώντας από ανταρτοομάδα σε ανταρτοομάδα κι επισκεπτόμενος όλα τα πεδία της σύρραξης (από το Καϊμακτσαλάν και την Πρέσπα μέχρι τα σοκάκια του Μοναστηρίου ή τα περίχωρα της Στρώμνιτσας), για να καταλήξει, στις αρχές Νοεμβρίου, πίσω στη Βουλγαρία.

Απείρως πιο ζωντανό και πλούσιο σε πληροφορίες απ' ό,τι του Παγιαρές, το βιβλίο του Σόνισεν δίνει στον Ελληνα αναγνώστη μίαν άγνωστη εικόνα της «άλλης πλευράς»: τυπικό δείγμα η περιγραφή της ζωής του με τους κομιτατζήδες στο Βάλτο των Γιαννιτσών, τον τόσο γνώριμο στα καθ' ημάς από τα κείμενα της Πηνελόπης Δέλτα. Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του είναι, ωστόσο, η καταγραφή των εσωτερικών αντιπαραθέσεων στους κόλπους της ΕΜΕΟ, όπως τις αναλύουν στο συγγραφέα τα μέλη και στελέχη τους που αλληλοσκοτώνονται στο Μοναστήρι. Η αριστερή πτέρυγα της οργάνωσης αποτελείται από σοσιαλιστές γοητευμένους από τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, νέους που εκφράζουν την αντιπάθειά τους για την «καθοδήγηση», φοιτήτριες που διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο για τις γυναίκες μέσα στο κίνημα, αντικληρικαλιστές αντάρτες και την πλειονότητα των ντόπιων εξαρχικών δασκάλων. Αίτημά τους αποτελεί η εκλογή των τοπικών οργάνων του κινήματος και η διάδοση του νέου (διεθνιστικού, δημοκρατικού και σοσιαλίζοντος) καταστατικού της ΕΜΕΟ, τα αντίτυπα του οποίου οι αντίπαλοί τους κατηγορούνται ότι προτιμούν να ρίχνουν στο τζάκι. Η δεξιά πτέρυγα, πάλι, στηρίζεται στο μηχανισμό της (εξαρχικής) εκκλησίας κι εκπαίδευσης, στελεχώνεται από εμπόρους των πόλεων κι άλλους «εκμεταλλευτές των χωρικών» και καταγγέλλει τους αντιπάλους της για προδοσία του αγώνα και συνεργασία με τον εχθρό.

Πάνω σ' αυτήν ακριβώς την κοινωνικοπολιτική αντιπαράθεση θα δομηθεί η σλαβομακεδονική εθνογένεση, με πρώτο βήμα την ανάδυση ενός «μακεδονικού κόμματος» που απορρίπτει την υπαγωγή της περιοχής στη βουλγαρική μοναρχία. Φιλοσοσιαλιστής και ταυτόχρονα προσωπικός φίλος των στελεχών της φιλοβουλγαρικής «δεξιάς», χάρη στις συστάσεις των οποίων κινείται άλλωστε στη μακεδονική ενδοχώρα, ο Σόνισεν δεν κρύβει την αμηχανία του για τα τεκταινόμενα. Με τη ζωντάνια και τις αντιφάσεις της, και παρά την προβληματική κάποιες φορές μετάφρασή της, η αφήγησή του αποτελεί ως εκ τούτου τον καλύτερο οδηγό για τον αναγνώστη που προβληματίζεται για τις ρίζες του πιο πολύπλοκου από τα προβλήματα της σύγχρονης βαλκανικής Ιστορίας.

1. «Ιός της Κυριακής», «Τα μυστικά κονδύλια του Μακεδονικού Αγώνα», «Εψιλον», 22.2.1998.

2. Σύμφωνα με τον πρόλογο του πανεπιστημιακού Κονσταντίν Πάντεφ, στην πρόσφατη βουλγαρική έκδοση του βιβλίου τού Αρθουρ Σμιθ.

3. Keith Brown, «Friction in the Archives: Nations and negotiations on Ellis Island, 1904-10», αδημοσίευτη εισήγηση στη 10η Διεθνή Συνδιάσκεψη Ευρωπαϊστών, Σικάγο, 1996.

 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

1. Ο Μακεδονικός Αγώνας μετά τα συλλαλητήρια

2. Ο αυθεντικός Μακεδονικός Αγώνας

4. Οι μνήμες των "άλλων"

(Ελευθεροτυπία, 5/11/2004)

www.iospress.gr