ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
 

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ "ΙΟΥ" ΣΤΗ "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ"

1. Ο Μακεδονικός Αγώνας μετά τα συλλαλητήρια

Η εθνικιστική κινητοποίηση της περασμένης δεκαετίας γύρω από το «Σκοπιανό» υπήρξε αναμφίβολα ένα σημείο τομής για την ιστοριογραφία του Μακεδονικού Αγώνα στη χώρα μας. Μόνο που αυτή η τομή σημειώθηκε στην αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση απ' ό,τι ονειρεύονταν οι κατά φαντασίαν «νέοι μακεδονομάχοι» που οργάνωσαν τα μαζικά συλλαλητήρια και τροφοδότησαν την αλήστου μνήμης πανεθνική υστερία του 1992-94.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80, το Μακεδονικό (εν γένει) και ο Μακεδονικός Αγώνας (ειδικότερα) ανάγονταν στην αποκλειστική αρμοδιότητα κάποιων ειδικευμένων κρατικών ιδρυμάτων (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, ΙΜΧΑ, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα) και των ερασιτεχνών της βορειοελλαδικής -κυρίως- εθνικοφροσύνης. Το μεγαλύτερο μέρος τής ώς τότε σχετικής βιβλιογραφίας είχε διαμορφωθεί με βάση έναν κεντρικό σχεδιασμό, ο οποίος ξεκίνησε γύρω στο 1960 κάτω από την εποπτεία (και με την επιχορήγηση) του υπουργείου Εξωτερικών. Η Μεταπολίτευση του 1974 δεν άλλαξε και πολλά πράγματα, καθώς οι προτεραιότητες και τα ενδιαφέροντα της νέας γενιάς των ερευνητών στράφηκαν σε πολύ διαφορετικά ζητήματα, αφήνοντας το πεδίο της «μακεδονολογίας» στην αποκλειστική χρήση των παραδοσιακών νομέων του.

Τα συλλαλητήρια του 1992-94 ανέτρεψαν άρδην αυτήν την εικόνα. Με το Μακεδονικό να εισβάλλει ξαφνικά στο προσκήνιο της επικαιρότητας και να μετατρέπεται σε κεντρικό αντικείμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ο αριθμός και κυρίως η ποικιλία των ερευνητών που αποφάσισαν να ασχοληθούν μαζί του σημείωσαν αλματώδη αύξηση. Οι εικονοκλαστικές προδιαθέσεις της μεταπολιτευτικής σκέψης, μπολιασμένες με τις νεωτερικές επιστημονικές επεξεργασίες γύρω από το εθνικό φαινόμενο, αποδείχθηκαν τελικά μοιραίες για το ιστοριογραφικό οικοδόμημα της παραδοσιακής εθνικοφροσύνης.

Ζητήματα όπως ο πολιτικός χαρακτήρας της επιλογής εθνικού στρατοπέδου (και, κατ' επέκταση, η ρευστότητα των σχετικών επιλογών), η καθοριστική σημασία των κοινωνικών αντιθέσεων στη χάραξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ «Ελλήνων» και «Βουλγάρων», ο αντεπαναστατικός χαρακτήρας της ελληνικής επέμβασης, η στενή συνεργασία των μακεδονομάχων με τις οθωμανικές αρχές ή ο «τυφλός» χαρακτήρας της τρομοκρατίας των ελληνικών σωμάτων τέθηκαν για πρώτη φορά σε δημόσια συζήτηση.

Η ενασχόληση ανεξάρτητων ερευνητών και το σπάσιμο των εθνικών ταμπού λειτούργησαν ταυτόχρονα ως ένας άτυπος μοχλός πίεσης πάνω στους επίσημους και ημιεπίσημους φορείς -με αποτέλεσμα μια κάποια απελευθέρωση ενός μέρους του επιστημονικού δυναμικού τους από τις πιο κραυγαλέες πτυχές της παραδοσιακής «ορθοφροσύνης» και αυτολογοκρισίας. Καθοριστική στιγμή αυτής της διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί μια ειδική ενημερωτική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών το Δεκέμβριο του 1995, με στόχο τον εκσυγχρονισμό της επίσημης εθνικής γραμμής, που είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα από τις ακρότητες και την ανιστόρητη παραφιλολογία των προηγούμενων χρόνων (1). Αν και το κέντρο βάρους της συζήτησης μετατοπίστηκε σε περισσότερο νεωτερικές πτυχές του Μακεδονικού, και μολονότι η έκταση των αναθεωρήσεων που δρομολογήθηκαν δεν έχει ακόμη γίνει καθολικά αντιληπτή σε όλο της το εύρος, η επίπτωση όλων αυτών των εξελίξεων στην ιστοριογραφία του Μακεδονικού Αγώνα υπήρξε εξίσου καθοριστική.

Αρχειακό υλικό

Η πρώτη σημαντική καινοτομία αφορά τη δημοσίευση αρχειακού υλικού χωρίς λογοκριτικές παρεμβάσεις και παραχαράξεις των πρωτότυπων πηγών. Οπως έχουμε αποκαλύψει, οι παλιότερες εκδόσεις αρχειακού υλικού από το ΙΜΧΑ και την ΕΜΣ είχαν υποστεί την εθνικόφρονα «διορθωτική» παρέμβαση των επιμελητών τους, με το πετσόκομμα λ.χ. των απομνημονευμάτων των μακεδονομάχων που κατέγραψε τη δεκαετία του '30 η Πηνελόπη Δέλτα (2). Αγρια λογοκρισία έχουν επίσης υποστεί οι εκθέσεις του ελληνικού προξενείου Σερρών (1907), που δημοσιεύτηκαν στο πλαίσιο του ίδιου προγράμματος στην επιθεώρηση «Σερραϊκά Χρονικά» (1959), ενώ επιλεκτική εξαφάνιση ανεπιθύμητων αποσπασμάτων συναντάμε ακόμη και στην αξιόλογη συλλογή διπλωματικών εγγράφων που δημοσίευσε το 1969 ο εμπειρογνώμων βαλκανικών υποθέσεων του ΥΠΕΞ, Ευάγγελος Κωφός.

Το αρχειακό υλικό που δημοσιεύτηκε την τελευταία δωδεκαετία δεν έχει, αντιθέτως, τέτοιου είδους προβλήματα αυθεντικότητας. Παρά το ανανεωμένο ενδιαφέρον του κοινού, η ΕΜΣ και το ΙΜΧΑ περιορίστηκαν άλλωστε κατά κανόνα στην ανατύπωση κάποιων παλιότερων δημοσιευμάτων τους, χωρίς να προβούν σε καινούριες εκδόσεις. Από ημιεπίσημης πλευράς, τη σκυτάλη πήρε το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα της Θεσσαλονίκης, στο οποίο οφείλουμε και τα 4 από τα 10 βιβλία με αρχειακό υλικό που κυκλοφόρησαν αυτά τα χρόνια.

Το πρώτο ήταν μια επιλογή αποσπασμάτων της ευρωπαϊκής διπλωματικής αλληλογραφίας σχετικά με την εξέγερση του Ιλιντεν («Τα γεγονότα του 1903 στη Μακεδονία», Θεσσ/νίκη, 1993). Εργο απολύτως ενταγμένο στο κλίμα των ημερών, δεν διακρίνεται ούτε για την τόλμη ούτε για την πρωτοτυπία του.

Πιο ενδιαφέροντες υπήρξαν οι επόμενοι τρεις τόμοι, στους οποίους παρατίθενται 300 έγγραφα της περιόδου 1903-1908 από τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Μολονότι κι εδώ τα συνοδευτικά κείμενα δεν μπορούν να θεωρηθούν ιδιαζόντως ριζοσπαστικά, ο προσεκτικός αναγνώστης θα ανακαλύψει κάποια αξιοπρόσεκτα ντοκουμέντα -ανάμεσά τους, η περιγραφή του Μακεδονικού Αγώνα ως «εμφυλίου πολέμου» από τον ίδιο τον αρχιτέκτονά του, γενικό πρόξενο Λάμπρο Κορομηλά (11.9.1904). Φυσικά, η επιλογή του υλικού δεν παραβιάζει κάποια ευδιάκριτα όρια: μάταια θ' αναζητήσει κανείς π.χ. το παραμικρό ντοκουμέντο που να αναφέρεται στο πρώιμο μακεδονισμό της ΕΜΕΟ και την απήχησή του στις πατριαρχικές κοινότητες ή σε επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες, όπως η νεολαία της Στρώμνιτσας το φθινόπωρο του 1904. Επιπλέον, οι επιμελητές αποδεικνύονται ανεπαρκώς εξοικειωμένοι με τα παλιά και νέα τοπωνύμια της περιοχής -συγχέουν λ.χ. το Ζελίνι της Καστοριάς (σημ. Χιλιόδενδρο) με το Ζέλενιτς της Φλώρινας (σημ. Σκλήθρο) ή το Δεμίρ Χισάρ των Βιτωλίων (σημ. στην ΠΓΔΜ) με το ομώνυμό του σημερινό Σιδηρόκαστρο του Νομού Σερρών. Το κυριότερο πρόβλημα της συλλογής βρίσκεται, ωστόσο, αλλού: στην αποσπασματικότητα του επιλεγμένου υλικού, που μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν είχε επιλεχθεί μια ενιαία σειρά ντοκουμέντων (π.χ., τα έγγραφα του εμπιστευτικού πρωτοκόλλου του Γενικού Προξενείου Θεσ/νίκης), που θα έδινε μια πιο συνεκτική εικόνα της διαδοχής των γεγονότων. Ολα αυτά, φυσικά, αποδείχθηκαν ψιλά γράμματα για την Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΕΞ, η διευθύντρια του οποίου αντιμετώπισε την έκδοση ως κλοπή της «πνευματικής της ιδιοκτησίας» και κινήθηκε για να εμποδίσει την ολοκλήρωσή της (3).

Ανάλογο πρόβλημα αποσπασματικότητας παρουσιάζει και μια άλλη συλλογή, τα «Fragmenta Macedonica», του λέκτορα στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του ΑΠΘ Ανδρέα Ανδρέου (Αθήνα, 2001, εκδ. «Τυπωθήτω»). Τα 20 έγγραφά της καλύπτουν μία ολόκληρη δεκαετία (1901-1909) και το μόνο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι αναφέρονται στην ευρύτερη περιοχή της Φλώρινας.

Αν και ο Μακεδονικός Αγώνας δεν αποτελεί το κεντρικό αντικείμενο της θεματολογίας τους, οι δύο συλλογές εγγράφων που εξέδωσε η καθηγήτρια του Παν/μίου Ιωαννίνων, Σοφία Βούρη, με γενικό τίτλο «Πηγές για την Ιστορία της Μακεδονίας», περιλαμβάνουν κάμποσα ντοκουμέντα σχετικά με το θέμα μας. Το πρώτο βιβλίο φέρει τον υπότιτλο «Πολιτική και εκπαίδευση, 1875-1907» (Αθήνα 1994, εκδ. «Παρασκήνιο»), ενώ το δεύτερο, «Εκκλησία και κράτος, 1889-1905» (Αθήνα, 1999, εκδ. «Gutenberg»). Η απουσία αυτολογοκρισίας στην επιλογή των εγγράφων και η διασφάλιση μιας θεματολογικής ενότητας συνιστούν τις βασικές αρετές του εγχειρήματος.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η έκδοση του αρχείου του μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομου (μετέπειτα εθνομάρτυρα Σμύρνης) από το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (Αθήνα, 2000). Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη συλλογή, ο πρώτος τόμος της οποίας καλύπτει όλη τη μακεδονική θητεία του Χρυσόστομου, από το 1902 ώς το 1910. Πέρα από κάποιες εκπλήξεις -σχετικές με την προσωπική ζωή του μητροπολίτη- που μας επιφυλάσσει η προσεκτική ανάγνωση του υλικού, η αξία του τελευταίου εστιάζεται σε δύο κυρίως σημεία: από τη μια, στην εύγλωττη αποτύπωση της νοοτροπίας και του τρόπου σκέψης της εκκλησιαστικής ιεραρχίας της εποχής, κι από την άλλη, στη λεπτομερειακή καταγραφή των εξελίξεων σε κάθε σλαβόφωνο χωριό της περιοχής. Ο γεωγραφικός εντοπισμός και η πυκνότητα της αλληλογραφίας επιτρέπουν έτσι στον αναγνώστη μια μεγαλύτερη κατανόηση της δυναμικής και των εξελίξεων της εποχής. Ενδιαφέρουσα είναι, τέλος, η σύγκριση της ολότητας του αρχείου με την παλιότερη, επιλεκτική δημοσίευση αποσπασμάτων του από το ΙΜΧΑ (1960).

Μικρότερο χρονικό εύρος παρουσιάζει το αρχείο ενός άλλου ιεράρχη της εποχής. Πρόκειται για τον κώδικα αλληλογραφίας του μητροπολίτη Πολυανής Παρθενίου κατά το 1900, τον οποίο εντόπισε κι επιμελήθηκε ο καθηγητής του ΑΠΘ Ιωάννης Σκούρτης (Θεσ/νίκη, 2002, εκδ. «University Studio Press»). Προερχόμενες από μια περιοχή όπου η πατριαρχική παράταξη αποτελούσε από χρόνια μια μάλλον περιθωριακή μειοψηφία, και γραμμένες σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία αποκρυσταλλώνεται η ελληνοτουρκική συνεργασία κατά των κομιτατζήδων, οι επιστολές του αποτελούν μια συμπληρωματική πηγή η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη δυναμική της ανοιχτής σύγκρουσης των επόμενων χρόνων.

Αξιόλογο αρχειακό υλικό από την ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα περιέχεται επίσης στο βιβλίο «Ο τελευταίος πολεμιστής» του Π. Μαυρίκου (Αθήνα, 1993, εκδ. «Νέα Σύνορα»). Χημικός το επάγγελμα, ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι η ενασχόλησή του με το αντικείμενο υπήρξε καθαρά ευκαιριακή και προϊόν της επιθυμίας του να δώσει στη δημοσιότητα το τμήμα του αρχείου της πεθεράς του, Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, που αφορά το μακεδονομάχο θείο της, καπετάν Πετρίλο. Από τα ντοκουμέντα που περιλαμβάνονται στην έκδοση, ξεχωρίζουμε τις οδηγίες του Κέντρου Θεσσαλονίκης για τις προτεραιότητες του αγώνα στα χωριά των Γιαννιτσών (29.8.1905): «Δεν γνωρίζω εις ποίας σχέσεις ευρίσκεσαι μετά των χωρικών του διαμερίσματός σου, είναι ανάγκη όμως να τας καλλιεργήσεις. Να μη λησμονώμεν ότι κατά το πλείστον καλλιεργώμεν κόμμα ελληνικόν και όχι εθνικήν Ελληνικήν ιδέα, η ιδέα θα σχηματισθή αφού συμπηχθή το κόμμα. Επομένως πρέπει να φερώμεθα προς αυτούς ως προς εκλογείς εν παραμοναίς εκλογών» (σ. 115).

Το σημαντικότερο από τα βιβλία αυτής της κατηγορίας είναι, ωστόσο, το τμήμα του αρχείου του Ιωνα Δραγούμη που επιμελήθηκε κι εξέδωσε το 2000 ο Γιώργος Πετσίβας, με τίτλο «Τα τετράδια του Ιλιντεν». Βασικό κορμό του έργου, απλωμένον στις αριστερές σελίδες του βιβλίου, αποτελεί η καθημερινή ημερολογιακή καταγραφή πληροφοριών από τον Ιωνα Δραγούμη, κατά τη θητεία του στα προξενεία Μοναστηρίου και Σερρών (12.1902 - 4.1904). Στις δεξιές σελίδες ο επιμελητής παραθέτει επιστολές και σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο του Δραγούμη, των ίδιων ημερών, με τις οποίες φωτίζονται καλύτερα τόσο τα γεγονότα όσο και οι σκέψεις του καταγραφέα. Ως παράρτημα, δημοσιεύονται επίσης 60 ντοκουμέντα από το Ιστορικό Αρχείο του ΥΠΕΞ, τα αρχεία του Στέφανου Δραγούμη, του Παύλου Μελά και της ΔΙΣ, καθώς και από τον αθηναϊκό Τύπο της εποχής. Εντυπωσιακά πλούσια και επιμελημένη είναι, τέλος, η εικονογράφηση του βιβλίου. Πρόκειται για ένα έργο πρωτοποριακό, συνολικής έκτασης περίπου 850 σελίδων, με το οποίο φωτίζεται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση η πιο παραγνωρισμένη πτυχή του Μακεδονικού Αγώνα: η δράση των κομιτατζήδων και η αντιοθωμανική εξέγερση του 1903, που πυροδότησαν την ελληνική επέμβαση. Η σημασία του ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι, λίγο μετά την κυκλοφορία των «Τετραδίων», οι οικείοι φάκελοι των αρχείων του ΥΠΕΞ έπαψαν να είναι προσβάσιμοι στους ερευνητές (4).

Απομνημονεύματα και ημερολόγια

Ειδική υποπερίπτωση αρχειακού υλικού συνιστούν τα απομνημονεύματα και τα ημερολόγια μικρών και μεγάλων πρωταγωνιστών της εποχής.

Το 1992 εκδόθηκαν από το ΙΜΧΑ οι αναμνήσεις του δικηγόρου Κων/νου Τσώπρου (1885-1966), απόφοιτου του οθωμανικού Λυκείου Θεσ/νίκης και διερμηνέα της ρωσικής στρατιωτικής αποστολής στην πόλη το 1904-08. Παρά τον περιορισμένο όγκο του, το βιβλίο παρουσιάζει ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της ιδιάζουσας θέσης από την οποία παρακολούθησε τα γεγονότα ο συγγραφέας. Από το αρχείο του ΙΜΧΑ προέρχονται και τα απομνημονεύματα του ντόπιου μακεδονομάχου Γρηγορίου Δημόπουλου, που επιμελήθηκε και δημοσίευσε το 1994 ο Τιμόθεος Τιμοθεάδης.

Το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα επικέντρωσε την ίδια περίοδο το ενδιαφέρον του στα κατάλοιπα του Κρητικού μακεδονομάχου Ευθυμίου Καούδη. Το 1992 δημοσιεύτηκε το ημερολόγιο που κρατούσε το φθινόπωρο του 1904, ενώ το 1996 ακολούθησαν τα απομνημονεύματα και μέρος του αρχείου του. Την επιμέλεια του πρώτου τόμου είχε ο Βασίλης Γούναρης, του δεύτερου, ο Αγγελος Χοτζίδης. Οπως συμβαίνει συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις, η αντιπαραβολή των δύο ντοκουμέντων έχει πολλά να μας αποκαλύψει, τόσο για την επιλεκτικότητα της μνήμης των ανθρώπων όσο και για την υποκειμενικότητα των εκ των υστέρων απολογισμών.

Πλουσιότερα σε πληροφορίες, γλαφυρότερα αλλά εξίσου σημαδεμένα από τον υποκειμενισμό του αφηγητή είναι τα απομνημονεύματα ενός άλλου Κρητικού μακεδονομάχου, του Ιωάννη Καραβίτη. Καλύπτουν ολόκληρη την πενταετία 1903-1908 και πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1949-50 στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», για να συγκεντρωθούν το 1994 σε δύο τόμους από τον Γιώργο Πετσίβα. Περισσότερο από τη ζωντανή πένα του συγγραφέα, τον αναγνώστη συναρπάζει ωστόσο η λεπτολόγα δουλειά τού επιμελητή, που καταφέρνει να παραθέσει έναν απίστευτο αριθμό εναλλακτικών αφηγήσεων, συμπληρώνοντας (και συχνά «διορθώνοντας») την κύρια αφήγηση. Κάθε επεισόδιο που διηγείται ο Καραβίτης συνοδεύεται έτσι από μια πλειάδα υποσημειώσεων, όπου παρατίθενται οι μαρτυρίες τρίτων για το ίδιο συμβάν -με αποτέλεσμα μια πολύπλοκη δομή που, χωρίς να διασπά τη ροή του κειμένου και την ενότητα των αναμνήσεων, φέρνει στο νου τον κινηματογραφικό «Ρασομόν» του Κουροσάβα.

Εννιά χρόνια αργότερα, ο ίδιος ερευνητής θα εκδώσει το εκτενές ημερολόγιο του διαδόχου τού Παύλου Μελά, Γεωργίου Τσόντου-Βάρδα (1904-1907). Πρόκειται για το σημαντικότερο ντοκουμέντο που έχει δημοσιευθεί ποτέ για το Μακεδονικό Αγώνα, όπως εξηγούμε αναλυτικά στις επόμενες σελίδες.

Ιστοριογραφικές επεξεργασίες

Λιγότερο ολοκληρωμένη υπήρξε η τομή της τελευταίας δεκαπενταετίας στο επίπεδο των ιστοριογραφικών συνθέσεων και μονογραφιών. Αρκετά πρωτότυπα άρθρα δημοσιεύτηκαν σε ελληνικά ή ξένα επιστημονικά περιοδικά, το κέντρο βάρους της έρευνας μετατοπίστηκε όμως σε μεταγενέστερες πτυχές του Μακεδονικού.

Οσον αφορά την παραδοσιακή ιστοριογραφία, αυτή η απουσία ενδιαφέροντος δεν είναι δύσκολο να ερμηνευθεί: το αντικείμενό της είχε, κατά κάποιον τρόπο, εξαντληθεί προ πολλού. Σταθμό, παρ' όλα αυτά, θα αποτελέσει η ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Ντάγκλας Ντέικιν, «Ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία (1897-1913)» (Θεσ/νίκη, 1996, εκδ. «Κυριακίδη»), η πρωτότυπη αγγλική εκδοχή του οποίου είχε κυκλοφορήσει από το ΙΜΧΑ πριν από τρεις ολόκληρες δεκαετίες (1966). Η συμβολή του ιδρύματος στη συγγραφή του υπήρξε τόσο καθοριστική ώστε, παρά την εθνικότητα του συγγραφέα, το έργο να θεωρείται δίκαια αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής. Χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις κοινωνικοπολιτικής ανάλυσης ή εμβάθυνσης στην τοπική ιστορία, αποτελεί την πιο αξιόπιστη εξιστόρηση της ελληνικής εξόρμησης απ' όσες έχουν δημοσιευτεί μέχρι σήμερα. Επιπλέον, δίνει μια αρκετά καλή επισκόπηση του διπλωματικού πλαισίου της εποχής και κάποια στοιχεία για την απέναντι πλευρά (συγκεκριμένα: την ΕΜΕΟ), τα οποία αγνοούσε πλήρως η παραδοσιακή ελληνική βιβλιογραφία.

Συνοπτικότερη είναι η σκιαγράφηση της ίδιας περιόδου από τον Βασίλη Γούναρη, στο δίγλωσσο λεύκωμα «Ο Μακεδονικός Αγώνας μέσα από τις φωτογραφίες του», που εξέδωσε το 2001 το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα (εκδ. «Εφεσος»). Ως βασικός κορμός του βιβλίου έχουν χρησιμοποιηθεί οι εισαγωγές των τριών τόμων με τα έγγραφα του ΥΠΕΞ. Διακηρυγμένη πρόθεση του συγγραφέα είναι να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από την παραδοσιακή «αγιογραφική» προσέγγιση του θέματος, διαφοροποιούμενος ταυτόχρονα από την αναθεωρητική «βιβλιογραφική προσπάθεια αποκαθήλωσης του Μακεδονικού Αγώνα».

Από κει και πέρα, αξίζει να αναφερθούν κάποιες μονογραφίες οι οποίες, χωρίς να αμφισβητούν την κυρίαρχη ιστοριογραφία, επιχείρησαν να σκιαγραφήσουν λιγότερο γνωστές πλευρές της υπόθεσης. Στους «Βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης» (Αθήνα, 1994, εκδ. «Τροχαλία») ο Γιάννης Μέγας εξιστορεί την απόπειρα μιας αναρχικής ομάδας (που κινούνταν στο περιθώριο της ΕΜΕΟ) να προκαλέσει, μέσα από βομβιστικές επιθέσεις εναντίον δυτικοευρωπαϊκών στόχων, την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων υπέρ των χριστιανών της Μακεδονίας -εγχείρημα «τρομοκρατικό» που, ως συνήθως, έφερε τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα. «Στις όχθες του Υδραγόρα», πάλι, ο Βασίλης Γούναρης αξιοποιεί τα επαγγελματικά τεφτέρια ενός πατριαρχικού εμπόρου των Βιτωλίων, για να μας δώσει μια εικόνα της κοινωνικής βάσης του «ελληνικού κόμματος» και της εθνικής διαπάλης στην τότε μακεδονική συμπρωτεύουσα (Αθήνα, 2000, εκδ. «Στάχυ»). Λιγότερο επιτυχής υπήρξε, τέλος, η προσπάθεια του Ανδρέα Ανδρέου για μια βιογραφία του υποδειγματικού «πρώτου μακεδονομάχου» που να ξεπερνά τα καθιερωμένα («Κώττας», Αθήνα, 2003, εκδ. «Λιβάνη»).

Αφήσαμε για το τέλος την εμφάνιση μιας αιρετικής ιστοριογραφίας, η οποία αμφισβητεί δομικά τους εθνικούς μύθους που οικοδομήθηκαν γύρω από το Μακεδονικό Αγώνα. Το πρώτο ίσως δείγμα αυτού του ριζοσπαστισμού υπήρξε η επιμελημένη έκδοση των απομαγνητοφωνημένων πρακτικών μιας εκδήλωσης που οργανώθηκε στη Φιλοσοφική Αθηνών το Φεβρουάριο του 1992 από την αυτόνομη φοιτητική Κίνηση Αριστερών Φιλοσοφικής («Ελληνικός εθνικισμός - Μακεδονικό Ζήτημα. Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας»).

Ενας από τους συμμετέχοντες στην παραπάνω συζήτηση, ο Δημήτρης Λιθοξόου, οργανικός διανοούμενος αργότερα του μειονοτικού κόμματος «Ουράνιο Τόξο», θα συνεχίσει με την πιο προωθημένη μέχρι σήμερα αναθεώρηση της επίσημης ιστοριογραφίας. Στηριγμένο σχεδόν αποκλειστικά σε ελληνικές πηγές, απομνημονεύματα μακεδονομάχων και διπλωματικά έγγραφα, το βιβλίο του «Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας. Από το Ιλιντεν στη Ζαγκορίτσανη» (Αθήνα, 1998, εκδ., «Μεγάλη Πορεία») επικεντρώνεται στα πρώτα βήματα της ελληνικής ένοπλης επέμβασης στη Δυτική Μακεδονία. Η καταγραφή των γεγονότων και η σκιαγράφηση των φυσιογνωμιών της εποχής είναι εξαιρετικά ακριβής, η ανάλυσή του όμως υποφέρει από την απουσία αποχρώσεων και από μιαν αρκετά σχηματική ευθυγράμμιση με τα κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα του σλαβομακεδονικού εθνικισμού.

Για την καλύτερη κατανόηση των απαρχών τού τελευταίου, πολύτιμη είναι αντιθέτως η ανάγνωση ενός από τα ιδρυτικά του κείμενα, που εκδόθηκε στις μέρες του Μακεδονικού Αγώνα (Δεκέμβριος, 1903) και κυκλοφόρησε πρόσφατα σε ελληνική μετάφραση: του βιβλίου «Μακεδονικές Υποθέσεις» του Κρίστε Μισίρκωφ (Αθήνα, 2003, εκδ., «Πετσίβα»). Γεννημένος στην Πέλλα των Γιαννιτσών, ο συγγραφέας του υπήρξε ένα αυθεντικό προϊόν του διαβαλκανικού ανταγωνισμού για «το έδαφος των ψυχών» των σλαβόφωνων Μακεδόνων: απόφοιτος διαδοχικά του ελληνικού, του σερβικού και του βουλγαρικού εκπαιδευτικού συστήματος, θα καταλήξει μετά την καταστολή της εξέγερσης του Ιλιντεν στην προπαγάνδιση της σλαβομακεδονικής εθνικής ιδιατερότητας. Σε αντίθεση με τη σύγχρονη φαντασιακή επιστροφή στις μέρες του Μεγαλέξανδρου, η επιχειρηματολογία του στηρίζεται ωστόσο σε μια σειρά ορθολογικά πολιτικά επιχειρήματα, τα οποία προκύπτουν από τις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και αντιθέσεις της εποχής.

Συνοψίζοντας την επισκόπηση της πρόσφατης βιβλιογραφίας, δεν μπορεί παρά να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή μιας επανεκτίμησης του Μακεδονικού Αγώνα και της θέσης του στην ελληνική ιστορία. Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, κατά πόσο θα επιβεβαιωθεί τελικά η εκτίμηση του βενιζελικού στρατηγού Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, όταν εν μέσω Βαλκανικών πολέμων σκιαγραφούσε το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας σαν μια «κακοήθη εταιρεία, που επλούτισαν όλοι οι αναμειχθέντες» (5). Το σίγουρο είναι, ωστόσο, ότι ο ξεχασμένος ορισμός του Αλέξανδρου Παπαναστασίου (1925), σύμφωνα με την οποία ο Μακεδονικός Αγώνας υπήρξε «ένας απαίσιος εμφύλιος πόλεμος, διεξαγόμενος με τα πλέον βάρβαρα μέσα», αναδύεται -αργά, αλλά σταθερά- ως η πραγματική εικόνα της συγκεκριμένης ιστορίας.
 


1. Αξίζει ίσως να σημειωθεί εδώ ότι η μόνη ελληνική εφημερίδα που αναφέρθηκε στο γεγονός ήταν η «Ε», διά χειρός του συναδέλφου Τάκη Μίχα (27.12.95). Τα πρακτικά των εισηγήσεων δημοσιεύτηκαν ενάμιση χρόνο αργότερα, από ιδιωτικό εκδοτικό οίκο, χωρίς αναφορά στην ημερίδα, με τίτλο «Ταυτότητες στη Μακεδονία».

2. «Ιός της Κυριακής», «Τα μυστικά του βούρκου», Κυριακάτικη «Ε» 7.7.2002. Βλ. επίσης το αποκαλυπτικό άρθρο του Σπύρου Καράβα για την αντίστοιχη χάλκευση των απομνημονευμάτων του Κων/νου Μαζαράκη-Αινιάνος («Το παλίμψηστο των αναμνήσεων του καπετάν Ακρίτα», «Τα Ιστορικά», τχ. 31 [12.1999]).

3. «Ε» 12.2.2001.

4. «Ιός της Κυριακής», «Αρχεία στο γύψο», «Κυριακάτικη Ε», 6.7.2003.

5. Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, «Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-1913)», Αθήνα 1998, εκδ. «Καστανιώτης», σ. 53.

 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

2. Ο αυθεντικός Μακεδονικός Αγώνας

3. Η εικόνα των ανταποκριτών

4. Οι μνήμες των "άλλων"

(Ελευθεροτυπία, 5/11/2004)

www.iospress.gr