ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
 

 


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ "ΙΟΥ" ΣΤΗ "ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ"

4. Οι μνήμες των "άλλων"
 


Το μεγαλύτερο κενό στην ελληνική βιβλιογραφία τη σχετική με το Μακεδονικό Αγώνα συνιστά, χωρίς αμφιβολία, η παντελής απουσία των κειμένων της απέναντι πλευράς. Ιδίως των πρωτογενών πηγών που μας άφησαν οι πρωταγωνιστές της: ημερολόγια και απομνημονεύματα των κομιτατζήδων, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει στη διαμφισβητούμενη Μακεδονία των οθωμανικών χρόνων.

Πώς σκέφτονταν και με ποια κριτήρια έδρασαν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια ήταν η κοσμοαντίληψή τους, τα οράματά τους; Τι είδους εικόνα άφησαν οι μακεδονομάχοι, το «ελληνικό κόμμα» και οι Ελληνες γενικότερα στην αντίπερα όχθη; Το βιβλιογραφικό αυτό κενό, έναν ολόκληρο αιώνα μετά τα γεγονότα, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς την ταχύτητα με την οποία μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στη χώρα μας κείμενα Ιταλών και Γερμανών σχετικά με τον πόλεμο του 1940-41 ή την τριπλή κατοχή που ακολούθησε.

Κι όμως, το σχετικό πρωτογενές υλικό κάθε άλλο παρά λείπει. Η συλλογή και η δημοσίευσή του προηγήθηκε, άλλωστε, της αντίστοιχης καταγραφής και έκδοσης των αναμνήσεων μακεδομάχων από την Πηνελόπη Δέλτα (τη δεκαετία του '30) και το ΙΜΧΑ (την εξαετία 1957-63). Η πρώτη, κι απ' όσο γνωρίζουμε η σημαντικότερη, συλλογή τέτοιων απομνημονευμάτων έγινε από τον καθηγητή Λιούμπομιρ Μίλετιτς (1863-1937) το χειμώνα του 1903-04. Η αμείλικτη καταστολή της εξέγερσης του Ιλιντεν από τον οθωμανικό στρατό είχε σπρώξει τους περισσότερους από τους βοεβόδες της ΕΜΕΟ να εγκαταλείψουν τη Μακεδονία και να συγκεντρωθούν στη Σόφια, όπου επιδόθηκαν σε πολύμηνες διαβουλεύσεις για την παραπέρα πορεία του όλου εγχειρήματος. Στο περιθώριο αυτών των συνομιλιών, ο Μίλετιτς συνάντησε αρκετά στελέχη της οργάνωσης και τα έπεισε να του εξιστορήσουν τη ζωή τους: παιδικά χρόνια και σπουδές, πρώτα πολιτικά ερεθίσματα, διαδικασία ένταξης στο επαναστατικό κίνημα και, φυσικά, όλη την πορεία τους από κει και πέρα. Ευτυχής συγκυρία, αν σκεφτούμε ότι οι περισσότεροι από τους αφηγητές δεν επρόκειτο να βγουν ζωντανοί από τις συγκρούσεις της επόμενης δεκαετίας.

Η έκδοση των παραπάνω μαρτυριών πραγματοποιήθηκε από το εθνικιστικό Μακεδονικό Επιστημονικό Ινστιτούτο της Σόφιας μεταξύ 1925 και 1931. Συνολικά εκδόθηκαν 11 τόμοι, με τα απομνημονεύματα 21 μικρών και μεγάλων στελεχών της ΕΜΕΟ. Ανάμεσά τους ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης (όπως ο πρώτος πρόεδρός της, Χρήστο Τατάρτσεφ), ηγετικές μορφές των αντιμαχόμενων τάσεών της (όπως οι Ντάμε Γκρούεφ, Γκιόρτσο Πετρώφ, Μπορίς Σαράφωφ, Ιβάν Γκαρβάνωφ, Γιάνε Σαντάνσκι και Χρήστο Τσερνοπέεφ), κλασικοί «τρομοκράτες» των αστικών κέντρων (όπως ο μοναδικός επιζήσας των σαλονικιών «βαρκάρηδων», Πάβελ Σάτεφ) αλλά και απλοί καπετάνιοι, όπως οι Σλαβέικο Αρσωφ, Πάντο Κλιάσεφ, Ιβάν Ποπώφ, Γκέοργκι Ποπχρήστωφ, Ανγκέλ Αντρέεφ, Σάβα Μιχαήλωφ κ.ά. Ανάμεσά τους κι ένας ελάσσων οπλαρχηγός από το Μελένοικο, ο Ιβάν Αναστάσωφ, που έφερε το (εκ πρώτης όψεως) περίεργο παρατσούκλι «το ελληνόπουλο».

Τα περισσότερα απ' αυτά τα απομνημονεύματα καταγράφτηκαν το 1903-04 και, ως εκ τούτου, δεν έχουν προλάβει να συμπεριλάβουν στην αφήγησή τους την εμφάνιση των μακεδονομάχων και τη μετατροπή του επαναστατικού πολέμου σε εμφύλιο. Η διαπίστωση αυτή ισχύει και για τις λιγοστές καταγραφές που πραγματοποιήθηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια.

Οι εξαιρετικά σύντομες αναμνήσεις του Τατάρτσεφ (1917) για την πρώτη Κεντρική Επιτροπή της ΕΜΕΟ, σταματάνε λ.χ. μόλις στο 1896: το ενδιαφέρον τους εστιάζεται κυρίως στους ισχυρισμούς του αφηγητή για το βουλγαρικό χαρακτήρα της διεκδικούμενης αυτονομίας, στην (αντιφατική με τα προηγούμενα) περιγραφή των εμπειριών του από την «πολυεθνική» Ελβετία ως πηγή έμπνευσης του οράματος μιας ομοσπονδιακής αυτόνομης Μακεδονίας και, τέλος, στη ζωντανή εξιστόρηση των αντιδράσεων που προκάλεσε (και στα δύο εθνικά στρατόπεδα) ο επεισοδιακός γάμος του με τη Σοφία Λογοθέτη, θυγατέρα του εκλιπόντος πρώην Ελληνα γενικού προξένου στη Θεσσαλονίκη.

Αλλά και τα πολυσέλιδα απομνημονεύματα του Γκιόρτσο Πετρώφ, που υπαγορεύτηκαν το 1908, ασχολούνται κυρίως με τα εσωτερικά της ΕΜΕΟ και τις τριβές ανάμεσα στην οργάνωση, τη βουλγαρική Εξαρχία της Κων/λης και την κυβέρνηση της Σόφιας. Σταματάνε δε κάπως απότομα στο καλοκαίρι του 1904, λίγο πριν εκδηλωθεί δημόσια η εσωτερική κρίση και διάσπαση των κομιτατζήδων σε «δεξιούς» βουλγαρόφιλους κι «αριστερούς» αυτονομιστές. Δυστυχώς, το προσωπικό αρχείο του Μίλετιτς καταστράφηκε από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτή η περίεργη διακοπή υπήρξε το προϊόν κάποιας διαβολικής σύμπτωσης ή, αντιθέτως, το αποτέλεσμα μιας καθαρά λογοκριτικής παρέμβασης, από αυτές που τόσο συνηθίζονται στη σχετική βαλκανική βιβλιογραφία.

Τα δημοσιευμένα απομνημονεύματα των κομιτατζήδων δεν περιορίζονται, ωστόσο, στις παραπάνω συλλογές. Πολλοί από τους επιζήσαντες άφησαν επίσης τη δική τους μαρτυρία για τα γεγονότα της εποχής. Ορισμένοι, όπως ο Δυτικομακεδόνας Γκέοργκι Ποπχρήστωφ, ολοκλήρωσαν την ημιτελή εξιστόρηση που έκαναν στον Μίλετιτς, συμπεριλαμβάνοντας στις αναμνήσεις τους και τον καθεαυτό Μακεδονικό Αγώνα με τις ελληνικές ανταρτοομάδες. Εκτός από τα συνήθη προβλήματα των απομνημονευμάτων (επιλεκτική μνήμη, άκρατος υποκειμενισμός, αναπαραγωγή μεταγενέστερων στερεοτύπων) οι αφηγήσεις αυτές φέρουν ωστόσο έντονα τα σημάδια των κατακλυσμιαίων αλλαγών που προέκυψαν στο μεσοδιάστημα, τόσο στο καθαρά πολιτικό πεδίο (ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος, Β' Παγκόσμιος Πόλεμος κι αντιφασιστική Αντίσταση, συνεργασία της ακροδεξιάς πτέρυγας της ΕΜΕΟ με τον Αξονα, υπαγωγή της Βουλγαρίας στο σοβιετικό μπλοκ) όσο και στο εθνικό (ολοκλήρωση της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης, παλινδρομίες της βουλγαρικής πολιτικής στο ζήτημα).

Μολονότι δεν συνιστά «απομνημονεύματα» με την κλασική έννοια του όρου, αξίζει να αναφερθεί εδώ η εξιστόρηση της περιόδου 1893-1908 από τον παλιό κομιτατζή Χρήστο Σιλιάνωφ. Ο πρώτος τόμος της (1933) καλύπτει τα γεγονότα μέχρι και την εξέγερση του Ιλιντεν, ενώ ο δεύτερος (1943) καταπιάνεται με την πενταετία που ακολούθησε. Ο ίδιος συγγραφέας μάς έχει αφήσει επίσης μια καθαρά προσωπική -και έντονα λογοτεχνίζουσα- αφήγηση της αντάρτικης ζωής του στα βουνά της Φλώρινας και της Καστοριάς το 1901-02 (Γραπτά κι εξομολογήσεις ενός συμμορίτη, Σόφια, 1927). Οι αναμνήσεις του εκτίθενται με τη μορφή ημερολογίου και διαπνέονται από ένα έντονα ρομαντικό εθνικιστικό ύφος -η σύγκρισή τους με το έντονα αντιπολεμικό (αν και εξίσου φρονηματιστικό) πνεύμα των απομνημονευμάτων του Γεωργίου Μόδη, που κυκλοφόρησαν την ίδια περίπου εποχή («Στα μακεδονικά βουνά», Θεσ/νίκη, 1930), είναι νομίζουμε αρκετά αποκαλυπτική.

Εντελώς διαφορετικής τάξης, εξίσου όμως σημαντικά, είναι τα απομνημονεύματα του Ντίμιταρ Βλάχωφ, που εκδόθηκαν το 1970 στα Σκόπια. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με παλιό οπλαρχηγό αλλά με πολιτικό στέλεχος της αριστερής πτέρυγας της ΕΜΕΟ και βουλευτή το 1908-12 στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, που έμελλε αργότερα να εξελιχθεί σε πρωτοκλασάτο στέλεχος της Κομμουνιστικής Διεθνούς και ιδρυτική μορφή της τιτοϊκής Λ.Δ.Μ. Η προσπάθεια να μιλήσει για όλα αυτά ταυτόχρονα, κάτω πάντοτε από το φως των κατοπινών εξελίξεων, οδηγεί τον αφηγητή στον τονισμό μιας σειράς από ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, οι οποίες συνήθως περνούσαν απαρατήρητες ή υποβαθμίζονταν συνειδητά στις παλιότερες αφηγήσεις (είτε πρόκειται για τις σοσιαλιστικές διασυνδέσεις των ηγετών της ΕΜΕΟ είτε για την αντιπαλότητα των γηγενών εξαρχικών δασκάλων με τους εκ Βουλγαρίας συναδέλφους τους). Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για πρωτογενή πηγή απείρως πιο ενδιαφέρουσα από τις συνεκτικές εκλαϊκευτικές αφηγήσεις που επικράτησαν στην ΠΓΔΜ και τη σλαβομακεδονική διασπορά στις επόμενες δεκαετίες.

Συμπληρωματικές προς τα παραπάνω θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι αναμνήσεις απλών κομιτατζήδων που εκδόθηκαν μεταπολεμικά στα Σκόπια, με κεντρικό αντικείμενο τη συμμετοχή των αφηγητών στην εξέγερση του Ιλιντεν. Μολονότι συνδεδεμένες με την επίσημη διαδικασία αναγνώρισης των «παλιών πολεμιστών», και ως εκ τούτου σαφώς ευθυγραμμισμένες με την αντίστοιχη επίσημη ιστοριογραφία, λειτουργούν εξισορροπητικά προς το βουλγαρικό εθνικισμό των παλιότερων εκδόσεων, φωτίζοντας κάποιες άλλες πλευρές της ίδιας ιστορίας.

Πολύ πιο σημαντική πηγή αποτελούν, φυσικά, τα ημερολόγια οπλαρχηγών ή απλών μαχητών, τα οποία γράφτηκαν ταυτόχρονα με τα γεγονότα και όπου αποτυπώνονται με πολύ μεγαλύτερη αυθεντικότητα τα διλήμματα και το κλίμα των ημερών. Ενα περιορισμένο δείγμα τέτοιων υλικών κυκλοφόρησε το 1984 στη Βουλγαρία, ως καθυστερημένη συμβολή στην 80ή επέτειο του Ιλιντεν. Μετά την πολιτική αλλαγή του 1989, αυτού του είδους τα εκδοτικά εγχειρήματα πολλαπλασιάστηκαν, με πρωτοβουλία συνήθως μικρών εθνικιστικών οίκων. Η πιο ενδιαφέρουσα κίνηση, για το ελληνικό ιδίως κοινό, ήταν η έκδοση του ημερολογίου του αρχικομιτατζή της Καστοριάς, Βασίλ Τσακαλάρωφ, το 2001. Οι καθημερινές εγγραφές του καλύπτουν το κρίσιμο διάστημα μιας ολόκληρης διετίας (3.7.1901-30.8.1903), εμπλουτίζοντας και συχνά τροποποιώντας την εικόνα μας για πρόσωπα και πράγματα -η βιογραφία του «πρώτου μακεδονομάχου», καπετάν Κώττα, θα πρέπει λ.χ. να ξαναγραφτεί σε μεγάλο βαθμό. Δυστυχώς, το δημοσιευμένο κείμενο παρουσιάζει σημαντικές περικοπές σε κρίσιμες φάσεις της τοπικής μικροϊστορίας, τις οποίες γνωρίζουμε από άλλες πηγές (όπως η δημόσια αντιπαράθεση σεντραλιστών και βερχοβιστών μπροστά στους οργανωμένους χωρικούς, το Σεπτέμβριο του 1902). Σύμφωνα με την επίσημη εξήγηση, οι επίμαχες σελίδες απλώς απουσιάζουν από το δακτυλογραφημένο αντίγραφο που προοριζόταν να εκδοθεί το 1947, αλλά έμεινε στο συρτάρι λόγω του κλεισίματος του Μακεδονικού Επιστημονικού Ινστιτούτου από το κομμουνιστικό καθεστώς -η εμπειρία μας από το συνήθη εθνικόφρονα χειρισμό παρόμοιων «λεπτών» ζητημάτων μάς καθιστά ωστόσο πολλαπλά επιφυλακτικούς απέναντι σε τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις. Από την άλλη, ως παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται (σε βουλγαρική μετάφραση) τα απομνημονεύματα του Ελληνα μητροπολίτη Καστοριάς, Γερμανού Καραβαγγέλη, με την περιγραφή των ίδιων γεγονότων από τη δική του σκοπιά. Οπως σημειώνουν οι επιμελητές της έκδοσης, είναι η πρώτη φορά που παρόμοιο κείμενο κυκλοφορεί στη γειτονική μας χώρα.

Να υποθέσουμε ότι θα βρεθεί και στην Ελλάδα κάποιος εκδότης με ανάλογο θάρρος, για να σπάσει το αντίστοιχο δικό μας ταμπού;

 

 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

1. Ο Μακεδονικός Αγώνας μετά τα συλλαλητήρια

2. Ο αυθεντικός Μακεδονικός Αγώνας

3. Η εικόνα των ανταποκριτών

(Ελευθεροτυπία, 5/11/2004)

www.iospress.gr