ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ


Τα μυστικά κονδύλια του Μακεδονικού Αγώνα 

1.   2.   3. 

 

Πέντε χρόνια μετά, άγνωστοι παραμένουν οι δημοσιογράφοι που τα άρπαξαν από τη "μαύρη σακούλα" του Σαμαρά για να υμνήσουν τους "νέους μακεδονομάχους". Οσο για τον πρώτο Αγώνα, τον ορίτζιναλ, υπάρχουν ευτυχώς τα αρχεία του ΥΠΕΞ.


Ο ακριβός κάλαμος του κυρίου Παγιαρές

Ηταν 11 Σεπτεμβρίου 1991 όταν, σε ένα τοκ-σόου της ΕΤ-2 για το "σκοπιανό", ο Στέλιος Παπαθεμελής ανακοίνωσε την επικείμενη κυκλοφορία στα ελληνικά ενός βιβλίου που είχε εκδοθεί το 1907 στο Παρίσι με τον τίτλο "L' imbroglio macedonien" ("Η μακεδονική σύγχυση"). Ο συγγραφέας του, κάποιος γάλλος δημοσιογράφος ονόματι Μισέλ Παγιαρές, είχε ζήσει από κοντά το Μακεδονικό Αγώνα των αρχών του αιώνα μας και κατέθετε την πολύτιμη μαρτυρία του για τον ελληνισμό της χώρας και των κατοίκων της. Αναφορές στα κείμενά του συναντά κανείς πολύ συχνά στην εγχώρια σχετική βιβλιογραφία. Προλογίζοντας την ελληνική μετάφραση, που εκδόθηκε τελικά το 1994 με ελαφρά παραλλαγμένο τίτλο ("Η μακεδονική θύελλα. Τα πύρινα χρόνια 1903-1907"), δυο γνωστοί μακεδονολόγοι θα μιλήσουν για τον ιδανικό μάρτυρα μιας ολόκληρης εποχής. "Ο Γάλλος συγγραφέας είναι το τρίτο μάτι που σήμερα θα έπρεπε να προβληματίσει τους σχεδιαστές της γεωπολιτικής εικόνας της περιοχής", εκτιμά ο Στ. Παπαθεμελής. Ακόμα πιο κατηγορηματικός είναι ο Κων/νος Βακαλόπουλος: "Η αντικειμενικότητά του και η περιγραφική συνέπειά του πιστοποιούνται και επαληθεύονται από τη διασταύρωση των πληροφοριών του με τις ειδήσεις των αρχειακών πηγών, τόσο των ελληνικών όσο και των ευρωπαϊκών".
Δεν ξέρουμε σε ποιες ακριβώς "αρχειακές πηγές" κατέφυγε ο γνωστός πανεπιστημιακός για να οδηγηθεί σέ αυτό το διθυραμβικό συμπέρασμα. Από την εξέταση των αρχείων του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, πάντως, προκύπτουν εντελώς άλλα πράγματα: το "αντικειμενικό τρίτο μάτι" του Μακεδονικού Αγώνα δεν ήταν παρά ένας κοινότατος πληρωμένος κονδυλοφόρος -για την ακρίβεια, ο υπ. αριθμόν 1 τακτικός τρόφιμος των ελληνικών μυστικών κονδυλίων! Οσον για την ποιότητα των γραπτών του, οι ίδιοι οι προϊστάμενοί του είχαν τη χειρότερη δυνατή γνώμη... Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 1904 και η διεθνής εικόνα της ελληνικής δραστηριότητας στη Μακεδονία βρίσκεται στο ναδίρ. Στις 4 Απριλίου, ο έλληνας πρέσβης στη γαλλική πρωτεύουσα εισηγείται τη διάθεση ειδικών κονδυλίων για την προβολή των ελληνικών θέσεων από τον τοπικό τύπο και διευκρινίζει ότι ήδη διεξάγονται σχετικές διαπραγματεύσεις με την εφημερίδα Matin. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς αποβιβάζεται στη Θεσσαλονίκη ο Παγιαρές. "Εχω έρθει αποφασισμένος να τα ερευνήσω όλα με τα ίδια μου τα μάτια και να διαμορφώσω γνώμη από τις προσωπικές μου εμπειρίες", γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του (σ.54). Σύμφωνα με την αυτοβιογραφική αυτή εκδοχή, η Μακεδονία υπήρξε για το γάλλο δημοσιογράφο μια πραγματική αποκάλυψη: από θιασώτης της μακεδονικής αυτονομίας, μετατρέπεται σε φανατικό υποστηρικτή των ελληνικών θέσεων αφού δεί από κοντά τις βιαιοπραγίες των κομιτατζήδων. Καθοριστική, δηλώνει, υπήρξε η εμπειρία του από τη σφαγή της οικογένειας του προεστού Τράϊκου Στέργιου στο σλαβόφωνο χωριό Γκράντομπορ (σημερινή Πεντάλοφος Θεσ/νίκης), τον Αύγουστο του 1904: "Ευτυχώς, ο θεός των δημοσιογράφων φρόντισε για την τύχη μου. Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο Γραδεμπόριο (...) Αυτή ακριβώς τη μέρα άρχισα να καταλαβαίνω όλο το δράμα" (σ.97). Υποστηρίζει μάλιστα πως το γεγονός αυτό του προκάλεσε συνειδησιακή κρίση: "Φυσικά ήταν οδυνηρό να διαπιστώσω πως οι κομιτατζήδες κάθε άλλο παρά μάρτυρες και ήρωες ήταν, όπως τους είχε εξυψώσει και δοξάσει η γεμάτη άγνοια πένα μου (...) Αλλά ήταν καθήκον μου να τους καταγγείλω και να τους στιγματίσω" (σ.211).
Η πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τα αρχεία του ΥΠΕΞ, είναι αρκετά διαφορετική. Η στράτευση του γάλλου δημοσιογράφου στην ελληνική υπόθεση υπήρξε μια επιλογή εντελώς ανεξάρτητη από το γεγονός που υποτίθεται πως την προκάλεσε. Ηδη από τις 28 Ιουνίου, η Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών φρόντιζε να ενημερώσει σχετικά το προξενείο Θεσσαλονίκης: "Εις Μακεδονίαν ανέρχονται δαπάναις της Κυβερνήσεως ο κ. Laffon, άλλοτε πρόξενος της Γαλλίας & ο γαμβρός αυτού κ. Paillares, ίνα μελετήσωσι τον τόπον και αποστείλωσιν εκείθεν ανταποκρίσεις ευνοϊκάς ημίν εις γαλλικά φύλλα. Εις αμφοτέρους τούτους θέλετε παράσχει την συνδρομήν υμών εφόσον αύτη, εννοείται, σχετίζεται προς τον σκοπόν της αποστολής των" (Εν Αθήναις 28.6.04, αρ.εμπ.πρωτ.2273). Δυο μήνες αργότερα, έρχεται η σειρά του προξένου Λάμπρου Κορομηλά να εισηγηθεί τη μονιμότερη αξιοποίηση του Παγιαρές: "Η φωνή αυτού εγειρομένη από των στηλών του Γαλλικού τύπου και υπερμαχούσα εντόνως των ημετέρων δικαίων δύναται ν' αποβή ημίν λίαν χρήσιμος. Ο κ. Παγιαρές έχει όλα τα προσόντα ίνα καταστή ειδικός εν τη διαχειρίσει του Μακεδονικού ζητήματος. Ζωηρός δε τον χαρακτήρα και φιλοπονώτατος, δύναται χειραγωγούμενος υφ' ημών να γράφη εν Παρισίοις διαμένων ου μόνον εν τη Lanterne αλλά και εις άλλα φύλλα της Γαλλικής πρωτευούσης" (Εν Θεσ/νίκη 26.8.1904, αρ.493 εμπ.). Δέκα μέρες μετά, ακολουθεί λεπτομερέστερη ανάλυση: "Η γνώμη μου είνε ότι ο κ. Παγιαρές θ' αποβή ημίν πολύτιμος, όχι μόνον διότι είνε ευφυής και δεξιός τον κάλαμον, αλλά και διότι πάντως θ' αναμιχθή βραδύτερον εις την πολιτικήν (...) Φρονώ ότι εάν δαπανήσωμεν υπέρ αυτού 12 ή 14.000 φράγκων επί δύο έτη, αποκτήση δ' ούτω δι' ημών ανεγνωρισμένην και λίαν συμφέρουσαν δι' αυτόν ειδικότητα εν τω Μακεδονικώ και Ανατολικώ ζητήματι, θα έχωμεν εις το μέλλον άνευ άλλης δαπάνης ικανόν και πρόθυμον των ελληνικών δικαίων υπέρμαχον". Η δουλειά έχει ήδη κλείσει: "Τον είχον παρακαλέσει, ανεξαρτήτως πάσης περαιτέρω μετά του Υπουργείου συνεννοήσεως, να επανέλθη ενταύθα μόνος επί ένα και ήμισυν τουλάχιστον μήνα, ορίσας μάλιστα και την αμοιβήν του διά το βραχύ τούτο διάστημα εις 1.000 φράγκα συν πάσι τοις οδοιπορικοίς του εξόδοις" (Εν Θεσ/νίκη 6.9.04, αρ.εμπ.πρωτ.506). Τις ίδιες περίπου μέρες ο Παγιαρές κλείνει και δεύτερη δουλειά, απευθείας με την Αθήνα. Η πολυσχιδής του δραστηριότητα προκαλεί ένα γραφειοκρατικό μπέρδεμα στις αρμόδιες υπηρεσίες: "Ως προς τα καταβληθέντα εις τον κ. Paillares 1.000 φράγκα", ρωτάει στα μέσα Οκτωβρίου τη Θεσσαλονίκη ο Υπουργός Αθως Ρωμάνος, "σας παρακαλούμεν να χορηγήσετε ημίν την πληροφορίαν εάν ταύτα παριστώσιν πρόσθετον αμοιβήν των τελευταίων εν Μακεδονία υπηρεσιών του ή εδόθησαν εν μέρει μεν δι' αυτάς, εν μέρει δε δια λογαριασμόν της νέας αυτού υπηρεσίας" (Αθήνησι 15.10.04, αρ.εμπ.πρωτ.3293).
Για τα επόμενα βήματα του τροφίμου των μυστικών κονδυλίων, διαθέτουμε πλούσιες πληροφορίες από διάφορες πηγές. Το Νοέμβριο του 1904 επισκέπτεται το Νευροκόπι, υπό την ιδιότητα του ανταποκριτή της Matin (Αθαν. Καραθανάσης "Ο Ελληνισμός και η Μητρόπολη Νευροκοπίου κατά τον Μακεδονικό Αγώνα", Θεσ/νίκη 1991, σ.64). Συνήθως όμως εμφανίζεται ως ανταποκριτής της Lanterne, καθώς "δεν έχει το μέσον να γράφη εις ουδεμίαν σπουδαιοτέραν εφημερίδαν" (πρεσβεία Παρισιού προς Αθήνα, 26.1.1907, αριθ.1071). Το Νοέμβριο του 1905 είναι ένας από τους δυο παραλήπτες του Μνημονίου της ΕΜΕΟ που αγοράζει για υπηρεσιακές ανάγκες το ελληνικό ΥΠΕΞ (Θεοτόκης προς ΥΠΕΞ, Σόφια 8.11.05, αρ. 1315). Το 1906 το όνομά του φιγουράρει σε τακτική βάση στους πίνακες "δημοσιογραφικών δαπανών" τόσο του Προξενείου Θεσ/νίκης όσο και της πρεσβείας στο Παρίσι, που του καταβάλει μηναίο μισθό 600 φράγκων. Αμοιβή εισπράττει και για τη συγγραφή του βιβλίου του: στις 4 Ιανουαρίου 1906 ο Κορομηλάς του στέλνει γι' αυτό το λόγο 5.000 χρυσά φράγκα με επιταγή της Τράπεζας Μυτιλήνης ("Πίναξ πληρωμών γενομένων υπό του εν Θεσσαλονίκη Γενικού Προξενείου δι' απροβλέπτους εθνικάς ανάγκας", 20.1.1906). Μετά την έκδοσή του, το βιβλίο διανέμεται μέσω του ελληνικού διπλωματικού μηχανισμού (Προξενείο Σερβίων προς ΥΠΕΞ, Ελασσώνα 8.2.1908, αρ.58). Παρόλες τις δαπάνες, ωστόσο, η εκτίμηση των αρμοδίων για την απόδοση της επένδυσής τους παραμένει αρκετά χαμηλή, όπως διαφαίνεται από τις οδηγίες του Κορομηλά για τη στρατολόγηση κάποιου άλλου δημοσιογράφου: "Είνε συμφέρον, απολύτως συμφέρον, ίνα άι ανταποκρίσεις του μη ώσιν άκρως φιλελληνικαί ως άι του Παγιαρές. Διότι ούτω όχι μόνον δεν θα εμποιήσωσι την δέουσαν εντύπωσιν, αλλ' ίσως ούτε θ' αναγνωσθώσι, ίσως ούτε δημοσιευθώσι" (Θεσ/νίκη 18.1.1906, αρ.51).

Τι έχει απομείνει απ' όλα αυτά; Τα πληρωμένα ρεπορτάζ του γάλλου ανταποκριτή ανακυκλώνονται μέχρι σήμερα στην εγχώρια βιβλιογραφία, σαν τονωτική ένεση για το εθνικό ηθικό. Στην ίδια του την πατρίδα, πάντως, ο Παγιαρές είναι άγνωστος, όπως αποδεικνύει η απουσία του ονόματός του από όλα ανεξαίρετα τα βιογραφικά κι εγκυκλοπαιδικά λεξικά στα οποία ανατρέξαμε. Δεν είμαστε έτσι σε θέση να γνωρίζουμε ούτε καν τη χρονιά του θανάτου του. Το μόνο βέβαιο είναι πως συνέχισε τις προσοδοφόρες εκδουλεύσεις του. "Τον Paillares είδον πάλιν κατά τους πολέμους 1912-13, ότε επεσκέφθη το Γενικόν Επιτελείον", γράφει στα απομνημονεύματά του ο παλιός του γνώριμος, μακεδονομάχος Κων/νος Μαζαράκης. "Ως Ταγματάρχης τότε τον εισήγαγον εις τον Διάδοχον". Το 1922 θα εκδόσει ένα βιβλίο για τη Μικρασία ("Le kemalisme devant les Allies", Παρίσι-Κων/λη 1922, εκδ. Le Bosphore). Χωρίς να έχουμε εντρυφήσει στους σχετικούς φακέλους, μπορούμε να φανταστούμε τη διαδικασία της παραγωγής του...


(Ελευθεροτυπία, 22/2/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ