ΦΟΥΣΚΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ


1.   2.   3.

 

Η προϊστορία μιας νόμιμης ληστείας


Η τρέχουσα μυθολογία εμφανίζει συνήθως το χρηματιστήριο ως ένα θεσμό σύγχρονο, που ανθεί στις μεταμοντέρνες κοινωνίες και τις ακολουθεί στην ωρίμανσή τους. Τίποτε αναληθέστερο: το χρηματιστήριο έχει τη δική του πολυκύμαντη ιστορία που έχει αφήσει βαθιά τα ίχνη της σε αντιλήψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Γιατί, όσο κι αν η σημερινή Γουόλ Στριτ ή ακόμη και η Σοφοκλέους δεν θυμίζουν και πολύ τις κεφαλαιαγορές του 19ου αιώνα, η σχέση των μικροεπενδυτών με τον τζόγο, με άλλα λόγια το αγχώδες κυνήγι του κέρδους και η απόγνωση της οικονομικής καταστροφής, δεν μοιάζει να έχει αλλάξει ιδιαίτερα από γενέσεως χρηματιστηρίων. Χαρακτηριστική είναι από την άποψη αυτή η αναφορά στην Μπόρσα της Κωνσταντινούπολης του 1880 που συναντούμε στις σελίδες του μυθιστορήματος της Καλλιρρόης Παρρέν "Η Χειραφετημένη" (1900):

Ένα τρισάθλιο ψηλό κτίριο με σιδερένιες εσωτερικές σκάλες στο κέντρο μιας στοάς με στενά κι ανήλιαγα γραφεία στέγαζε το χρηματιστήριο της Πόλης τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Παρά την ταπεινή ωστόσο όψη του, το κτίριο αυτό είχε κατά την Παρρέν μια ιστορία πολύ πιο τραγική και από την ίδια τη βενετσιάνικη Γέφυρα των Στεναγμών, καθώς στην Μπόρσα εκατοντάδες άνθρωποι καταδικάζονταν αυτοβούλως σε έναν αργό και βασανιστικό ψυχικό θάνατο. Και καλά οι πλούσιοι που σπανίως έβγαιναν από το χρηματιστήριο κατεστραμμένοι οικονομικά. Αυτοί γύρευαν εκεί τις συγκινήσεις που κάποτε τους χάριζε η χαρτοπαιξία. "Εάν εις τα εκατομμύριά των προστεθούν και άλλα εκατομμύρια, τόσον το καλύτερον", σημειώνει η συγγραφέας. "Εάν αφαιρεθούν, μικρόν κακόν. Θα έχουν συγκινηθή όμως, θα έχουν ζήσει, θα έχουν παλαίσει, θα έχουν αισθανθή όλην την κλίμακα της αμφιβολίας και της στενοχωρίας και του φόβου, αυτοί οι οποίοι μόνον ευκολίας και ευτυχίας και ακινδύνους κατακτήσεις είχαν εις την ζωήν των". Ούτως ή άλλως, οι πλούσιοι έχουν πάντα τον τρόπο "να είναι ενήμεροι εις τας επικειμένας μεταβολάς των αξιών και να ειμπορούν να αγοράζουν και να πωλούν συγχρόνως διάφορα χαρτιά, ώστε εάν χάσουν από το εν να κερδίζουν από το άλλο".

Τι γίνεται, όμως με τους άλλους, εκείνους που ρισκάρουν τα πάντα για το άπιαστο όνειρο; Στο σημείο αυτό, η Παρρέν εκφράζει όλη της την απέχθεια για τις επιπτώσεις του χρηματιστηριακού τζόγου στις ζωές των αφελών κυνηγών του άκοπου κέρδους: "Αλλ' η μεσαία τάξις, η κατηγορία των οικογενειαρχών, οι οποίοι τας οικονομίας των, τας κερδισθείσας μετά πολλών ετών θυσίας και κόπους έρχονται να διακυβεύσουν εκεί, καταλαμβανόμενοι αίφνης από το πάθος, από την μανίαν του ευκόλου πλουτισμού, αυτοί είναι οι μάρτυρες της χρηματιστηριακής ζωής. Αυτοί βλέπουν τα παιδιά των να στερούνται το ψωμί, να μένουν ημίγυμνα και ανυπόδητα, ως βλέπουν τας γυναίκας των, εάν είναι νέαι και ευειδείς, να εκπίπτουν κάθε ημέραν και ανά μίαν βαθμίδα περισσότερον, να χάνουν τον δρόμον της τιμής και τον δρόμον της αρετής διά να καλύψουν τα κενά, και να κρατήσουν εις τον κόσμον την θέσιν, την οποίαν είχαν και πριν. Και τόσον καταλαμβάνονται από το πάθος το τυφλόν του παιγνίου, ώστε υπάρχουν άνθρωποι τίμιοι μέχρι της χθες, οι οποίοι κλείουν τους οφθαλμούς προ των παρουσιαζομένων φίλων και προστατών της συζύγου και των θυγατέρων, αρκεί αυταί και εκείνοι να δίδουν από καιρού εις καιρόν ποσόν τι εις τον ατυχή παράφρονα, το οποίον θα παίξη και πάλιν".

Δεν είναι, όμως, μόνον οι άνδρες που μετατρέπονται σε παράφρονες όταν καταλαμβάνονται από το "τυφλόν πάθος του παιγνίου". "Βαθμηδόν και κατ' ολίγον", συνεχίζει η παρατηρητική συγγραφέας, "η τεραστία αυτή μηχανή, η οποία κινείται διά χρυσών τροχών και εξατμίζει ωκεανούς όλους του πολυτίμου μετάλλου εις αέρα, η οποία έχει την δύναμιν να κλείη και πάλιν τον αέρα αυτόν εις ασκούς χρυσούς και να τον μεταβάλη εις σωρείας απαστραπτόντων νομισμάτων, ο τροχός αυτός του μαρτυρίου, ον επενόησεν η νομιμοποιηθείσα ληστεία των μεγάλων πόλεων, βαθμηδόν και κατ' ολίγον παρέσυρεν εις την ιλιγγιώδη κίνησίν της, εις την αμαρτωλήν τροχιάν της, και τας γυναίκας". (Εκδόσεις Εκάτη 1999, σ. 181-183).


Πανούκλα και limit down


Όσοι έχουν την αίσθηση ότι ανακάλυψαν την Αμερική μέσα από το χρηματιστηριακό τζόγο των τελευταίων χρόνων, καλό θα ήταν ν' ανατρέξουν στις αρχές του αιώνα που μας πέρασε για να διαπιστώσουν πόσο "καινούριο" είναι το φαινόμενο που μέχρι πριν από μερικούς μήνες μας πλασάριζαν σαν το απαύγασμα της νέας οικονομικής σκέψης. Δεν χρειάζεται να φτάσουν μέχρι το Λένιν και τις αναλύσεις του για τις "αρπαχτές" των μεγαλομετόχων και το ξεζούμισμα των αφελών (όπως πάντα) μικρό-"επενδυτών". Αρκεί το ξεφύλλισμα του πρώτου φύλλου της σοβαρότερης (τότε) αθηναϊκής εφημερίδας που είδε το φως της ημέρας στον εικοστό αιώνα. Μιλάμε για την "Ακρόπολη" της 1ης Ιανουαρίου 1901 (ναι, οι πρόγονοί μας δεν βιάστηκαν, γιόρτασαν την αλλαγή εκατονταετίας στη σωστή ημερομηνία): δίπλα στην πυρκαγιά που αποτέφρωσε ένα σπίτι και μερικά μαγαζιά στην οδό Ερμού, τρομοκρατώντας την πρωτεύουσα των 100.000 κατοίκων, και τα -τρόπον τινά- φιλοσοφημένα σχόλια για κάποιο οικογενειακό δικαστικό δράμα, η κυριότερη είδηση της ημέρας (για την ακρίβεια, της εβδομάδας) αφορά ακριβώς τα σκαμπανεβάσματα του δείκτη των μετοχών στο ΧΑΑ! Αν μάλιστα εξαιρέσουμε τις γλωσσικές διατυπώσεις (καθαρεύουσα, γαρ), η όλη περιγραφή θα μπορούσε άνετα να αναφέρεται στα καθ' ημάς limit down. Το σενάριο έχει απ' όλα: "αιτίες" της πτώσης με μάλλον απροσδιόριστο τον αιτιώδη σύνδεσμο που οδήγησε στο αποτέλεσμα (γιορτινό κλίμα, πληροφορίες περί πανούκλας στην Κωνσταντινούπολη...), blue chips (αθάνατη "Εθνική"!), παιχνίδια με τη μαζική εισροή κεφαλαίων, ακόμη και τα απαραίτητα "παπαγαλάκια" που σπεκουλάρουν -διά του Τύπου, ως συνήθως- στις παραπέρα εξελίξεις. Έχουμε και λέμε, λοιπόν, πριν από έναν αιώνα παρά κάτι ψιλά:


"Χρηματιστήριον (Εβδομαδιαία επιθεώρησις)

Αι εορταί αφ' ενός αφ' ετέρου δε η είδησις περί του κρούσματος πανώλους εν Κωνσταντινουπόλει αρκούντως επηρέασαν επί της αγοράς μας την οποίαν εύρον ασθενή και βεβαρημένην, και ούτως επέφερον υποτίμησιν των τιμών των αξιών, και προ πάντων των μετοχών της Εθνικής Τραπέζης αίτινες δικαίως θεωρούνται το βαρόμετρον της χρηματιστικής αγοράς μας.

Ένεκα των ως είρηται αιτιών, άι Μετοχαί της Εθνικής Τραπέζης κατήλθον μέχρι των δρ. 3.970, την υποτίμησίν των όμως ταύτην ανέστειλεν η είδησις του μερίσματος εκ δρ. 80, και ως εκ τούτου ανήλθον πάλιν άι μετοχαί αύται εις δρ 4.000 και έκλεισαν εις τας δρ. 3.990. Αι Μετοχαί της Τραπέζης Αθηνών περιεστρέφοντο περί τας δρ. 192 και 194 1/2 και της Βιομηχανικής Τραπέζης περί τας 67 1/2 και 69, άι του Σιδηροδρόμου Πειραιώς - Πελοποννήσου περί τας δρ. 42-43 και άι Μετοχαί της εταιρείας Δημοσίων και Δημοτικών Έργων έκλεισαν εις τας δρ. 56 με τάσιν μεγαλειτέρας υποτιμήσεως.

Το συνάλλαγμα εξακολουθεί διατηρημένον τιμωμένου του φράγκου όψεως επί Παρισίων δρ. 1,69 1/2 και της λίρας Αγγλίας δρ. 42,60. Μολονότι δε εδοκίμασε Τράπεζά τις ενταύθα να επιφέρη την υποτίμησιν του Συναλλάγματος πωλήσασα περί τας 40.000 περί τας δρ. 1,68 1/2 και 1,69. Εν τούτοις ουδέν κατώρθωσε, καθότι ολόκληρον το ποσόν τούτο αμέσως ηγοράσθη, η δε τιμή του Συναλλάγματος έκλεισε με αρκετήν ζωηρότητα εις τας δρ. 1,69 1/2".

(Ελευθεροτυπία, 14/5/2000)

 

www.iospress.gr                                    ΠΡΩΤΟ  ΜΕΡΟΣ -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ