ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ 1900-1943

1.   2.   3.


Η αδύνατη αποκατάσταση


Η θέση που επιφύλαξε η κομματική ιστοριογραφία στον Παντελή Πουλιόπουλο είναι λίγο πολύ η αναμενόμενη: ελάχιστες παραμένουν οι αναφορές στην πρώτη περίοδο της δράσης του και σχεδόν αόρατη η παρουσία του στην κορυφή του ΚΚΕ. Η διαδρομή του συρρικνώνεται έτσι στην εποχή της "εξωκομματικής" του δραστηριότητας, οπότε, ως "αρχηγός του λικβινταρισμού", ο πρώην γραμματέας του ΚΚΕ καταγγέλλεται ευθέως ως ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς του κόμματος, υπεύθυνος για κάμποσα από τα δεινά του. Είναι προφανές ότι στην απλουστευτική αυτή αφήγηση, σύμφωνα με την οποία η πορεία του κόμματος γίνεται αντιληπτή ως μια συνεχής πάλη του "καλού" με το "κακό", ο ρόλος που έχει ανατεθεί στον Παντελή Πουλιόπουλο δεν αντέχει τις αποχρώσεις: αποσιωπούνται οι πρωτότυπες αναλύσεις του για κεντρικά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας και αποκρύπτεται συστηματικά το ηρωικό του τέλος.

Διαφορετική είναι η εικόνα που θα συναντήσουμε στα κείμενα των συγχρόνων του. Ας μη μας ξεγελάσει η ποικιλία των προσεγγίσεων, είτε πρόκειται για την ψύχραιμη στάση των παλιών συντρόφων του Αβραάμ Μπεναρόγια ("Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου", σ. 183) και Γιάνη Κορδάτου ("Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας", τ. 5ος, σ. 618), είτε για το σκληρό λεξιλόγιο που υιοθέτησαν εναντίον του οι κατά καιρούς πολιτικοί του αντίπαλοι. Αν, για παράδειγμα, ο Δημήτρης Πουρνάρας ειρωνευόταν τον Πουλιόπουλο ως "διλετάντη του κομμουνισμού" ("Κοινωνική Έρευνα", Μάιος 1932), κι αν ο Γιάννης Ζεύγος τον αποκαλούσε "δικολάβο της αντίδρασης" ("Γιατί η επανάσταση στην Ελλάδα θ' αρχίσει σαν αστικοδημοκρατική", 1934), οι χαρακτηρισμοί αυτοί πρέπει να γίνουν αντιληπτοί ως τρέχον την εποχή εκείνη στοιχείο της πολεμικής που κάθε μερίδα της αριστεράς ασκούσε στις υπόλοιπες.

Η υποτίμηση του έργου και της διαδρομής του Παντελή Πουλιόπουλου πρέπει έτσι να αναζητηθεί στις πρώτες απόπειρες για τη συγκρότηση μιας συνεκτικής ιστορίας του κόμματος, στην οποία δεν θα είχαν θέση οι εκάστοτε "διαφωνούντες". Όταν τον Οκτώβριο του 1951 αποφασίζεται η συγγραφή ενός χρονικού του ΚΚΕ βασισμένου στις "Θέσεις για την ιστορία του ΚΚΕ" του Νίκου Ζαχαριάδη, το σχήμα είναι ήδη καθορισμένο: η περίοδος πριν από την Εκκληση της Διεθνούς (1931) και την τοποθέτηση του Ζαχαριάδη στη γραμματεία του κόμματος αντιμετωπίζεται ως φάση αλλεπάλληλων κρίσεων και η πολιτική του Πουλιόπουλου ως σύμπτωμα της νοσηρής αυτής προϊστορίας ("Βοήθημα για την ιστορία του ΚΚΕ", Εκδόσεις του Λαού 1975).

Τα μεταγενέστερα, μεταζαχαριαδικά, κομματικά χρονικά δεν θα ανέτρεπαν τους όρους της προσέγγισης. Με μια σημαντική, ωστόσο, διαφορά: Η "αναβάθμιση" του Τρίτου Έκτακτου Συνεδρίου του ΣΕΚΕ (Κ) στην πρόσφατη ιστοριογραφική παραγωγή προκαλεί την εύλογη αμηχανία των κομματικών ιστορικών. Το συνέδριο αυτό (26/11 – 3/12 1924) θεωρείται πλέον "ορόσημο" στην ιστορία του κόμματος, καθώς σε αυτό το ΣΕΚΕ "μετατράπηκε σε κόμμα νέου τύπου" και μετονομάστηκε σε κομμουνιστικό. Πρόκειται βέβαια για το συνέδριο που ανέδειξε τον Πουλιόπουλο σε γραμματέα του κόμματος. Το αποτέλεσμα είναι μάλλον κωμικό: στον πρόλογο της έκδοσης των Πρακτικών του συνεδρίου (1991), το Ιστορικό Τμήμα της ΚΕ δεν θεωρεί σκόπιμο να κατονομάσει τον γραμματέα που εξέλεξε το κατά τα λοιπά τόσο σημαντικό κομματικό σώμα.

Περισσότερο εύγλωττες, οι "ημιεπίσημες" ιστορίες του κόμματος διαθέτουν την άνεση να εκφράσουν ρητά την απέχθειά τους προς το "δυσεξήγητο φαινόμενο Πουλιόπουλου". Αφού προτάσσει ένα σύντομο ιστορικό της δράσης του, ο Γιώργης Κατσούλης υπογραμμίζει τη σπάνια μαρξιστική και νομική παιδεία του Πουλιόπουλου και καταλήγει: "Ο άνθρωπος αυτός έκανε τόσο μεγάλο κακό στο Κόμμα ακριβώς λόγω της έντονης προσωπικότητάς του" ("Ιστορία του ΚΚΕ", τ. 2ος, σ. 193). Με την προσέγγιση αυτή διαφωνεί ο Αλέκος Κουτσούκαλης, υποστηρίζοντας πως "ο Πουλιόπουλος δεν έκανε κακό στο Κόμμα 'λόγω της έντονης προσωπικότητάς του', αλλά λόγω του έντονου μικροαστισμού του" ("Η πρώτη δεκαετία του ΚΚΕ", σ. 178-9). Ούτε, όμως, τα ιστορικά στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς στάθηκαν ικανά να υπερβούν τις παραδοσιακές αγκυλώσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Αντώνης Φλούντζης, ο οποίος στο βιβλίο του για το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του '20 αναφέρει τον Πουλιόπουλο ως "ζωντανό αρνητικό παράδειγμα" (σ. 245), θέση που επεξηγεί στο έργο του για την Ακροναυπλία: "Δεν αρκεί να είναι κανείς καταρτισμένος θεωρητικά. Πρέπει να μπορεί να εφαρμόζει και στην πράξη τη θεωρία. Αλλιώς δεν αξίζει τίποτε για το λαϊκό κίνημα. Αυτό έπαθε και ο Π. Πουλιόπουλος" (σ. 217).# 

Υπάρχουν, ασφαλώς, και οι εξαιρέσεις, μόνον που αυτές ας μην αναζητηθούν στο πεδίο της κομματικής ιστοριογραφίας. Να μείνουμε σε δύο θετικές αποτιμήσεις του έργου του Π. Πουλιόπουλου που, εμμέσως πλην σαφώς, αμφισβητούν τις κυρίαρχες σε βάρος του προκαταλήψεις. Η πρώτη, του Κώστα Βεργόπουλου, εξαίρει την προδρομική για την εποχή της προσέγγιση του ελληνικού καπιταλισμού που επιχειρήθηκε από τον κομμουνιστή ηγέτη ("Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα", 1975, σ. 351-4). Η δεύτερη, του Νίκου Αλιβιζάτου, με αφορμή μια σημαντική κριτική του (νομικού) Πουλιόπουλου στο βενιζελικό "ιδιώνυμο", προτείνει στην ουσία ένα κλειδί για μια γόνιμη ανάγνωση των κειμένων του: τα άμεσα συμπεράσματα, απόρροια της συγκεκριμένης πολιτικής ένταξης του Πουλιόπουλου, δεν πρέπει να μας παρασύρουν στην ακύρωση της εξαιρετικής ανάλυσης που προηγήθηκε ("Ένας κομμουνιστής νομικός για την πρώτη νομοθετική εμφάνιση του όρου 'κρατούν κοινωνικό σύστημα'", ανάτυπο, Αθήνα 1984).


Από την Ακροναυπλία στο Νεζερό 


Με τη δικτατορία του Μεταξά ο Πουλιόπουλος πέρασε στην παρανομία. Άλλαξε διάφορες "γιάφκες" και ως τη σύλληψή του (18/8/1938) δούλευε για την έκδοση της εφημερίδας "Προλετάριος". Μετά αρχίζει ο Γολγοθάς ως την εκτέλεσή του στις 6 Ιουνίου 1943. Πρώτα στις φυλακές Αβέρωφ και της Αίγινας, και μετά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστών της Ακροναυπλίας. Τις άθλιες συνθήκες κράτησης και τις απειλές εναντίον των αγωνιστών, εκεί, συμπλήρωναν οι εσωτερικές διακρίσεις που επέβαλε η "ορθόδοξη" ηγεσία της Ακροναυπλίας εναντίον των τροτσκιστών και των αρχειομαρξιστών.

Τον Απρίλιο του 1941 η ελληνική κυβέρνηση παρέδωσε τους πολιτικούς κρατούμενους στους εισβολείς. Ο Πουλιόπουλος είχε διακρίνει δρόμο διαφυγής και τον είχε προτείνει στους 600 συγκρατουμένους του, αλλά οι ηγέτες του ΚΚΕ στη φυλακή δεν ήθελαν περιπέτειες. Ο Βασ. Γιαννόγκωνας θυμάται: "Η Ακροναυπλία παραδόθηκε στους νέους καταχτητές. Κι όμως μπορούσαμε, να έχουμε γλιτώσει τόσα θύματα (...) Η απόδρασή μας είχε συζητηθεί κι είχε παρθεί απόφαση πόσους και ποιους θα πάρει το κάθε στέλεχος και την τελευταία νύχτα ο Ιωαννίδης τα ματαίωσε όλα (...) Ο Παντελής Πουλιόπουλος είχε αναφανδόν υποστηρίξει την άποψη της δραπέτευσης, αλλά μάταια." ("Ακροναυπλία", εκδ. Δίφρος, 1963). 

Τον Μάρτιο του 1942 ο Πουλιόπουλος μεταφέρεται στο Δημοτικό Νοσοκομείο της Αθήνας με φυματίωση. Ύστερα, στις φυλακές Αβέρωφ και μετά από δυό μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας. Σε μια από τις μεταφορές του ζητά από τον χωροφύλακα που τον συνοδεύει να περάσει για λίγο από τα Εξάρχεια να δει τη γυναίκα του. "Εκεί υπάρχει δυνατότητα να δραπετεύσει", σημειώνει ο Δ. Λιβιεράτος. Οι σύντροφοί του του λένε να πηδήξει από το παράθυρο. Όμως, "αρνήθηκε, λέγοντας ότι θα την πλήρωνε ο χωροφύλακας και αυτό δεν μπορούσε να το ανεχτεί η συνείδησή του". 

Το φθινόπωρο του 1942 που φτάνει ο Πουλιόπουλος στη Λάρισα, οι κρατούμενοι εκεί είναι κοντά 3.000 και όλοι ξέρουν ότι είναι μελλοθάνατοι (ήδη οι κατοχικές δυνάμεις είχαν αρχίσει τα αντίποινα). Ο ΕΛΑΣ στις 2/6/1943 ανατινάζει ιταλική αμαξοστοιχία, στη σήραγγα του Κούρνοβου, και ο Πουλιόπουλος μαζί με 105 άλλους συγκρατούμενους αγωνιστές οδηγείται στο απόσπασμα. Κοντά στο Δομοκό, στο Νεζερό, η τραγωδία φτάνει στο τέλος της. "Τους παρατάσσουν για εκτέλεση. Στρατιώτες Ιταλοί, πιο φοβισμένοι από τους μελλοθάνατους, απέναντί τους. Ο Παντελής, μέχρι την τελευταία στιγμή αγωνίζεται για τη ζωή, για τη δική του και των συντρόφων του. Μιλάει δυνατά στους Ιταλούς στρατιώτες στη γλώσσα τους (...) Οι διηγήσεις Ιταλών και δικών μας λένε ότι οι στρατιώτες αρνήθηκαν να χτυπήσουν. Τότε ο αξιωματικός σκοτώνει τον Παντελή. Γύρω του βρίσκονται οι τέσσερις σύντροφοι και όλοι οι άλλοι μαζί. Τότε κροταλίζουν τα πολυβόλα". (Δ. Λιβιεράτος). Ορισμένες μαρτυρίες λένε ότι οι σοροί του Πουλιόπουλου και των λίγων ομοϊδεατών του ξεχωρίστηκαν και θάφτηκαν αργότερα - όχι με πρωτοβουλία των κατακτητών. Ο Γ. Δαλαβάγγας, κρατούμενος εκείνη την εποχή στις φυλακές Καλλιθέας, βεβαιώνει ότι την είδηση του τουφεκισμού του Πουλιόπουλου την άκουσαν με ενθουσιασμό "τα σταλινικά καθάρματα" - κρατούμενοι κι αυτοί των φασιστών! ("Ενότητα", 1998).

(Ελευθεροτυπία, 21/5/2000)

 

www.iospress.gr                                    ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ