ΓΚΕΪ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ

1.   2.   3.


Κάτω από την κελεμπία του Ιμπν Σαούντ


Είναι άδικο να ψέγουμε την τηλεόραση και το κυνήγι της τηλεθέασης για τον ροζ κασετοπόλεμο που έχει ενσκήψει τελευταία. Οι άνθρωποι του Τύπου έχουν δείξει εγκαίρως το δρόμο και ο μόνος λόγος που σήμερα οι εφημερίδες έρχονται δεύτερες είναι ότι το σκάνδαλο θέλει ήχο και εικόνα. Μάλλον στο είδος της δημοσιογραφίας (έντυπης ή ηλεκτρονικής) που έχει κυριαρχήσει εδώ και αρκετές δεκαετίες θα 'πρεπε να αναζητήσουμε τους λόγους που επικράτησε τόσο εύκολα αυτή η «ομοφοβική» σκανδαλοθηρία. Άλλωστε οι θεράποντες αυτής της δημοσιογραφίας διδάσκουν σήμερα στις περισσότερες σχολές το «ρεπορτάζ», όταν δεν είναι οι ίδιοι ιδιοκτήτες σχολών ρεπορτάζ.

Η απόδειξη του ισχυρισμού μας είναι απτή. Πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια δημοσιευόταν μια ιστορία που έχει εξόφθαλμες ομοιότητες με την πρόσφατη δημοσιογραφική επιτυχία του κ. Τριανταφυλλόπουλου. Και πάλι επρόκειτο για την εξομολόγηση ενός νεαρού φυλακισμένου, ο οποίος εμφανιζόταν ότι είχε συνάψει ομοφυλοφιλικές σχέσεις με τη μισή Αθήνα. Και πάλι εμπλεκόταν ο πολιτικός κόσμος (έτσι συλλήβδην) σε ακατονόμαστα όργια. Και πάλι τα πρόσωπα των εμπλεκομένων φωτογραφίζονταν έτσι ώστε όλοι οι αναγνώστες να «υποψιαστούν» τους ήρωες της αφήγησης, χωρίς όμως οι ίδιοι να κατονομάζονται. Όπως εξηγούσε ο συντάκτης: «Εγώ απάλειψα τα ονόματά τους και άφησα τις ιδιότητές τους. Τι σημασία έχει το επώνυμο; Τίποτε. Μόνο που δίνει την ευκαιρία στο Σύστημα να καθίσει στο σκαμνί, όποιον τολμήσει να ξεσκεπάσει τα επώνυμά τους, που το στεριώνουν.» 

Συγγραφέας του ρεπορτάζ με τον τίτλο «Μαστίγωμα» ήταν ο πρύτανης του (ελεύθερου, αστυνομικού και δικαστικού) ρεπορτάζ στην Ελλάδα Σπύρος Καρατζαφέρης. Το κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ναρκωτικά» (εκδόσεις «Κάκτος», 1982), αν και έχει ελάχιστη σχέση με το θέμα του τίτλου. Το μόνο πραγματικό «έγκλημα» που περιγράφεται στην αφήγηση αυτή είναι και πάλι η ομοφυλοφιλία.

Τα πρόσωπα που παρελαύνουν από την εξιστόρηση των ερωτικών περιπετειών του φυλακισμένου είναι ο Σωτήρης (ένας «οδηγός υπουργού»), ένας εισαγγελέας («μόνο εισαγγελέα δεν είχα πάρει μέχρι τότε, τον πήρα κι αυτόν και ησύχασα»), ο κ. Κώστας (ο οποίος του σύστησε και υπουργούς, στρατηγούς, δημάρχους), ο κ. Λάμπρος, ένας Μητροπολίτης, ο υποδιοικητής της Σχολής Εμποροπλοιάρχων, ο κ. Μπάμπης (που έμενε στην πλατεία Κολωνακίου και «είχε καράβια»), ο κ. Παύλος (που «τότε ήταν υπουργός»), ο κ. Σοφοκλής (που «είχε πριαπισμό»), ο δικηγόρος κ. Γιώργος («μέγας σοδομιστής»), ο κ. Οδυσσέας (πρόεδρος της «Παραψυχολογικής Εταιρείας» που «στη συνέχεια έκανε εγχείρηση και έγινε Οντι»).

Φυσικά δεν λείπει και ολίγον Άγιον Όρος. Στη μονή Κασταμονίτου «ο Δαυίδ και ο Φιλάρετος μου χωθήκανε για τα καλά», διηγείται ο πληροφοριοδότης του Καρατζαφέρη. «Ξελιγώθηκα μέχρι πρωίας να εξυπηρετώ σαν άντρας τους αγίους γέροντας.» Και παρακάτω: «Από την παρτούζα της μονής Κοσταμονίτου έφυγα, και στο κολαστήριο του Βατοπεδίου μπήκα. Το κλου της βραδιάς ήταν ένας καλόγερος από άλλο μοναστήρι, ο Δωρόθεος, ο οποίος αφού σούρωσε έκανε στριπτίζ. Ο παπα-Γεράσιμος αποδείχθηκε η Λίντα Λάβλεϊς του Βατοπεδίου».

Στο ίδιο πνεύμα ερμηνεύονται και διάφορα γνωστά περιστατικά της περιόδου, όπως η αινιγματική απόδραση του Μπόλαρη: «Η γυναίκα του Μπόλαρη η Σύλβια είχε στα χέρια της μια φωτογραφία 'βόμβα’ που μ’ αυτήν εξεβίασε γνωστό κυβερνητικό παράγοντα, ο οποίος για να μη γίνει ρεζίλι, προτίμησε να 'αποδράσει’ τον Μπόλαρη.»

Ο Σπύρος Καρατζαφέρης κάνει μόνο δύο εξαιρέσεις στον κανόνα που έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του, να μην αναφέρει επωνύμως όσους εμπλέκει ο πληροφοριοδότης του στα ομοφυλοφιλικά «εγκλήματα». Η πρώτη εξαίρεση αφορά έναν φυλακισμένο ακροδεξιό, ο οποίος κατονομάζεται, επειδή προφανώς δεν είχε ούτε τη δύναμη ούτε την κοινωνική ισχύ να αντιδράσει. «Δικιά μας κι η βομβίστρια», λέει χαρακτηριστικά ο πληροφοριοδότης.

Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τον Ιμπν Σαούντ, ο οποίος εμφανίζεται σε κάποιο σημείο της αφήγησης με ιδιότητες βαμπίρ: «Ο Άραψ με έγδυσε και άρχισε να μου χαϊδεύει το κορμί. Σε λίγο ένιωσα ένα τσούξιμο στα μαλακά μόρια και είδα τον Αράπη να σκύβει και να τα φιλάει. Αργότερα κατάλαβα πως με είχε χαρακώσει ελαφρά στον πισινό και πιπιλούσε τα αίματα. Έτσουζε, αλλά δεν τόλμησα να βγάλω άχνα.» Φυσικά, όταν γραφόταν το «ρεπορτάζ», ο Ιμπν Σαούντ ήταν από χρόνια πεθαμένος.

Μετά από όλα αυτά, δεν είναι να απορεί κανείς που τη σκυτάλη του κ. Τριανταφυλλόπουλου την άδραξε με τέτοια ευκολία ο κ. Καρατζαφέρης, για να μεταφέρει στο κανάλι (Alter 5) και την εφημερίδα του (Αθηναϊκή) τον αγώνα για την καταπολέμηση της ομοφυλοφιλίας, για να μας σώσει όλους από τον κίνδυνο της (κατά Καργάκον) «εκπουστεύσεως» του έθνους. Με πρόσχημα, πάντα, τον αγώνα κατά της παιδεραστίας και των ναρκωτικών.


Ο νόμος και το "αντιπαθές φαινόμενον" 

Χρειάστηκε να ασκηθεί δίωξη από την εισαγγελία στη βάση των "αποκαλύψεων" Τριανταφυλλόπουλου, για να θυμηθούμε ότι η ελληνική έννομη τάξη εξακολουθεί να θεωρεί ποινικά κολάσιμη την ανδρική ομοφυλοφιλία, κάτω από ορισμένες -κοινωνικά προσδιορισμένες- περιστάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 347 του Ποινικού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (και μέχρι 5 χρόνων) "η παρά φύση ασέλγεια μεταξύ αρρένων που τελέστηκε (α) με κατάχρηση μιας σχέσης εξάρτησης που στηρίζεται σε οποιαδήποτε υπηρεσία, (β) από ενήλικο με αποπλάνηση προσώπου νεότερου από 17 ετών ή από κερδοσκοπία". Ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση θεωρείται η "κατ' επάγγελμα άσκηση" της ίδιας σεξουαλικής δραστηριότητας: το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει, εκτός από την τρίμηνη φυλάκιση, εγκλεισμό σε "επανορθωτικό κατάστημα εργασίας" για 1-5 χρόνια, απαγόρευση διαμονής σε συγκεκριμένο τόπο για 5 χρόνια και (αν ο "εγκληματίας" είναι αλλοδαπός) απέλασή του (άρθρο 252). Πρόκειται για διατάξεις που δεν έχουν αντίστοιχο σε περίπτωση ετεροφυλοφιλικής επαφής: η απλή "κατάχρηση σε ασέλγεια" (άρθρο 338) προϋποθέτει παραφροσύνη ή αδυναμία του θύματος να αντισταθεί, η αποπλάνηση παιδιών αφορά θύματα που δεν έχουν συμπληρώσει τα 15 τους χρόνια, η δε γυναικεία πορνεία -τυπικά, τουλάχιστον- δεν διώκεται, τα δε σχετικά αδικήματα αφορούν την εκμετάλλευσή της από τρίτους (μαστροπεία, κλπ). 

Δεν ήταν πάντοτε έτσι. Ο ποινικός νόμος που θεσπίστηκε λίγο μετά την Ανεξαρτησία (1834), ποινικοποιούσε κάθε ομοφυλόφιλη σχέση μεταξύ ανδρών: "Ο ένοχος της παρά φύσιν ασελγείας, αν δεν επισύρη εις εαυτόν μεγαλυτέραν ποινήν κατά το άρθρ.274 [αποπλάνησις ανηλίκου εις ασέλγειαν], τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον ενός έτους, και υποβάλλεται εις αστυνομικήν επιτήρησιν" (άρθρο 282). Η σχετική αποποινικοποίηση δρομολογήθηκε στα χρόνια του Μεσοπολέμου, με τα διαδοχικά σχέδια νόμου του Ποινικού Κώδικα, που τέθηκε τελικά σε εφαρμογή το 1951. Ως κεντρικά επιχειρήματα, οι νομικοί της εποχής πρόβαλλαν την ανάγκη "περιορισμού των συνήθων εκβιάσεων" και, κυρίως, τον ισχυρισμό ότι, στις περιπτώσεις ανδρικής ομοφυλοφιλίας, "συνήθως πρόκειται περί ψυχικής ασθενείας, ότε ετέρα επέμβασις θα ήτο ενδεδειγμένη και ουχί η ποινική" (εισαγγελέας Μυτιλήνης Χρ. Πατακιάς, Ποινικά Χρονικά 1962, σ. 382). 

Δεν έλειψαν οι έντονες αντιδράσεις γι' αυτόν τον "κοινωνικά επικίνδυνο" νεωτερισμό. "Έτεροι επιστήμονες αντιτίθενται εις τον τοιούτον περιορισμόν του αξιοποίνου της παρά φύσιν ασελγείας, ην θεωρούσιν αληθές δηλητήριον εν τω κοινωνικώ οργανισμώ", μας πληροφορεί λ.χ. ο πρύτανης της ελληνικής εγκληματολογίας Κ. Γαρδίκας (Ποινικά Χρονικά 1952, σ. 211). Ο ίδιος αισθάνεται πάντως την ανάγκη να διευκρινίσει ότι "παρά φύσιν ασελγείς πράξεις μεταξύ ανδρός και γυναικός παραμένουσιν ατιμώρητοι. Ομοίως και άι μεταξύ γυναικών ασελγείς πράξεις, ιδία ένεκα της δυσχερείας της αποδείξεως και της δυσχερείας του καθορισμού των ορίων της εγκληματικής πράξεως", παρόλο που αυτές "εν τη πράξει δεν είναι σπάνιαι, ενίοτε δε βλάπτουσι τον ομαλόν οικογενειακόν βίον". Διαφορετική γνώμη έχει ωστόσο ο δικηγόρος Εμμανουήλ Κοκολάκης, που σε ειδική μονογραφία του εκτιμά ότι ο νόμος άφησε ατιμώρητο "τον μεταξύ γυναικών λεσβιασμόν, ως αναξιόλογον παρεκτροπήν" ("Η ομοφυλοφιλία ως αιτία εγκλημάτων", Θεσ/νίκη 1976, σ.111). 

Ούτως ή άλλως, όπως διαπιστώνει ο Γεώργιος Α. Μαγκάκης ("Τα εγκλήματα περί την γενετήσιον και την οικογενειακήν ζωήν", Αθήναι 1967, σ. 99), η καταστολή των "ομοφυλόφιλων εκδηλώσεων" ουδέποτε υπήρξε αποκλειστικά και μόνο έννομη: "Εις την νομοθετικήν ταύτην ρύθμισιν", γράφει, "συντείνουν εις τας μεσογειακάς ειδικώς και λατινικάς χώρας και δύο άλλοι λόγοι. Πρώτον, η σχετικώς περιορισμένη διάδοσις της ομοφυλοφιλίας εις τας χώρας ταύτας. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο αυθόρμητος κοινωνικός έλεγχος παντός αντιπαθούς φαινομένου, ο ασκούμενος κυρίως δια του σκώμματος, είναι εις τας μεσογειακάς κοινωνίας ιδιαιτέρως έντονος και καυστικός ούτως, ώστε να θεωρείται ότι επαρκώς εκφράζεται διά του ελέγχου τούτου η κοινωνική αποδοκιμασία της ομοφυλοφιλίας και ότι δεν απαιτείται συνεπώς να επέμβη και το Δίκαιον".

(Ελευθεροτυπία, 12/3/2000)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -   ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ