ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Το σπίτι του Θεού 

1.   2.   3.


Ο Ναός της διπλανής πόρτας

Η πρώτη ανάγκη των πιστών κάθε είδους είναι να δώσουν στέγη στο Θεό και τη λατρεία τους. Ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες και την απήχηση κάθε θρησκείας και κάθε δόγματος, ο Θεός μπορεί να βολευτεί ακόμα και σε μια γκαρσονιέρα στο ισόγειο (1). Αλλοτε επιλέγεται η Ομόνοια που είναι κέντρο της πόλης (2), άλλοτε θεωρείται προτιμότερη κάποια διακριτική γειτονιά, όπως τα Ιλίσια (3). Πολύ συχνά, ο οίκος του Θεού ταμπουρώνεται (4) για να προστατέψει τους πιστούς όχι μόνο από τα βέβηλα βλέμματα, αλλά και από τους θερμόαιμους πιστούς κάποιου άλλου δόγματος.
Οι δίγλωσσες (5) ή και πολύγλωσσες (6) επιγραφές υπενθυμίζουν την εθνική προέλευση κάποιων δογμάτων, αλλά επιβεβαιώνουν και την υπόγεια πολυπολιτισμική σύνθεση της μεγαλούπολης.
Η προβολή του λόγου του Θεού γίνεται κάτω από αντίξοες συνθήκες. Πολύ συχνά τον επισκιάζουν διαφημίσεις κάθε είδους (7). Η μετάφραση των ονομάτων κάποιων δογμάτων προκαλεί ασφαλώς αμηχανία στους διαχειριστές της πολυκατοικίας που τα φιλοξενεί (8).
Υπάρχει και το μέτρο της συγκατοίκησης που εφαρμόζεται για παράδειγμα από τη "Εκκλησία του Χριστού" της γερμανόφωνης Ευαγγελικής κοινότητας (9). Οπως μας πληροφορεί η δεύτερη ταμπέλα "αυτό το κτίριο είναι επίσης το ιερό της αμερικάνικης εκκλησίας το Αγίου Ανδρέα".



Τα αυθαίρετα των άλλων

Οι ξένοι θεοί δεν βρίσκουν εύκολα στέγη στην Ελλάδα. Η ανέγερση ενός "ναού" ή "ευκτήριου οίκου" (η διάκριση είναι ποσοτική και αφορά τον αριθμό των πιστών) για θρήσκευμα ή δόγμα που δεν ανήκει στην "κρατούσα θρησκεία" συναντά συχνά τη σθεναρή άρνηση των αρμόδιων αρχών. Δεν είναι λοιπόν αξιοπερίεργο που οι εκπρόσωποι των θρησκειών αυτών γυρεύουν κάποτε το δίκιο τους στα ευρωπαϊκά δικαστήρια ή καταφεύγουν στη λύση της διακρατικής διπλωματίας. Τι κι αν η αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας κατοχυρώνεται ρητά από το Σύνταγμα της χώρας; Οι αιτήσεις για την ίδρυση ή επέκταση ενός "αλλόθρησκου" ναού είναι συνήθως καταδικασμένες να περάσουν από τα μύρια (γραφειοκρατικά και άλλα) κύματα με σοβαρές πιθανότητες να μην εγκριθούν ποτέ.
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται μια παμπάλαιη μεταξική νομοθετική ρύθμιση που απασχολεί επί δεκαετίες τους συνταγματολόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ.1 του α.ν. 1369/1938, για την ανέγερση ναού οποιουδήποτε δόγματος απαιτείται άδεια του αρμόδιου μητροπολίτη και έγκριση του υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων. Υπάρχει και το άρθρο 2 του α. ν. 1363/1938, το οποίο θεσπίζει την υποχρέωση για τους κατά νομαρχιακή περιφέρεια προϊσταμένους θρησκευμάτων και δογμάτων, πλην του της επικρατούσας θρησκείας, να υποβάλουν κατάσταση κυρωμένη από την οικεία αστυνομική και νομαρχιακή αρχή με τον αριθμό των πιστών, τα ονόματα των ανηκόντων στο δόγμα κληρικών κ.λπ.
Το κατά πόσον οι δύο αυτές διατάξεις τελούν σε αρμονία με το ισχύον Συνταγματικό Δίκαιο είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει τεθεί από καιρό. Και δεν είναι λίγοι οι συνταγματολόγοι που το απάντησαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. "Το περιεχόμενον του άρθρου 41 προσκρούει εις αυτήν ταύτην την αρχήν της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως την υπό του νέου Συντάγματος (1952) ήδη ρητώς καθιερουμένην", γνωμοδοτούσε ο Θ. Δ. Τσάτσος στα 1954. "Δεν είναι πράγματι νοητόν η ίδρυσις ναού προς άσκησιν της λατρείας κατά τους τύπους οιασδήποτε γνωστής θρησκείας να εξαρτάται από την άδειαν, διά την χορήγησιν της οποίας αρμοδία είναι η ξένη προς τον αιτούντα εκκλησιαστική αρχή. [...] Η υποχρέωσις της υποβολής αιτήσεως υποτάσσει τον μη ορθόδοξον Ελληνα ουχί εις την Ελληνικήν Πολιτείαν, εις την έννομον τάξιν της οποίας ανήκει, αλλά εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, προς την οποίαν ουδεμίαν ούτος έχει σχέσιν".
Παρόμοια υπήρξε και η απάντηση του Αλ. Σβώλου, ο οποίος την ίδια χρονιά τόνιζε ότι "η αναγνώρισις τοιαύτης εξουσίας εις τους λειτουργούς της επικρατούσης θρησκείας, δι' ης η ύπαρξις ναών άλλων θρησκειών εξαρτάται από την θέλησιν, κατά πρώτον λόγον, της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αντίκειται όχι μόνον εις την αρμοδιότητα εποπτείας επί πασών των θρησκειών και της επικρατούσης, η οποία υπάρχει μόνον υπέρ του Κράτους, αλλά και εις την θέσιν αυτής ταύτης της επικρατούσης απέναντι των άλλων θρησκειών". Από την πλευρά του, ο Αλ. Βαμβέτσος υποστήριζε τον ίδιο καιρό ότι η χορήγηση άδειας από τη Διοίκηση δεν είναι αντισυνταγματική, "είναι όμως αντισυνταγματική η ισχύουσα διάταξις, η εξαρτώσα την χορήγησιν τοιαύτης αδείας προκειμένου περί άλλου δόγματος εκ της αποφάσεως ή γνώμης της Ορθοδόξου Εκκλησιαστικής Αρχής".
Και για να επιστρέψουμε στις μέρες μας: Συνταγματικά ανεπίτρεπτη θεωρεί τη διάκριση σε βάρος άλλων θρησκειών και ο Δημ. Τσάτσος, τονίζοντας σε πρόσφατο κείμενό του ότι "οι δύο επίμαχες διατάξεις [...], επειδή εισάγουν μέτρα δυσμενούς μεταχείρισης για όσους δεν ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία, αντιφάσκουν προς το ρητό νόημα των σχετικών διατάξεων του ισχύοντος Συντάγματος" ("Δίκαιο και Πολιτική", τ. 15).

(Ελευθεροτυπία, 25/10/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ