Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΝ

Νοσταλγοί της θανατικής ποινής 

1.   2.   3.


Αοπλοι σαν αστακοί


Σε επικίνδυνα μονοπάτια οδηγείται η συζήτηση γύρω από τη χρήση των αστυνομικών όπλων. Από την επαύριο ήδη των γεγονότων της οδού Νιόβης, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να διατυπώσουν την άποψη ότι οι αστυνομικοί πρέπει επιτέλους να αφεθούν απολύτως ελεύθεροι να καταφεύγουν στα υπηρεσιακά τους περίστροφα κάθε φορά που θα κρίνουν πως το απαιτούν οι συνθήκες. Αν και όχι πάντοτε με τον ίδιο ρητό τρόπο, τη θέση αυτή υιοθέτησαν όλοι όσοι επιχείρησαν τις ημέρες που πέρασαν να καλύψουν την αστυνομία και να την απαλλάξουν από τις τεράστιες ευθύνες της. Και δεν ήταν μόνον οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι κινδυνολόγοι της πολιτικής και των μίντια που δεν χάνουν ευκαιρία να στρατευθούν στο πλευρό της αδίκως δυσφημούμενης αστυνομίας. Πέντε υπουργοί βρέθηκαν αυτή τη φορά στο ίδιο μετερίζι, υποστηρίζοντας ότι έφτασε η ώρα να καταργηθεί η υποχρέωση των αστυνομικών να ζητούν την εισαγγελική άδεια προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα όπλα τους.
"Η σημερινή πραγματικότητα, που θέλει τον αστυνομικό υπεύθυνο ακόμη και όταν ενεργεί μέσα στα πλαίσια των ορίων αμύνης, τον προδιαθέτει αρνητικά", αναφέρει χαρακτηριστικά ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων που εκδόθηκε αμέσως μετά το μακελειό. Και συνεχίζει: "Δημιουργεί στον αστυνομικό τη σοβαρά αμφιβολία για το αν πρέπει να κάνει χρήση, αποφεύγοντας έτσι την επέμβαση με ολέθριες συχνά συνέπειες, ή κάνοντας χρήση των όπλων κάτω από το βάρος της κακής ψυχολογικής του φόρτισης, με τις ίδιες και πάλι συνέπειες" (25/9). Μόνιμη επωδός των συνδικαλιστικών αστυνομικών κειμένων, η "νομική κατοχύρωση της χρήσης του όπλου" εμφανίζεται ως η μαγική λύση που θα δώσει τέλος στα τραγικά επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστούν κουμπουροφόροι αστυνομικοί. Στο αίτημά τους αυτό, οι συνδικαλιστές αστυνομικοί δεν είναι μόνοι: πολλοί θα επιθυμούσαν να συνδυαστεί ο "εκσυγχρονισμός" του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου με μια ακόμη μεγαλύτερη "ελευθερία κινήσεων" των αστυνομικών οργάνων σε ό,τι αφορά τη χρήση των περιστρόφων τους.
Είναι γνωστό ότι ο νόμος που ρυθμίζει τα της χρήσης των αστυνομικών όπλων (Ν. 29/1943) είναι κατά την ηπιότερη έκφραση απαρχαιωμένος, με διατάξεις που συχνά έρχονται σε αντίφαση με τις επιταγές του Συντάγματος. Πρόκειται για ένα νομοθετικό δημιούργημα της Κατοχής που, μεταξύ άλλων, νομιμοποίησε την ένοπλη κρατική καταστολή, πνίγοντας στο αίμα από τους διαδηλωτές του Δεκέμβρη του '44 ως τους φοιτητές του Πολυτεχνείου. Ο νόμος του '43 εμπλουτίζεται κάθε τόσο με υπουργικές αποφάσεις και σε γενικές γραμμές εναποθέτει στην κρίση του αστυνομικού την απόφαση για το πότε θα κάνει χρήση του όπλου του. Ολοι ανεξαιρέτως οι υπουργοί Δημόσιας Τάξης δηλώνουν κατά καιρούς έτοιμοι να τον "εκσυγχρονίσουν" με τελευταία την ηγεσία του τωρινού υπουργείου, που διά στόματος του γενικού γραμματέα Ι. Παπαδογιαννάκη εμφανίστηκε πρόσφατα έτοιμη να υποβάλει το σχετικό νομοσχέδιο και να δώσει μια λύση στο χρόνιο πρόβλημα.
Για ποιο, όμως, πρόβλημα γίνεται ακριβώς λόγος; Γιατί οι όροι με τους οποίους διεξάγεται η σχετική συζήτηση είναι τουλάχιστον παραπλανητικοί: Οι αστυνομικοί εμφανίζονται ως δέσμιοι νομοθετικών ρυθμίσεων, εισαγγελικών αποφάσεων και κοινωνικών ευαισθησιών που τους απαγορεύουν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους και τους μετατρέπουν σε άβουλα θύματα αδίστακτων κακοποιών, εμποδίζοντάς τους να τραβήξουν το πιστόλι και να υπερασπίσουν τη ζωή τους. Στην πραγματικότητα, οι αστυνομικοί τραβούν πολύ συχνά το πιστόλι, ακόμη και όταν απέναντί τους βρίσκεται κάποιος που απλώς τους φάνηκε ότι θα μπορούσε να είναι ύποπτος. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: τα υπηρεσιακά περίστροφα έχουν μέσα σε δέκα χρόνια αποφασίσει και εκτελέσει τη θανατική καταδίκη εβδομήντα περίπου πολιτών και τον ακρωτηριασμό ή τραυματισμό πολύ περισσότερων. Η μακάβρια στατιστική εμφανίζει πρώτους σε αριθμό θυμάτων τους αλλοδαπούς, δεύτερους τους "περιθωριακούς" νέους και πολύ χαμηλότερα στη λίστα τους ύποπτους για ληστεία. Το τι γίνεται στη συνέχεια είναι επίσης δεδομένο: τα δικαστήρια "κατανοούν" το ένστολο δράστη και τον αθωώνουν, ενώ σπανίως του επιβάλλουν μια ελάχιστη χρηματική ποινή.
Είναι αλήθεια ότι στους σημερινούς καιρούς μοιάζει πολύ μακρινό το αίτημα της μεταπολίτευσης για αφοπλισμό της αστυνομίας. Πόσο μάλλον που τα τελευταία χρόνια ικανοποιήθηκε και ένα ακόμη "πάγιο αίτημα" των αστυνομικών και τους επιτράπηκε να αποκτούν και δεύτερο όπλο, ιδιωτικής και όχι υπηρεσιακής χρήσης. Στο κλίμα αυτό, κάποιοι εκμεταλλεύονται τα γεγονότα της οδού Νιόβης προκειμένου να στιγματιστούν οι "κονδυλοφόροι της 'προοδευτικής' κουλτούρας" που εμποδίζουν τους αστυνομικούς να "χρησιμοποιούν το περίστροφό τους ακόμη και για εκφοβισμό" (Χ. Πασαλάρης, 28/9). Η αστυνομική ασυδοσία προπαγανδίζεται πλέον από πολλές πλευρές ως κοινωνική επιταγή, προδιαγράφοντας και τα όρια της προγραμματιζόμενης αναθεώρησης του κατοχικού νόμου.


Το Σύνταγμα στο απόσπασμα

Η θανατική ποινή καταργείται, αλλά οι νοσταλγοί της μοιάζουν να μη θέλουν να παραδώσουν τα όπλα. Είναι αλήθεια ότι τα κόμματα συμφώνησαν πρόσφατα ότι, ενόψει αναθεώρησης, απαιτείται να κατοχυρωθεί και συνταγματικά η κατάργησή της, με εξαίρεση τα κακουργήματα του στρατιωτικού ποινικού κώδικα και τα εγκλήματα κατά της πολιτειακής εξουσίας που τελούνται σε καιρό πολέμου. Είναι επίσης ακριβές ότι τα τελευταία χρόνια εξηγήθηκαν αναλυτικά οι λόγοι που καθιστούν απαραίτητη τη συνταγματική εναρμόνιση με τη νομοθετική κατάργηση της απαρχαιωμένης ποινής, πρωτοβουλία του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Γ. Κουβελάκη. Και δεν έλειψαν και οι απόψεις που υποστήριξαν τη χωρίς εξαιρέσεις συνταγματική απαγόρευσή της.
Αλλά αυτή είναι η μία πλευρά. Γιατί την ίδια στιγμή, η θανατική ποινή επανέρχεται ως επείγον κοινωνικό αίτημα, έσχατο αλλά πολύτιμο όργανο στα χέρια μιας πολιτείας υποχρεωμένης να αντιμετωπίσει με σκληρότητα τις νέες μορφές εγκληματικότητας. Η κατηγορία εγκληματιών στην οποία πρέπει να επιβάλλεται η παραδειγματική τιμωρία ποικίλλει: στην αρχή ήταν οι παιδοκτόνοι (Αννα Ψαρούδα-Μπενάκη), ακολούθησαν οι έμποροι ναρκωτικών σύμφωνα με τη γνωστή πρόταση των 55 βουλευτών της ΝΔ και των 6 του ΠΑΣΟΚ. Είναι προφανές ότι κάθε εποχή θα προσφέρει τη δική της εκδοχή ως προς το ποιο ακριβώς ειδεχθές έγκλημα αξίζει κάθε φορά να καταλήγει στην αγχόνη.
Εκείνο, ωστόσο, που ενδιαφέρει είναι ότι η επαναφορά της θανατικής ποινής μοιάζει να κερδίζει έδαφος, καθώς η "κοινή γνώμη" βομβαρδίζεται όλο και συχνότερα με έντεχνες αναφορές στην αναγκαιότητά της. Βασικό ρόλο διαδραματίζουν για μια ακόμη φορά τα μίντια: από τις αιμοδιψείς αποστροφές των "επώνυμων" αρθρογράφων έως τους ρεπόρτερ που ρωτάνε κάθε χαροκαμένη μάνα αν θα επιθυμούσε την εκτέλεση του δολοφόνου του παιδιού της. Από κοντά και κάποιοι εισαγγελείς που σε "δύσκολες" υποθέσεις (δολοφονία Μαντούβαλου, περίπτωση Σεχίδη) ξεκινούν τις αγορεύσεις τους εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για την κατάργηση της θανατικής ποινής. Στο κλίμα αυτό, η διάχυτη εντύπωση ότι η θανατική καταδίκη παραμένει ένα "απαραίτητο εργαλείο" στα χέρια της πολιτείας, όπως υποστηρίζει και ο συνταγματολόγος Ανδρέας Λοβέρδος, διευκολύνει την αστυνομία να πάρει την υπόθεση στα χέρια της: αφού κωλύεται η νομοθετική εξουσία, ας αναλάβει τη βρομοδουλειά η εκτελεστική.




Πολίτες καραμπινάτοι 

Ο αγριανθρωπισμός ως ακροδεξιό (ιστορικό) πολιτικό ρεύμα διαθέτει τη δική του δυναμική και τη δική του εσωτερική "λογική". Για να επιστρέψει, π.χ, θεσμικά η θανατική ποινή, απαιτείται μια γενική ανατροπή του υπάρχοντος αξιακού συστήματος. Στην αρχή καλλιεργείται ο πανικός από την παρουσία των κακών ξένων, των "Αλλων", στη συνέχεια διογκώνεται (στην πραγματικότητα διαφημίζεται, μέσω των ραδιοτηλεοπτικών κυρίως μέσων) η όποια αύξηση της εγκληματικότητας λόγω της παρουσίας τους -ενώ, κατά κανόνα, αποσιωπάται η άλλου είδους παραβατικότητα των γηγενών απειράριθμων απατεώνων, εκμεταλλευτών κ.λπ. Μετά, προτείνεται η επίδειξη μεγαλύτερης πυγμής από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς (την αστυνομία, τη δικαιοσύνη και το λεγόμενο σωφρονιστικό σύστημα), και τέλος έρχεται το κερασάκι: η "λύση" της αυτοδικίας.
Οσοι σήμερα βρίσκουν μαλθακούς τους ράμπο μας, χθές και προχθές επικροτούσαν την ίδρυση "ενόπλων πολιτοφυλακών" για να υποκαταστήσουν την "αφοπλισμένη" αστυνομία, χειροκροτούσαν την απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τη δύση του ηλίου στους ξένους εργάτες (όπως διέταζαν και αποφάσιζαν ορισμένοι τοπικοί άρχοντες), και φυσικά αποδέχονταν ως φυσικό το λιντσάρισμα των κλεφτρονιών. Ενα χρόνο πριν, ο προβεβλημένος μεγαλοδημοσιογράφος της δεξιάς Δημ. Ρίζος κραύγαζε από τις στήλες του "Αδέσμευτου" ότι οι αστυνομικοί δεν έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν σε βασανισμούς όσους συλλαμβάνουν για υποθέσεις ναρκωτικών. Και προχωρούσε ακόμα πιο πέρα το κοινωνικό του "όραμα" απευθυνόμενος προς το "μέσο αστυφύλακα": "Αν ήμουν στη θέση σου, θα τον πατούσα (τον συλληφθέντα) στο λαιμό μέχρι να ξεράσει τους μεγαλεμπόρους και ας έλεγαν ότι ήθελαν οι κοπρίτες οι προοδευτικοί". Επειδή όμως, οι "κοπρίτες" μάλλον δεν θα επιτρέψουν την επιστροφή στη νόμιμη βαρβαρότητα που ονειρεύεται, σημείωνε: "Είναι ώρες που σκέφτομαι να εγκαταλείψω την ατελέσφορη δημοσιογραφία. Να βγω στην παρανομία. Να ιδρύσω ομάδες θανάτου και να εκτελούμε τέτοιου είδους υποκείμενα. Να υποκαταστήσουμε και την εγκληματικά αδιαφορούσα πολιτεία". Τι κι αν δήλωνε ο υφυπουργός Εσωτερικών Σταύρος Μπένος στη Βουλή ότι η κυβέρνηση δεν θα ανεχτεί την παρότρυνση σε αυτοδικία και ότι "θα αντιμετωπίσει αποφασιστικά όλα τα ανάλογα φαινόμενα", χαρακτηρίζοντάς τα έκνομα και αντισυνταγματικά;
Τον περασμένο Απρίλιο με την εμφάνιση (στα τηλεοπτικά παράθυρα και τα πάνελ των δήθεν ειδικών) των "ενώσεων ληστευθέντων", η αυτοδικία άρχισε να κερδίζει έδαφος στις καρδιές των πιο τρομοκρατημένων τμημάτων της κοινωνίας μας. Χέρι χέρι ο κιτρινισμός, ο λαϊκισμός και οι ακροδεξιές πριμαντόνες συστηματικά προπαγανδίζουν ότι δεν υπάρχουν συνταγματικοί περιορισμοί όταν απειλείται η περιουσία ή η τάξη των "νοικοκυραίων", ότι είναι περίπου "λαϊκό δικαίωμα" το να "παίρνουμε το νόμο στα χέρια μας". Κατά... σύμπτωση, τις ίδιες μέρες ήρθε στο φως η θεσμική διευθέτηση μιας ακόμα περίπτωσης αυτοδικίας. Ο κατήφορος δεν έχει τελειωμό. Στη Λάρισα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο εξέταζε ένα ακραίο περιστατικό, με θύμα τον Αλβανό Φάνι Ναμπούλι, έναν 20χρονο εργάτη γής. Ο 60χρονος κατηγορούμενος, αγροφύλακας, τον σκότωσε με το περίστροφό του το 1996, διότι, όπως ισχυρίστηκε, ο νεαρός προσπάθησε να του κλέψει ένα καρπούζι από το μποστάνι του. Το θύμα, είπε ο αγροφύλακας, έτυχε να βρεθεί στο δρόμο της σφαίρας με γυρισμένη την πλάτη. Το δικαστήριο, σκεπτόμενο ίσως ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε έντιμο πολίτη, εξάντλησε όλη του την επιείκια, επιβάλλοντας ποινή δύο χρόνων με τριετή αναστολή. Το ουσιώδες, όμως, ήταν ότι ο δράστης δεν είχε κάτσει ούτε μια μέρα στο κρατητήριο. Συνελήφθη χωρίς να προφυλακιστεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η 5ετής καταδίκη του σε φυλάκιση, δεν ήταν απαραίτητο να εκτελεστεί!

(Ελευθεροτυπία, 4/10/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ