Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι 

1.   2.   3.

 

Διδασκαλία στο σκοτάδι

Με ιδιαίτερο πάθος υποστηρίζει η Εκκλησία της Ελλάδας την ύπαρξη του κρυφού σχολειού, βασίζοντας στη σχετική παράδοση την επιχειρηματολογία της για τον εθνικοαπελευθερωτικό ρόλο του κλήρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και δεν θα ήταν περίεργο αν οι εκκλησιαστικοί διανοούμενοι επέμεναν απλώς στην αναπαραγωγή της γνωστής εικόνας του ταπεινού ρασοφόρου που με κίνδυνο της ζωής του διατήρησε άσβηστη τη φλόγα της ελληνικής παιδείας και της εθνικής συνείδησης του γένους στα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς. Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν και αποκτούν επικίνδυνες διαστάσεις είναι όταν εκπρόσωποι της Εκκλησίας επιχειρούν - και επιτυγχάνουν- τη φίμωση επιστημονικών απόψεων που δεν ταιριάζουν στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα, καταγγέλλοντάς τες μάλιστα ως εθνικώς επιβλαβείς και εκπορευόμενες από ύποπτα κέντρα.
Μία από τις περισσότερο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η αντίδραση της εκκλησίας στη δημοσίευση των απόψεων του καθηγητή Α. Αγγέλου για το κρυφό σχολειό στην "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" (10ος τόμος, 1974). Στην υπόθεση αναφέρεται διεξοδικά ο Ι. Μ. Χατζηφώτης σε φυλλάδιο με τίτλο "Το 'Κρυφό Σχολειό'" και υπότιτλο "Η προσφορά της Εκκλησίας στην ελληνική παιδεία των χρόνων της Τουρκοκρατίας" που εκδόθηκε το 1978 στη σειρά "Κοινωνικά θέματα" των εκδόσεων της Αποστολικής Διακονίας. "Εργο κατά τα άλλα σοβαρό" κατά τον τέως εκπρόσωπο τύπου της Ιεράς Συνόδου, η "Ιστορία του Ελληνικού Εθνους" έκανε το σφάλμα να περιλάβει στις σελίδες της την αμφισβήτηση του κρυφού σχολειού, με αποτέλεσμα η θέση αυτή να περάσει και στα σχολικά εγχειρίδια. "Ετσι, η όλη υπόθεση έφθασε στη δημοσιότητα", εξηγεί ο κ. Χατζηφώτης. "Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Παιδείας Ιωάννη Βαρβιτσιώτη κι εκείνος, προς τιμήν του, όπως αναφέρεται σε έγγραφο των Τμημάτων Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως του ΚΕΜΕ προς αθηναϊκή εφημερίδα της 21/5/1978 έδωσε αμέσως εντολή, από τα υπό εκτύπωση νέα σχολικά βιβλία να απαλειφθεί η φράση: 'Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της ιστορικής επιστήμης το Κρυφό Σχολειό είναι ένας μύθος και δεν υπήρξε στην πραγματικότητα', από τη σελίδα 173 της Ιστορίας της Γ' Λυκείου" (σ.6).
Οπως όμως μπορούμε να αντιληφθούμε από τη συνέχεια, η λογοκρισία των σχολικών βιβλίων δεν αρκούσε στους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Χρειαζόταν και η "αναθεώρηση" της ίδιας της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους", και μάλιστα σύμφωνα με συγκεκριμένες συστάσεις: "Η ίδια η 'Ιστορία του Ελληνικού Εθνους'", συνεχίζει απτόητος ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, "πρέπει να πάρη υπ' όψη της σε μια προσεχή επανέκδοσή της αυτό που γράφει ο γενικός γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών, που φέρεται και ως μέλος του Εποπτικού της Συμβουλίου. Γράφει, λοιπόν, ο διακεκριμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος: 'Το 1821 απετέλεσε την απαρχήν της καθάρσεως των Ελλήνων (...) Ο Δούρειος Ιππος διά την κάθαρσιν αυτήν ήτο η Ορδοδοξία, οι Κοινότητες, το Κρυφό Σχολειό και ο εμπορικός στόλος των υποδούλων Ελλήνων'" (στο ίδιο, σ. 6-7).
Δεν περιορίζεται, επομένως, η επίσημη εκκλησία στη δική της εκδοχή για την ιστορία. Επιδιώκει να την επιβάλει τόσο στα σχολικά εγχειρίδια όσο και στα ιστορικά έργα. Με τον τρόπο αυτό μπορεί ενδεχομένως να ασκεί πιέσεις στους αρμόδιους υπουργούς (είδαμε παραπάνω τη σπουδή του κ. Βαρβιτσιώτη να εξαφανίσει την "αιρετική" άποψη από το βιβλίο της Γ' Λυκείου), αλλά την ίδια στιγμή αναδεικνύεται σε έναν πανίσχυρο λογοκριτικό μηχανισμό, ανήμπορο να συνομιλήσει με κάθε άποψη διαφορετική από τη δική του. Συμπεριφορές αυτού του τύπου παραπέμπουν σε άλλες εποχές, φέρνοντας στο νου εκείνο ακριβώς που οι εκπρόσωποι της εκκλησίας επιχειρούν σήμερα να ξορκίσουν: τις μεθόδους στις οποίες κατέφυγαν κάποτε κάποιοι υψηλά ιστάμενοι ιερωμένοι προκειμένου να απαλλαγούν μια και καλή από τις ενοχλητικές απόψεις των διαφωτιστών του καιρού τους.
Το κρυφό σχολειό συνιστά στο κλίμα αυτό μόνιμη πηγή έντασης: η αμφισβήτησή του εκλαμβάνεται από την εκκλησία ως συνολική αναίρεση του ρόλου της κατά την Τουρκοκρατία και τον Αγώνα και αντιμετωπίζεται με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης. Χάνεται έτσι κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με εργασίες που διερευνούν ένα από τα συναρπαστικότερα κεφάλαια της νεοελληνικής ιστορίας: την κατασκευή των μύθων, τους μηχανισμούς της πρόσληψής τους, τα παράδοξα παιχνίδια της ιστορικής μνήμης.
Ενδεικτική είναι στο σημείο αυτό και παλαιότερη σχετική προσπάθεια του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου. Σε κείμενό του με τίτλο "Ενα νέο ύποπτο σύνθημα", ο τότε μητροπολίτης Δημητριάδος αποκάλυπτε εκείνους που βάλθηκαν να αναθεωρήσουν την "ιστορία μας": "Στην αρχή δεν καταλάβαμε πού το πήγαιναν οι σύγχρονοι αυτοί ρεβιζιονιστές, όταν όμως διαβάσαμε μερικά φυλλάδια και άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες, και όταν είδαμε στο βιβλίο της ιστορίας της Γ' Λυκείου να γράφεται πως σύμφωνα δήθεν με τα πορίσματα της νεωτέρας ιστορικής ερεύνης το περίφημο 'Κρυφό Σχολειό' δεν υπήρξε στην πραγματικότητα, αλλά είναι μύθος, τότε αντιληφθήκαμε τις αληθινές προθέσεις και επιδιώξεις των" ("Ο ρόλος της εκκλησίας το 1821", εκδ. "Η Χρυσοπηγή", σ. 6).
Η στάση αυτή μπορεί να ακυρώνει την ιστορική έρευνα, έχει ωστόσο και τα καλά της. Εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που τόσο πειστικά έδειξε ο καθηγητής Αγγέλου: ότι δηλαδή το κρυφό σχολειό αποτελεί ένα πανίσχυρο σύμβολο. Και τα σύμβολα, θα μπαίναμε στον πειρασμό να συμπληρώσουμε, δεν τα ερευνούμε. Απλώς τα πιστεύουμε.


Εθνικές επενδύσεις

Την ανθεκτικότητα της παράδοσης του κρυφού σχολειού στο χρόνο είχαμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε πολύ πρόσφατα, στα τέλη του 1993, όταν η αγορά του ομώνυμου πίνακα του Νικολάου Γύζη αντιμετωπίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης ως ένα ακόμη μείζον εθνικό θέμα. Αναφερόμαστε στη συγκίνηση που προκάλεσε τότε η είδηση ότι στη δημοπρασία των "Κρίστις" στην Αθήνα θα κρινόταν η τύχη του "Κρυφού Σχολειού", του γνωστού πίνακα που φιλοτεχνήθηκε στα 1886 και εκτέθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα στα 1900. Στα σχετικά δημοσιεύματα δεν θα συναντήσουμε ούτε την παραμικρή αναφορά στην καλλιτεχνική αξία του έργου. Το πάνδημο αίτημα εκείνων των ημερών συνοψιζόταν στο πέρασμα του πίνακα σε "καλά ελληνικά χέρια", ικανά να διαχειριστούν εθνωφελώς τον πολύτιμο θησαυρό. Και δεν έλειψαν και οι υπαινιγμοί κατά της ελληνικής πολιτείας που στάθηκε ανήμπορη να "κρατήσει στην Ελλάδα έναν τόσο σημαντικό πίνακα με θέμα εθνικό" ("Καθημερινή", 25-26/12/93).
Κατόπιν αυτών, η αγορά του πίνακα από τον Πρόδρομο Εμφιετζόγλου, πρόεδρο της "Μηχανικής Α.Ε." και εργολάβο δημόσιων έργων, έναντι 170 εκατ. χαιρετίστηκε από τους πάντες με ανακούφιση. Ο νέος ιδιοκτήτης του πίνακα υπήρξε εξάλλου σαφής ως προς τους λόγους που τον ώθησαν στη συγκεκριμένη επένδυση: "Η αγάπη για την τέχνη δεν είχε καμία σχέση μ' αυτή την κίνηση. Εγώ, 'Το Κρυφό Σχολειό' θα το 'παιρνα ακόμη και αν έπρεπε να ξεπουλήσω ό,τι είχα και δεν είχα. Γιατί 'Το Κρυφό Σχολειό' δεν είναι για μένα ένα έργο τέχνης (...). 'Το Κρυφό Σχολειό' είναι κομμάτι της ιστορίας της πατρίδας μας. Και είναι, ακριβώς, κάτι που θα θυμίσει σε πάρα πολλούς αυτό που έχουν ξεχάσει. Οτι, πάνω από τα ταπεινά, υπάρχουν ιδανικά για τα οποία πολέμησαν, περήφανα, οι πατέρες μας. Περήφανα. Αυτή η περηφάνια μάς λείπει. Και 'Το Κρυφό Σχολειό' θα δώσει σε κάθε ένα από απ' αυτά τα παιδιά αυτή την περηφάνια!" (στο ίδιο).


Κτίσμα δίχως θεμέλια

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από άρθρο του Γιάννη Βλαχογιάννη που δημοσιεύτηκε στη "Νέα Εστία" με τίτλο "Το κρυφό σκολειό" (15 Αυγούστου 1945, τεύχος 436, σ. 678-683). Συστηματικός μελετητής του θέματος, ο Βλαχογιάννης υπήρξε ένας από τους πρώτους ερευνητές που αμφισβήτησαν την ύπαρξη του κρυφού σχολειού:
Βρήκανε λοιπόν πως κατά τα χρόνια εκείνα τα παλιά η παιδεία μας κατατρεχόταν από τους Τούρκους αλύπητα και το τελευταίο της καταφύγιο, άγιο βήμα μυστικό ήταν το κρυφό σκολειό. Εκεί, νύχτα βαθειά στέλναν οι μαννάδες τα παιδιά τους και με τη λαχτάρα που είχανε στην καρδιά, τα μαθαίναμε να λένε στο δρόμο το γνωστό παιδιάτικο τραγούδι, που είναι και νανούρισμα μαζί, τραγούδι σ' όλους γνωστό, που λέει:
Φεγγαράκι μου λαμπρό/ φέγγε μου να περπατώ,/ να πηγαίνω στο σκολειό,/ να μαθαίνω γράμματα,/ του Θεού τα πράματα.
Ανάμεσα σ' όσες διατριβές έτυχε να διαβάσω γραμμένες από παιδαγωγικούς άντρες ή γυναίκες, δεν είδα καμιάν ιστορική μαρτυρία, που να βεβαιώνη την ύπαρξη κρυφού σκολειού, όμως ούτ' εγώ μέσα στον αμέτρητο σωρό ανέκδοτου υλικού για της σκλαβιάς τα σκολειά, που έχω συναγμένο, δεν απάντησα τίτοτε που να κάνη λόγο για το σκολειό έξω από το τραγούδι.
Φαίνεται λοιπόν πως για τους παιδαγωγικούς ρήτορες που ανάφερα, άλλη δεν υπάρχει μαρτυριά παρά το ίδιο εκείνο μοναχό περίφημο τραγούδι.
Ομως, αν και για την ύποφτή μου κρίση δε φτάνει το τραγούδι, ας το ξετάσουμε κι' αυτό. Ερχεται λοιπόν η απορία πρώτα, πώς του κρυφού σκολειού τα μαθητούδια, που νύχτα πηγαίνανε στο σκολειό -κι' αυτό θα βρισκόταν έξω από το χωριό, λοιπόν σε μοναστήρι είτε σε ρημοκλήσι- πώς τ' ανήσυχα παιδιά, όλο φωνές, και γέλια και παιχνίδια στο δρόμο τους θα ξεφεύγανε την προσοχή των Τούρκων. Και δεν ήτανε των Τούρκων μοναχά ο κίντυνος -ας τον παραδεχθούμε μια στιγμή- αλλά νύχτα στην ερημιά ήτανε και λύκοι. Και πρώτα απ' όλα ήτανε της μάννας η λαχτάρα κι' όλου του χωριού. Τάχα τα παιδιά παίρνανε στο δρόμο τους κανένα φύλακα μιστωτό του χωριού; Τάχα τα συνόδευε κανένας πατέρας, αδελφός με τη σειρά του; Σοβαρές απορίες, ανησυχίες ρητορικές, που τις χαρίζω στον άγρυπνο της Εθνικής παιδείας ρήτορα.
Ολο αυτό το φανταχτερό και κούφιο και χωρίς θεμέλιο χτίσμα πέφτει σε μια στιγμή σωρός μ' ένα λόγο μοναχά: Ποτέ ο Τούρκος, ο αγράμματος δε μπόδισε το Χριστιανό γράμματα να μαθαίνη, και μονάχα πολύ σπάνια έμπαινε στη μέση να χωρίζη τους δασκάλους άμα πιανόνταν από τα μαλλιά και γινόνταν σκάνταλο με τα μεγάλα τους σκολειά.
Ομως αυτό γινόταν στις χώρες με τα μεγάλα σκολειά ή στα μεγάλα μοναστήρια, όχι ποτέ μέσ' στα χωριά. Επειτα, αν ήταν η κατώτατη παιδεία απαγορευμένη από τους Τούρκους, θα τολμούσε μάννα να στείλη το μακρό της μακρυά κι' ο Τούρκος πάλι θα ήταν τάχα δύσκολο ν' ανακαλύψη τα παιδιά των χριστιανών να περνάνε παίζοντας και φωνάζοντας στο δρόμο τους; (...)
Είναι λοιπόν παλιό υποχρεωτικό συνήθιο να πηγαίνη ο παπάς αξημέρωτα στην εκκλησιά και περισσότερο άμα είχε και μαθηταρούδια να προσέξη στο νάρτηκα είτε και μέσα στα σκαλοπάτια του εικονοστάσιου, όπου βοηθούσανε και τ' αναμμένα καντήλια. Ο δάσκαλος παπάς μπορούσε νάταν και διάκος ή και γερομόναχος. Κάθε μαννούλα έπρεπε να ετοιμάση, να καλοπιάση το μισοξύπνητο παιδί για να το ξεκινήση. Και στεκόταν η μάννα πίσω, έλεγε στ' άλλο το μικρότερο πούχε στο πλευρό της το νανούρισμα, για να το κάμη κι' εκείνο ν' αγαπάη τ' αγουροξύπνημα... και το Κρυφό σκολειό!

(Ελευθεροτυπία, 30/8/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ