Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΚΡΥΦΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ


Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι 

1.   2.   3.

 

Κάτω τα χέρια από τον εθνικό μας μύθο

Το έργο το έχουμε ξαναδεί και, δυστυχώς, θα το ξαναδούμε: άτομα απολύτως αναρμόδια μετατρέπονται με τη μεγαλύτερη ευκολία σε κριτές επιστημονικών θέσεων απλώς και μόνον επειδή οι θέσεις αυτές δεν είναι του
ιδεολογικοπολιτικού τους γούστου. Η ιστορία, και για την ακρίβεια η ιστορία της νεοελληνικής παιδείας και γλώσσας, γίνεται έτσι κατά καιρούς αντικείμενο μιας σφοδρής διαμάχης, κατά την οποία κάποιες επιστημονικές προσεγγίσεις καταγγέλλονται ρητά ως πράξεις εθνικά ύποπτες αν όχι επικίνδυνες. Τελευταίο κρούσμα, οι αδιανόητες αντιδράσεις που προκάλεσε το βιβλίο του καθηγητή Αλκή Αγγέλου "Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου" ("Εστία" 1997), στο οποίο αναλύεται η διαδικασία συγκρότησης του συγκεκριμένου μύθου κατά τον 19ο αιώνα. Και για την ακρίβεια οι αντιδράσεις που προκάλεσε όχι το ίδιο το βιβλίο, αλλά μια αναφορά του πρακτορείου "Ασοσιέιτεντ" στο περιεχόμενό του επτά ολόκληρους μήνες μετά την έκδοσή του.
Αλλά η υπόθεση είναι πολλαπλά διδακτική και αξίζει να την παρακολουθήσουμε στις λεπτομέρειές της: Στις 12 του περασμένου Μαϊου, το "Ασοσιέιτεντ Πρες" διένειμε μια φωτογραφία, στην οποία απεικονίζεται η αναπαράσταση του Κρυφού Σχολειού με κούκλες που υπάρχει στη Μονή Πεντέλης. Το συνοδευτικό κείμενο βασιζόταν στις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου, καθώς και σε δηλώσεις της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Κρήτης Ελισάβετ Ζαχαριάδου, η οποία υπογράμμιζε ότι "αυτές οι ιστορίες είναι μύθοι που δημιουργήθηκαν από την Εκκλησία για να ενισχύσει το γόητρό της". Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εμπειρία για να φανταστούμε τη συνέχεια: "Το 'Κρυφό Σχολειό' στο Ασος. Πρες με λεζάντα που αρνείται την αποστολή του!", ήταν ο εύγλωττος τίτλος του σχετικού δημοσιεύματος της "Καθημερινής", όπου, μεταξύ άλλων, μπορούσαμε να διαβάσουμε και τα εξής: "Υπεύθυνος για το όλο θέμα είναι ο καθηγητής πανεπιστημίου και ιστορικός Αλκής Αγγέλου, στο βιβλίο του οποίου αναφέρεται και από εκεί άντλησε την πληροφόρησή του το Ασος. Πρες για να κάνει την παρακάτω λεζάντα, η οποία, όμως, θα κάνει τους Τούρκους και τους φιλότουρκους πανευτυχείς!". Το δημοσίευμα συνέδεε τις θέσεις του καθηγητή Αγγέλου με τη συγκυρία, κατά την οποία αμφισβητείται "ο ρόλος του ράσου στην εποχή της Τουρκοκρατίας" και επικρίνεται ο "μνημειώδης λόγος του αρχιεπισκόπου κατά την ενθρόνισή του" και "όσα εκείνος είπε (...) για τον ρόλο που έπαιξε ο Κλήρος και η Ορθοδοξία στη διατήρηση του Ελληνισμού". Στο κλίμα αυτό, κατέληγε το άρθρο, η κίνηση του Ασοσιέιτεντ "μοιάζει να υπηρετεί και άλλους στόχους, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Αγγέλου σε παγκόσμια κλίμακα! Η ουσία, όμως, είναι ότι σε όλο αυτό το ζήτημα (...) ισχύει για μια ακόμη φορά το 'εξ οικείων τα βέλη'..." (13/5).
Σταθήκαμε λίγο παραπάνω στο κείμενο της "Καθημερινής", γιατί κατά τη γνώμη μας εικονογραφεί με τον πιο σαφή τρόπο τον συνήθη μηχανισμό που, ακυρώνοντας κάθε έννοια επιστημονικής συζήτησης, επιτρέπει την εξουδετέρωση κάθε άποψης που τολμά να αμφισβητήσει μία ακόμη "εθνικώς πολύτιμη" μυθολογία. Πολύμοχθες εργασίες, ικανές να ανοίξουν ένα συναρπαστικό διάλογο μεταξύ ειδικών, ξεπετάγονται έτσι μέσα σε δυο αράδες, αρκεί να εμπίπτουν στην κατηγορία του "εθνικώς επιζήμιου" έργου. Ακολουθούν, σχεδόν νομοτελειακά, οι καταγγελίες περί "εθνικής μειοδοσίας", "ξένου δάκτυλου", "σύγχρονου Εφιάλτη" κ.ο.κ. Και για να επιστρέψουμε: "Οργή στην Εκκλησία για Ελληνα... Ρουσντί", πληροφορούσε η "Απογευματινή" της 13ης Μαϊου τους αναγνώστες της, εξηγώντας τους ότι το βιβλίο του καθηγητή Αγγέλου "έχει προκαλέσει την οργή της Εκκλησίας της Ελλάδος που κάνει λόγο για 'διαβολική προπαγάνδα'". Λίγες ημέρες αργότερα, ο "Αδέσμευτος Τύπος" φιλοξενούσε την αποστομωτική απάντηση ενός αντιπτέραρχου ε.α., του Χριστόδουλου Μεγγούλη, ο οποίος σημείωνε μεταξύ άλλων ότι "θα πρέπει να γνωρίζει ο κ. 'καθηγητής' (sic) ότι το Κρυφό Σχολειό υπήρχε και ίσως υπάρχει και σήμερα" (19/5). Δεν θα αργούσε και ο γνωστός για τις εθνικές του υπερευαισθησίες Σαράντος Καργάκος να σπεύσει και αυτός να αναφερθεί στο ζήτημα, συμβουλεύοντας μάλιστα τον αρχιεπίσκοπο να "μην εμπλακεί σε άγονες συζητήσεις" με ανθρώπους που δεν πρόκειται να πειστούν: "Κάποιοι λένε ότι δεν βρήκαν πουθενά γραμμένη, άρα μαρτυρημένη, την ύπαρξη 'Κρυφού σχολειού'. Ασφαλώς στα 'Κρυφά σχολειά' δεν υπήρχαν μαθητολόγια, επετηρίδες, βιβλία κ.λπ." ("Τύπος της Κυριακής, 7/6).
Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε. Είναι προφανές ότι αρκετοί από τους επικριτές της συγκεκριμένης μελέτης δεν έχουν καν μπει στον κόπο να τη διαβάσουν. Τους αρκεί -και τους εξοργίζει- το συμπέρασμά της. Αλλά και αν ακόμη την είχαν διαβάσει, θα έβρισκαν εξαιρετικά ύποπτο το βασικό της ερώτημα, την επιστημονική δηλαδή περιέργεια που οδηγεί στη διερεύνηση της διαδικασίας με την οποία συγκροτούνται και παγιώνονται κάποιοι δημοφιλείς μύθοι, οι ιστορικές εκείνες κατασκευές που ο Κ. Θ. Δημαράς ονόμασε κάποτε "εθνικές ανακρίβειες". Γιατί ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της θέσης πως σε ολόκληρη την Τουρκοκρατία δεν σώζεται καμία πληροφορία, ακόμη και έμμεση, που να μνημονεύει την ύπαρξη κρυφού σχολειού. Αναζητεί τα πρώτα ίχνη της σχετικής παράδοσης και τα εντοπίζει στην περίοδο του Αγώνα, συνδέοντάς τα με την προσπάθεια κάποιων λογίων να κινήσουν το ενδιαφέρον της φωτισμένης ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ των καταδιωκόμενων αλλά φιλομαθών Ελλήνων και κατά των απολίτιστων και βάρβαρων κατακτητών τους. Η παράδοση θα ενισχυθεί στα επόμενα χρόνια από τον ρομαντικό ρητορισμό της εποχής, αλλά και από την αυθαίρετη σύνδεσή της με το παιδικό δημοτικό τραγούδι "Φεγγαράκι μου λαμπρό", αναπόσπαστο στο εξής στοιχείο του μύθου. Αξίζει πάντως να σημειωθεί η σιγή που τήρησε η νεογέννητη τότε ιστορία της νεοελληνικής παιδείας, αρνούμενη να αφιερώσει έστω και μία αράδα στο κρυφό σχολειό. Στο γύρισμα ακριβώς του αιώνα, με την έκθεση του "Κρυφού Σχολειού" του Νικολάου Γύζη στην Ελλάδα και το ομώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ο μύθος μετατρέπεται σε σύμβολο. Το κρυφό σχολειό αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της νεοελληνικής παιδείας, απαραίτητο κεφάλαιο της διδακτέας σχολικής ύλης (βλ. ενδεικτικά το πρόγραμμα των εξαταξίων δημοτικών σχολείων του 1913 που δημοσιεύει η Χριστίνα Κουλούρη στο "Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία, 1834-1914", Αθήνα 1998).
Ο μύθος του κρυφού σχολειού παγιώθηκε, λοιπόν, σε μια εποχή κατά την οποία, όπως έδειξε πειστικά ο ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ, κατασκευάστηκαν πάμπολλοι μύθοι και παραδόσεις των σύγχρονων ευρωπαϊκών -και όχι μόνον- κρατών. Να σταθούμε, ωστόσο, και σε ένα τελευταίο σημείο: Η μελέτη του Αλκή Αγγέλου ήταν έτοιμη από καιρό. "Λόγοι περιστασιακοί -περίοδος Χούντας κλπ.- δεν επέτρεψαν τότε τη δημοσίευσή της", μας πληροφορεί ο συγγραφέας στα προλεγόμενα του βιβλίου του. Ετσι περιορίστηκε σε μια "εντελώς συνοπτική παρουσίαση της κεντρικής ιδέας του" στον 10ο τόμο της "Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους" (1974). "Η πρώτη εκείνη στοιχειώδης διατύπωση των απόψεών μου προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, μία μάλιστα από τις οποίες που αφορούσε στην σημερινή εκπαίδευση είχε λάβει και δραματικό χαρακτήρα", διαβάζουμε λίγο παρακάτω. Θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις στις επόμενες σελίδες. Κλείνοντας, πάντως, θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι, τριάντα χρόνια μετά τη χούντα, οι αντιδράσεις δεν είναι και πολύ διαφορετικές. Αυτόκλητοι εθνοσωτήρες επιχειρούν και πάλι να κλείσουν μια συζήτηση που άνοιξε με το βιβλίο του Αγγέλου και τις σχετικές παρεμβάσεις του καθηγητή Αλέξη Πολίτη ("Αυγή" 25/3/94), του ιστορικού Παναγιώτη Στάθη ("Αυγή" 12/4/98), την αντίρρηση του καθηγητή Φάνη Κακριδή ("Το Βήμα" 22/2/98) κ.ο.κ. Ευχόμαστε να μην το πετύχουν.

(Ελευθεροτυπία, 30/8/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ