ΑΘΗΝΑ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ


Η μάχη των πολεμικών μουσείων 

1.   2.   3. 

 

Οταν εμείς φτάναμε στα βάθη της Ασίας, αυτοί ζούσαν ακόμη πιο πέρα. Οταν αυτοί έφτασαν στις πύλες της Ευρώπης, εμείς είχαμε σβηστεί από το χάρτη. Τους εθνικοαπελευθερωτικούς μας πολέμους, τους κερδίσαμε ο ένας σε βάρος του άλλου. Ηρθε στο τέλος η Κορέα, και πολεμήσαμε στο ίδιο χαράκωμα.


Ο θάνατός σας η δόξα μας

Τα Πολεμικά Μουσεία δεν είναι μόνο ένας χώρος για την οργανωμένη εξύμνηση της εθνικής αρετής και του πολεμικού παρελθόντος μιας χώρας. Απαλλαγμένα καθώς είναι από τις καθαρά (ή κυρίως) καλλιτεχνικές ενασχολήσεις των άλλων μουσειακών χώρων, αποτυπώνουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τόσο την επίσημη άποψη περί της ιστορικής διαδρομής της εθνικής κοινότητας όσο και τις κυρίαρχες κάθε φορά παραστάσεις για τον "εθνικό εχθρό". Η συγκριτική παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο γειτονικά κράτη οργανώνουν τη συλλογική μνήμη των πολιτών τους σε αυτό το επίπεδο μπορεί, έτσι, να αποκαλύψει πολλά για τα στερεότυπα με τα οποία βιώνεται από αυτούς τους τελευταίους η μεταξύ τους "διαφορά". Εξίσου ενδιαφέρουσα μπορεί επίσης να αποδειχθεί η επισήμανση των ομοιοτήτων του εκατέρωθεν εθνικιστικού λόγου που αναπόφευκτα αποπνέει κάθε επίσημη αναδρομή στο πολεμικό παρελθόν μιας χώρας. Με όλα αυτά στο μυαλό, επισκεφθήκαμε τα κεντρικά πολεμικά μουσεία της χώρας μας (στην Αθήνα) και της Τουρκίας (στην Κωνσταντινούπολη).

Πρώτο πεδίο σύγκρισης: η ιστορία των δυο μουσείων, όπως εκτίθεται στις αντίστοιχες εκδόσεις τους. Το τουρκικό πολεμικό μουσείο αναζητά τις ρίζες του στην ιδιωτική συλλογή πολύτιμων όπλων που ο Μωάμεθ ο Πορθητής συγκέντρωσε μετά την Αλωση στον πρώην βυζαντινό ναό της Αγίας Ειρήνης. Η μετατροπή αυτής της συλλογής σε μουσείο αλά ευρωπαϊκά έγινε για πρώτη φορά από το σουλτάνο Αχμέτ τον Γ' το 1726. Στις αρχές του ΙΘ' άι, οι αλλεπάλληλες ανταρσίες των Γενιτσάων οδηγούν στο κλείσιμο αυτού του πρώτου Πολεμικού Μουσείου (Dar-ul Esliha), ένα μέρος των εκθεμάτων του οποίου θα καταστραφεί το 1826 με την κατάργηση του γενιτσαρικού σώματος. Μερικές δεκαετίες αργότερα, ένα άλλο μέρος των εκθεμάτων χρησιμοποιείται από το νεοσύστατο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Το επόμενο βήμα θα σημειωθεί το 1908, με την ίδρυση ενός Αυτοκρατορικού Πολεμικού Μουσείου μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων. Το πρότυπο αποτελεί πλέον η Γερμανία, που εντυπωσιάζει τον υπουργό Αμυνας Σεβκέτ Πασά με τη μεγάλη σημασία που δίνει στο είδος. Στη σημερινή του θέση, στο πρώην Στρατιωτικό Γυμνάσιο του Χαρμπίγιε, το μουσείο μεταφέρθηκε το 1959.
Αντίθετα με την αναλυτική ιστορική αφήγηση της τουρκικής πλευράς, οι οδηγοί του πολεμικού μουσείου της Αθήνας είναι αρκετά φειδωλοί σε πληροφορίες για την εκκόλαψη της αντίστοιχης ιδέας στα καθ' ημάς. Τα εγκαίνια του Μουσείου έγιναν το 1975 και ο οδηγός του 1979 περιορίζεται στην εξήγηση ότι η ίδρυσή του αποσκοπεί στο "να προβάλη τους ιερούς αγώνας τους Εθνους, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, με σκοπόν την απόδειξιν της αδιασπάστου ιστορικής συνεχείας και ενότητος του Ελληνισμού" (σ.6). Αντίθετα, εξαιρετικά μεγάλη έκταση δίνεται στη δικαιολόγηση των αρχιτεκτονικών επιλογών που έγιναν όσον αφορά τη στέγαση του ιδρύματος: επικαλούμενη τις νέες ευρωπαϊκές τάσεις, η συγγραφέας του οδηγού φροντίζει να αποκρούσει τις "καθυστερημένες" αντιλήψεις μερίδας του εγχώριου κοινού, που θα προτιμούσαν ίσως την αξιοποίηση ενός παλιού κτιρίου αντί για τις μοντέρνες εγκαταστάσεις από γυαλί και μπετόν.
Δεύτερο πεδίο σύγκρισης -και περισσότερο ενδιαφέρον: η χωροταξική οργάνωση του παρελθόντος. Στην Κωνσταντινούπολη, η ιστορική εξέλιξη διχοτομείται με σημείο τομής τη δημιουργία της Νέας Τουρκίας μέσα από τις στάχτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ισόγειο του μουσείου είναι αφιερωμένο στο οθωμανικό παρελθόν, αποτελείται κυρίως από τη συλλογή όπλων και δευτερευόντως από πίνακες ιστορικού περιεχομένου, οργανώνεται δε με βάση τεχνικά και όχι χρονολογικά κριτήρια: μια αίθουσα είναι αφιερωμένη στα τόξα, μια άλλη στα κράνη και τις ασπίδες, μια τρίτη στις λόγχες ή τα σπαθιά, κόκ. Ο πρώτος όροφος, αντίθετα, ακολουθεί χρονολογική διάταξη: ξεκινά με την απόκρουση των αγγλογάλλων στα Δαρδανέλια το 1915, συνεχίζει με τον "Απελευθερωτικό Πόλεμο" του 1919-22 και καταλήγει στα καθ' ημάς, περνώντας από την Κορέα και τη Σομαλία. Ειδική αίθουσα είναι αφιερωμένη στην "Ειρηνευτική Επιχείρηση της Κύπρου" το 1974. Στην Αθήνα, αντίθετα, η διάταξη των εκθεμάτων ακολουθεί μια πιο συμβατική χρονολογική σειρά. Ο πρώτος όροφος έχει οργανωθεί με βάση το γνωστό τρίπτυχο "Αρχαιότητα - Βυζάντιο - Νεώτερος Ελληνισμός" και σταματά στο έπος του '40-'41. Τα πολιτικά ευαίσθητα γεγονότα των επόμενων χρόνων, από την Εθνική Αντίσταση ώς την Κορέα εκτίθενται κάπως αμήχανα στον Ημιόροφο. Οι αλλαγές της δεκαετίας του '80 είναι ορατές (εξαφανίστηκαν λχ οι πινακίδες περί "συμμοριτοπολέμου" και προστέθηκε μια προτομή του Σαράφη απέναντι σε εκείνες του Ζέρβα και του Ψαρού), εξίσου οφθαλμοφανής είναι όμως και η αμηχανία της ανάμιξης του παλιάς ιστορικής αφήγησης με τη νέα: στην προθήκη όπου βρίσκονται "στολή, ξίφος, παράσημα, κλπ του εκτελεσθέντος ήρωα συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρού", λχ, κρίθηκε καλύτερο να αποσιωπηθεί διακριτικά η ταυτότητα των εκτελεστών του... Πολύ πιο απλά είναι αντίθετα τα πράγματα με την εξαιρετικά πλούσια συλλογή όπλων από όλο τον κόσμο που εκτίθεται στο ισόγειο και οφείλεται σε κληροδότημα του εκλιπόντος αξιωματικού Π. Σαρόγλου. Αν οι γείτονές μας είχαν κρατική οργάνωση, εμείς έχουμε ατομική πρωτοβουλία!

Πώς προβάλλεται η εικόνα του Ελληνα στο τουρκικό πολεμικό μουσείο και πώς αυτή του Τούρκου στο ελληνικό; Οι φωτογραφίες που παραθέτουμε στις επόμενες σελίδες είναι νομίζουμε αρκετά αποκαλυπτικές για τη συμμετρία κάποιων μιλιταριστικών στερεότυπων εκατέρωθεν του Αιγαίου. Από κει και πέρα, ωστόσο, τον καθοριστικό ρόλο τον έχει η γεωπολιτική: αν για τους Ελληνες οι Τούρκοι αποτελούν -αυτοί καθ' εαυτοί- τον κύριο "ιστορικό αντίπαλο", για τους Τούρκους οι Ελληνες εμφανίζονται μάλλον σαν η εμπροσθοφυλακή -ή το πιόνι- μιας διαρκούς "δυτικής επιβουλής", από την εποχή του Ναβαρίνου μέχρι την ελληνική προέλαση στα ενδότερα της Μικρασίας. Στο ελληνικό μουσείο, ο αντιδυτικισμός απουσιάζει ολοκληρωτικά. Μοναδικοί ευρωπαίοι "εχθροί" απεικονίζονται οι χώρες του Αξονα στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γεγονός που εξισορροπείται και με το παραπάνω από την εκτενή παράθεση των αγγλογαλλικών συγχαρητηρίων προς την Ελλάδα, τόσο το 1919 όσο και το 1940-41. Στο τουρκικό μουσείο, αντίθετα, η ευρωπαϊκή απειλή είναι πανταχού παρούσα: περνά μέσα από τις ναυμαχίες της Πρέβεζας (1538), της Ναυπάκτου (1571) και του Τσεσμέ (1770), τις πολιορκίες της Βιέννης και την εκστρατεία της Ρόδου (1522), τις μάχες του Βελιγραδίου (1521), του Μοχάκς (1526) και της Σιλιστρίας (1828-9), για να καταλήξει στην εκστρατεία της Καλλίπολης και το διαμελισμό της Αυτοκρατορίας από την Αντάντ το 1919-20. Η ψυχροπολεμική περίοδος και η τρέχουσα Νέα Τάξη έχουν, φυσικά, αμβλύνει κάπως αυτή τη μονοσήμαντη ανάγνωση, καθώς και οι δυο χώρες τιμούν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο της Κορέας στο πλευρό των ΗΠΑ. Εξίσου περήφανες νιώθουν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και για τον Αττίλα του 1974, όπως διαφαίνεται από την αφιέρωση μισής αίθουσας στην "Ειρηνευτική Επιχείρηση της Κύπρου". Για την ελληνική πλευρά, αντίθετα, αυτή η πιο πρόσφατη ελληνοτουρκική σύρραξη (όπως και το υπερπατριωτικό πραξικόπημα που την πυροδότησε) αποτελεί σαφώς μια υπόθεση "πολιτική" και, ως εκ τούτου, απωθημένη εκτός επίσημης ιστορικής αφήγησης. δολοφονείται.


(Ελευθεροτυπία, 22/3/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ