ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Το "θαύμα" της Χιλής 

1.   2.   3. 

 

Οσο πλησιάζουμε στο τέλος της θητείας του Πινοτσέτ, τόσο πληθαίνουν οι φωνές θαυμασμού για την "αναίμακτη" επάνοδο της δημοκρατίας και για την επιτυχία του νεοφιλελεύθερου πειράματος στη Χιλή. Δυστυχώς η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ανέφελη για το πολύπαθο κράτος της Νοτίου Αμερικής.


Ο Πινοτσέτ είναι εδώ

Ενα τέταρτο του αιώνα μετά το αιματηρό πραξικόπημα που τον έφερε στην εξουσία, ο στρατηγός Αουγκούστο Πινοτσέτ εξακολουθεί να ορίζει με την παρουσία του την πολιτική επικαιρότητα της Χιλής. Στις 11 Μαρτίου η θητεία του στην ηγεσία του χιλιανού στρατού παίρνει τέλος, όμως το κεφάλαιο που άνοιξε το 1973 με την ανατροπή της κυβέρνησης της "Λαϊκής Ενότητας" παραμένει άγνωστο αν και πότε θα κλείσει. Ποιός νοιάζεται άλλωστε; Τα έγκυρα διεθνή ΜΜΕ έχουν προ πολλού αποφανθεί για τη χρησιμότητα της στρατοκρατικής "εκτροπής": αν τότε ήταν ο Economist που διαπίστωνε (13/10/73) ότι ο Πινοτσέτ κι η παρέα του "αξίζουν στη διάρκεια αυτής της δύσκολης μεταβατικής περιόδου κάτι παραπάνω από το προνόμιο της αμφιβολίας που ο δυτικός τύπος είναι εν γένει διατεθειμένος να τους παραχωρήσει", σήμερα ανήκει στην Washington Post η τιμή να διακηρύξει (25/1/98) πως "οι περισσότεροι χιλανοί αποδέχονται εκείνα τα εγκλήματα σαν μια αναγκαιότητα που πρόκυψε από την εθνική επιταγή να ανατραπεί η εκλεγμένη κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε". Οσο για τους νεοφώτιστους της φιλελεύθερης σκέψης, τα "Νέα της Μόσχας" και η "Λιτερατούρναγια Γκαζιέτα" εξέφραζαν ήδη από το 1991 την εκτίμησή τους για το χιλιανό μοντέλο οικοδόμησης "μηχανισμών που αφενός μεν αποκλείουν την ανάμιξη του κράτους στην οικονομία, αφετέρου δε, εμποδίζουν τη χρησιμοποίηση του ανθρώπου από τα πολιτικά κόμματα, τις κοινωνικές οργανώσεις, κλπ, για ιδιοτελείς σκοπούς". Ακόμα και οι δύστροποι, τέλος, δεν μπορεί παρά να υποκλιθούν στο επίτευγμα της "αναίμακτης" εξόδου από τη δικτατορία, που οφείλεται στην εκατέρωθεν επικράτηση της σωφροσύνης και του διαλόγου. Τέλος καλό, όλα καλά...
Η προσεκτική επισκόπηση της χιλιανής μετάβασης -από την απροκάλυπτη χούντα των στρατηγών στο σημερινό καθεστώς μιας τυπικής πλην ελεγχόμενης δημοκρατίας- άλλα μαρτυρά, ωστόσο. Η ίδια η μετάβαση έγινε δυνατή μονάχα χάρη στην επιλογή του μεγαλύτερου μέρους της αντιπολίτευσης, ύστερα από μια πενταετία άκαρπων κινητοποιήσεων που πνίγονταν στο αίμα από τα σώματα καταστολής του καθεστώτος, να παίξει το "θεσμικό" χαρτί. Καθοριστική υπήρξε η συμμετοχή των δημοκρατικών δυνάμεων στο δημοψήφισμα του 1988, που κατέληξε στην καταψήφιση του δικτάτορα και έθεσε σε κίνηση το μηχανισμό ενός σταδιακού πλην ανεπίστρεπτου εκδημοκρατισμού. Αυτή ήταν η μια πλευρά του νομίσματος: ενθουσιώδη πλήθη που πανηγύριζαν στους δρόμους για τη νίκη της ψήφου απέναντι στην ωμή βία και συνετοί πολιτικοί που μέτραγαν προσεκτικά κάθε τους κίνηση, έχοντας αποκλείσει εκ των προτέρων κάθε τυχοδιωκτισμό. Η άλλη όψη είναι αυτή που επισημαίνουν στο περιοδικό Current History (2/1991) ο ιστορικός Αρτούρο Βαλενσουέλα κι η ανταποκρίτρια της Boston Globe στη Λατ.Αμερική, Πάμελα Κόνσταμπλ: "Με την επιλογή της να μπει στο γήπεδο του καθεστώτος, η αντιπολίτευση αποδέχθηκε τόσο το δικό του χρονοδιάγραμμα για μετάβαση σε μια μη-στρατιωτική διακυβέρνηση όσο και ένα συνταγματικό πλαίσιο προορισμένο να περιορίζει την εξουσία των πολιτικών". Εξι χρόνια μετά, η διαπίστωσή τους επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Το χιλιανό μοντέλο μεταπολίτευσης έχει σαφή όρια:

Η διατήρηση ισχυρών ερεισμάτων του παλιού καθεστώτος. Με βάση το χουντικό Σύνταγμα του 1980 που διατηρείται μέχρι σήμερα με ελάχιστες τροποποιήσεις, η ηγεσία του στρατού και της αστυνομίας ξεφεύγει πλήρως από κάθε πολιτικό έλεγχο. Ηγέτης του στρατού παραμένει όπως είδαμε μέχρι τις 11.3.98 ο ίδιος ο Πινοτσέτ, ο δε διάδοχός του επιλέχθηκε υποχρεωτικά από τον πρόεδρο Φρέι μεταξύ των 5 υποψηφίων που πρότεινε ο ίδιος ο απερχόμενος. Οι στρατιωτικοί εξακολουθούν να έχουν την πλειοψηφία και στο πανίσχυρο Συμβούλιο Κρατικής Ασφαλείας, ενώ ένα 10% των κρατικών εσόδων από τις εξαγωγές χαλκού προορίζεται υποχρεωτικά για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων. Ανάλογοι μηχανισμοί έχουν θεσπιστεί και στο επίπεδο της νομοθετικής εξουσίας: εκτός από ένα εκλογικό σύστημα που ευνοεί σκανδαλωδώς το δεύτερο συνασπισμό κομμάτων (δηλαδή τους πολιτικούς επιγόνους της χούντας) και εξαφανίζει κυριολεκτικά τα μικρά κόμματα (δηλ. την αριστερά), 9 από τις 47 έδρες της Γερουσίας απονέμονται αριστίνδην στην απερχόμενη ηγεσία του στρατού και σε άλλους στυλοβάτες της δικτατορίας. Η σημασία της ρύθμισης γίνεται σαφής όταν λάβει κανείς υπόψη του το σημερινό συσχετισμό εδρών: στις εκλογές της εξελέγησαν 20 "κεντροαριστεροί" φιλοκυβερνητικοί βουλευτές και 18 (άκρο)δεξιοί. Με τους προβλεπόμενους διορισμούς, όμως, οι πρώτοι έγιναν 23 κι οι δεύτεροι 25... Απομένει το δικαστικό σώμα. Λίγο πριν παραδώσει την προεδρία της χώρας, ο Πινοτσέτ έδωσε πλουσιοπάροχες συντάξεις στα μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου και διόρισε στη θέση τους -ισόβια- εννιά δικούς του ανθρώπους. Με τόσα μέτρα, θα ήταν φυσικά περίεργο να μην έχει φροντίσει και για τον εαυτό του: ως πρώην πρόεδρος, αμέσως μετά την αποστράτευσή του μπορεί να διοριστεί ισόβιος γερουσιαστής, πόστο που ήδη έχει δηλώσει ότι θα μπει στον κόπο να καταλάβει...
Η συμβολική διατήρηση της συνέχειας. Ισως το πιο κραυγαλέο δείγμα του ανολοκλήρωτου χαρακτήρα της χιλιανής μεταπολίτευσης είναι ο συνεχιζόμενος επίσημος γιορτασμός του πραξικοπήματος του 1973. Η εθνοσωτήριος 11η Σεπτεμβρίου, επέτειος της ανατροπής και της δολοφονίας του Αλιέντε, παραμένει αργία και τιμάται με τις δέουσες παρελάσεις. Για την κατάργησή της θα απαιτούνταν πλειοψηφία και στα δυο κοινοβουλευτικά σώματα, πλειοψηφία που όπως είδαμε η εκλεγμένη κυβέρνηση στερείται στη Γερουσία! Φυσικά, κάθε χρονιά δε λείπουν εκείνοι που "γιορτάζουν" με τον τρόπο τους την επέτειο, υψώνοντας οδοφράγματα και συγκρουόμενοι με τις δυνάμεις της τάξης. Το 1996 συνελήφθησαν 222 άτομα και τραυματίστηκαν τουλάχιστον 38. Το 1997, η αστυνομία εισέβαλε στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο για να σπάσει κατάληψη διαμαρτυρίας των φοιτητών και χρησιμοποίησε αντλίες και δακρυγόνα για να διαλύσει τις διαδηλώσεις που ακολούθησαν.
Η ατελής αμνηστία κι η ατιμωρησία των κρατικών εγκλημάτων. Πρόκειται για την πιο τραυματική πτυχή της "ήπιας" μετάβασης. Οταν ο Πινοτσέτ παρέδωσε την προεδρία, υπήρχαν περίπου 400 πολιτικοί κρατούμενοι. Απ' αυτούς αφέθηκαν ελεύθεροι περίπου 50 που θεωρήθηκαν "κρατούμενοι συνείδησης" ενώ οι υπόλοιποι, ως ενεχόμενοι σε "αδικήματα βίας" (δηλαδή στην αντιδικτατορική αντίσταση), δικάστηκαν κανονικά ή συνέχισαν να εκτίουν τις ποινές τους. Εντελώς διαφορετική ήταν η μεταχείριση των στρατιωτικών, των αστυνομικών και των φασιστών που είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά πολιτών την περίοδο 1913-1990. Η Επιτροπή Ρέτιγκ και οι διαδοχές της έχουν ντοκουμεντάρει μέχρι σήμερα 3.197 τέτοιους φόνους ή θανάτους από βασανιστήρια και 1.102 "εξαφανίσεις" πολιτικών κρατουμένων. Για την πρώτη περίοδο της εφαρμογής του στρατιωτικού νόμου (1973-78), όλα τα σχετικά εγκλήματα έχουν παραγραφεί με ειδικό διάταγμα ("νόμος περί αμνηστίας") το 1978. Μια μονάχα εξαίρεση προβλεπόταν: αφορούσε το στρατηγό Μανουέλ Κοντρέρας και τον ταξίαρχο Πέδρο Εσπινόσα, υπεύθυνους για τη δολοφονία το 1976 στην Ουάσιγκτον του τ.υπουργού Ορλάντο Λετελιέρ και του αμερικανού βοηθού του Ρόνι Μόφιτ, για τους οποίους εκκρεμούσε και αίτηση έκδοσης στις ΗΠΑ. Το 1993 καταδικάζονται τελεσίδικα σε 7 & 6 χρόνια κάθειρξη και, δυο χρόνια αργότερα, η ποινή τους επικυρώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο. Για να οδηγηθούν στη φυλακή, ωστόσο, θα χρειαστεί να δοθεί μια πολύμηνη πολιτική μάχη και να χτιστούν εν ριπή οφθαλμού ειδικές φυλακές πολυτελείας, προορισμένες για τους ίδιους και τους συναδέλφους τους της αυτής κατηγορίας. Το 1994 το εφετείο του Σαντιάγο θα κηρύξει δυο φορές άκυρο το "νόμο περί αμνηστίας", επικαλούμενο τον ισχυρισμό της χούντας ότι μεταξύ 1973 και 1978 η χώρα βρισκόταν σε "εσωτερικό πόλεμο" και τη συνταγματική πρόβλεψη ότι οι διεθνείς συνθήκες (στην προκειμένη περίπτωση, η υποχρέωση σεβασμού των αιχμαλώτων πολέμου) υπερτερούν της εσωτερικής νομοθεσίας. Φοβούμενη τον "εκτροχιασμό" της όλης διαδικασίας και την όξυνση των σχέσεών της με τους στρατιωτικούς, η κυβέρνηση Φρέι θα κατεβάσει το Νοέμβριο του 1995 μαζί με την ακροδεξιά κοινό νομοσχέδιο για το "κλείσιμο" των διώξεων και περιορισμό των ερευνών μονάχα στον εντοπισμό της τύχης (και των πτωμάτων) των "εξαφανισμένων". Οσο για τις αγριότητες που διαπράχθηκαν από τα "όργανα" μεταξύ 1978 και 1990, αποκαλυπτική είναι η ετυμηγορία της χιλιανής δικαιοσύνης σε μια υπόθεση που είχε συγκλονίσει την παγκόσμια κοινή γνώμη: το κάψιμο ζωντανού ενός νεαρού φωτογράφου και μιας κοπέλας που είχαν συλληφθεί σε διαδήλωση στις 2 Ιουλίου 1986. Ο επικεφαλής της διμοιρίας των δολοφόνων, Πέδρο Φερνάντες Ντίτους, καταδικάστηκε τελεσίδικα το Δεκέμβριο του 1995 σε 600 μέρες φυλάκιση. Εκτιμώντας τις περιστάσεις της γενικότερης ατιμωρησίας, η Διεθνής Αμνηστία έσπευσε να χαιρετίσει ευνοϊκά το γεγονός...


(Ελευθεροτυπία, 1/3/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ