ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ


Η αναθεώρηση που δεν έγινε 

1.   2.   3. 

 

 
Μια "ελέω Θεού" δημοκρατία


Στο ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα των σχέσεων του κράτους με την εκκλησία, η θέση του καθηγητή Γ. Σωτηρέλη είναι σαφής: θεωρεί επιβεβλημένο το χωρισμό κράτους και εκκλησίας και επαναφέρει την άποψη που είχε υποστηρίξει το ΠΑΣΟΚ το 1975, άποψη που, όπως μας λέει, "λησμόνησε στη συνέχεια, προσχωρώντας στη ρητορεία του εθνικοθρησκευτικού λαϊκισμού, αλλά και στην πελατειακή και μικροκομματική αξιοποίηση τόσο της επίσημης Εκκλησίας όσο και της Ορθοδοξίας γενικότερα". Σήμερα, η στάση του κυβερνώντος κόμματος δεν διαφοροποιείται από εκείνη της ΝΔ και συνοψίζεται στο δόγμα "ό,τι θέλει η επίσημη εκκλησία".
"Κι όμως ήταν μια μοναδική ευκαιρία", υπογραμμίζει ο καθηγητής Σωτηρέλης, "να δοθεί μια απλή, καθαρή και έντιμη λύση, που θα ήταν αμοιβαία επωφελής τόσο για το κράτος όσο και για την εκκλησία. Και η λύση αυτή είναι ο -περιλαμβανόμενος στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ- χωρισμός του κράτους από την επίσημη Εκκλησία και η αντιμετώπιση της τελευταίας στο πλαίσιο μιας σαφούς -πλην ευμενούς- ουδετερότητας". Με την κατάργηση της αναχρονιστικής προμετωπίδας του Συντάγματος, η ελληνική Δημοκρατία θα έπαυε να είναι μία από τις τελευταίες "ελέω Θεού" δημοκρατίες και θα προσχωρούσε, έστω και καθυστερημένα, στο μοντέλο του "κοσμικού κράτους". Θα έπαυε επίσης να ισχύει το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται στην "επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα", στα δόγματα και τη διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στη σχέση με το Πατριαρχείο Αλεξανδρούπολης και στο αναλλοίωτο της Αγίας Γραφής. Την απάλειψη του άρθρου 3, υπενθυμίζει ο καθηγητής Σωτηρέλης, είχε προτείνει το 1975 ομάδα επιστημόνων του ΠΑΣΟΚ υπό την προεδρία του σημερινού πρωθυπουργού, η οποία τόνιζε ότι "έφθασε η ώρα να καταργηθεί το ιστορικά αποτυχημένο σύστημα της 'νόμω κρατούσης Πολιτείας', το σύστημα δηλαδή που επιτρέπει την επέμβαση του κράτους στη διοίκηση και τα οικονομικά της της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας", για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι "Είναι καιρός το κράτος και οι πολίτες του να διαχωρισθούν από τη λειτουργία ενός πνευματικού θεσμού όπως η Εκκλησία, και να περιορισθεί το μεν Δημοκρατικό Κράτος στην ευθύνη της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας των πολιτών του, η δε Εκκλησία στην ψυχική καθοδήγησή τους, χωρίς να επιζητεί την ανάμειξη σε κοσμικές εξουσίες και να ασκεί απαγορευτικό ρόλο στην εξέλιξη των αστικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών σχέσεων των Ελλήνων".
Οι σημερινές συνθήκες καθιστούν απολύτως επίκαιρες αυτές τις επισημάνσεις. "Υπάρχει ανάγκη ριζικών λύσεων", συνεχίζει ο καθηγητής Σωτηρέλης, "λύσεων ικανών να καταργήσουν τις συνταγματικές διατάξεις που παρέχουν δυστυχώς - λόγω της στρεβλής ερμηνείας τους- υπόβαθρο σε ποικίλες παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, παρά τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση". Και διερωτάται: "Είναι άραγε ευχαριστημένη η κυβέρνηση με τη μεταξική νομοθεσία που ρυθμίζει ακόμη τα θέματα της ίδρυσης ναών και του προσηλυτισμού, διασύροντας τη χώρα μας στα ευρωπαϊκά δικαστήρια; Την εκφράζει άραγε ο υποχρεωτικός κατηχητισμός στα σχολεία, που δεν ισχύει πλέον σε καμία ευρωπαϊκή χώρα και προσβάλλει κάθε έννοια ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας; Δεν δυσανασχετεί με την άρνηση των αρμοδίων του υπουργείου Παιδείας να δώσουν άδεια για ίδρυση τζαμιού, όταν στην Αθήνα υπάρχουν χιλιάδες -Ελληνες και μη- μουσουλμάνοι; Δεν ανησυχεί όταν το μνημείο της Ροτόντας τελεί υπό την ομηρία των εγχώριων μουτζαχεντίν ή όταν τα δικαστήρια προτιμούν να δώσουν την επιμέλεια ενός παιδιού στον απόντα και καταδικασμένο για εμπόριο ναρκωτικών πατέρα και όχι στη μάνα, επειδή τυχαίνει μάρτυρας του Ιεχωβά; Δεν συνιστούν όλα αυτά την αναβίωση του 'Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών;' Ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω κάποιους ευαίσθητους υπουργούς μας που ανακάλυψαν ξαφνικά 'εθνικιστικές', 'αντιδραστικές' ή και 'ακροδεξιές' θέσεις στην -σοβαρή κατά κανόνα- κριτική που ασκείται για τα εθνικά θέματα, ενώ ανέχονται νοοτροπίες και πρακτικές οι οποίες στοιχειοθετούν πράγματι τέτοιες θέσεις, χωρίς να τις καταγγέλλουν και, ιδίως, χωρίς να προτείνουν τίποτε για την αντιμετώπισή τους;".
Σπεύδει ωστόσο να τονίσει ότι από το χωρισμό κράτους και εκκλησίας "η πλευρά που θα ευνοηθεί περισσότερο είναι η ίδια η Ορθοδοξία που δεν πρέπει να ταυτίζεται με την 'αρχαία σκουριά' της επίσημης Εκκλησίας. Διότι η Ορθοδοξία -ως αντίληψη και πρακτική- δεν έχει να κερδίσει τίποτε από μια Εκκλησία πλαδαρή, εφησυχάζουσα και κρατικοδίαιτη, που θυμίζει περισσότερο προβληματική ΔΕΚΟ και λιγότερο πνευματικό ίδρυμα και θρησκευτική κοινότητα".


ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Για το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας που έχει μονοπωλήσει τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο καθηγητής Σωτηρέλης σημειώνει τα εξής: "Το υπερτιμημένο αυτό ζήτημα πρέπει να αντιμετωπισθεί από τη σκοπιά της λαϊκής κυριαρχίας. Αν πράγματι τα κόμματα συγκλίνουν στην άποψη ότι είναι προβληματική η διαδικασία λόγω της μεσολάβησης εκλογών, η μόνη ενδεικνυόμενη λύση είναι η απευθείας προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, αν δεν επιτευχθεί πλειοψηφία 180, όπως πρότεινε πρόσφατα ο έμπειρος περί τα συνταγματικά Σάκης Πεπονής. Διότι έτσι, αφενός μεν δεν ανατρέπεται, αλλ' αντίθετα ενισχύεται, η λογική του συντακτικού νομοθέτη του 1975 για παρεμβολή της λαϊκής κυριαρχίας στην εκλογή του Προέδρου, αφετέρου δε διευκολύνεται η σχετική διαδικασία. Θα προσέθετα μάλιστα ότι στο στάδιο της απευθείας εκλογής από το λαό επιβάλλεται να μπορούν να συμμετάσχουν και άλλοι υποψήφιοι με την προϋπόθεση της πρότασής τους από μεγάλο αριθμό πολιτών (π.χ. το 3% του εκλογικού σώματος), ώστε να απεμπλακεί η προεδρική εκλογή από τις ασφυκτικές προδιαγραφές -και σκοπιμότητες- των κομμάτων."
Κατά την άποψη του καθηγητή Σωτηρέλη, το επιχείρημα ότι η άμεση αυτή εκλογή κινείται έξω από τη λογική της Προεδρευόμενης Δημοκρατίας είναι ασθενής, σχηματική ή/και προσχηματική. "Αφενός διότι διαψεύδεται από την ίδια την ευρωπαϊκή πραγματικότητα (π.χ. Αυστρία και Φιλανδία) και αφετέρου διότι στηρίζεται σε μια κινδυνολογία για εξαιρετική ισχυροποίηση της θέσης του Προέδρου, η οποία θα ίσχυε μόνον αν η εκλογή από το λαό συνοδευόταν από την επιστροφή τού συνόλου των αρμοδιοτήτων του 1975. Το μόνο που μπορεί να συνεπάγεται η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία είναι μια κάποια ενίσχυση του ρυθμιστικού του ρόλου, η οποία όχι μόνον είναι ευκταία, ώστε να αποκατασταθούν κάποιες στοιχειώδεις ισορροπίες μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής λειτουργίας (κυβέρνηση-Πρόεδρος), αλλά και θα πρέπει να συνοδευτεί και από λελογισμένη διεύρυνση των προεδρικών αρμοδιοτήτων (όπως η προκήρυξη -και- προεδρικού δημοψηφίσματος, η σύγκληση κοινής σύσκεψης με τους αρχηγούς των κομμάτων, η ρητή συνταγματική πρόβλεψη ότι η έκδοση των νόμων περιλαμβάνει και έλεγχο ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας κ.ο.κ.)."

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μπορεί σήμερα να μην έχει τη σχετική αρμοδιότητα στον κυβερνητικό καταμερισμό, αλλά υπήρξε στην προηγούμενη φάση ο συντονιστής εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ της επιχειρούμενης αναθεώρησης. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Πέτρο Ευθυμίου, ο Ευάγγελος Βενιζέλος περιγράφει ως εξής την ουσία των κυβερνητικών προτάσεων: "Ο εκσυγχρονισμός, θα έλεγα η εναρμόνιση του πολιτικού μας συστήματος προς τις απαιτήσεις της εποχής μας, περνάει αναγκαστικά μέσα από μια διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Η οποία, όμως, έχει ένα προσόν το οποίο φαίνεται παράδοξο, φαίνεται να είναι 'συντηρητικού' χαρακτήρα. Αυτό όμως που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι πρόκειται για μια συναινετική και επιβεβαιωτική αναθεώρηση. Δηλαδή το βασικό χαρακτηριστικό της δεν είναι ότι θέλει να τροποποιήσει κάποιες συνταγματικές διατάξεις αλλά ότι κάποιες συνταγματικές διατάξεις και αρχές που σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη δεν θεωρούνται πλέον αυτονόητες εδώ επιβεβαιώνονται από την ευρύτατη πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων." (Το Βήμα, 19.10.97)
Ο κ. Βενιζέλος επιβεβαιώνει τη σύγκλιση ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας σε όλα τα θέματα εκτός από την εκλογή του Προέδρου: "Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων υπάρχει ευρύτατη σύμπτωση απόψεων."

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τη σύμπτωση των απόψεων ΠΑΣΟΚ-Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος διαπιστώνει ο Πέτρος Ευθυμίου και υποβάλλει σχετική ερώτηση στον εισηγητή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης Προκόπη Παυλόπουλο: "Γιατί αισθάνεστε ότι διαφοροποιείται η πρότασή σας από το ΠΑΣΟΚ, όταν ο κ. Βενιζέλος υποστήριξε τα ίδια με εσάς στο Βήμα την περασμένη Κυριακή για τα ατομικά δικαιώματα, για το κοινωνικό κράτος, για τη δικαιοσύνη, κλπ.;" Η απάντηση του συνταγματολόγου είναι χαρακτηριστική. "Δεν ξέρω αν το ΠΑΣΟΚ έχει πραγματικά πρόταση -θα φανεί. Διαφωνούμε σε βασικά θέματα με το ΠΑΣΟΚ στο θέμα της αναθεώρησης. Εμείς έχουμε καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις και το ΠΑΣΟΚ άξονες." Ο κ. Παυλόπουλος δεν βρίσκει όμως ούτε ένα παράδειγμα αυτών των "διαφορών".

ΣΗΜΙΤΗΣ. Συνοψίζοντας τη θέση του, ο καθηγητής Σωτηρέλης καταλήγει ότι το τρέχον αναθεωρητικό εγχείρημα είναι πολιτικά άτολμο και ιδεολογικά άχρωμο. "Γνωρίζω βέβαια", συμπληρώνει, "ότι η εναλλακτική θεώρηση που προσπάθησα να σκιαγραφήσω ηχεί ίσως παράταιρη στα αφτιά κάποιων στελεχών του ΠΑΣΟΚ που είτε δεν υπήρξαν ποτέ σοσιαλιστές είτε πάσχουν από ένα σύνδρομο ιδεολογικής μετάλλαξης -προς την κατεύθυνση μιας απλής και ουδέτερης διαχείρισης- που προσδιορίζει δυστυχώς τόσο στενά το εύρος, τη δυναμική και τον πολιτικό ορίζοντα του προτεινόμενου -και αναγκαίου- "εκσυγχρονισμού". Σε όλους αυτούς όμως έχει ήδη απαντήσει σε ανύποπτο χρόνο ο ίδιος ο νυν πρωθυπουργός, όχι μόνο με την πρόταση αναθεώρησης του 1975, αλλά και με συγκεκριμένη ιδεολογικοπολιτική οριοθέτηση του ρόλου του δικαίου, η οποία ισχύει πολύ περισσότερο για το συνταγματικό δίκαιο και την οποία προσυπογράφουμε: 'Το δίκαιο είναι συνυφασμένο με την πολιτική. Το δίκαιο που δε θέλει μόνον να συντηρήσει και να προφυλάξει, αλλά και να αλλάξει, πρέπει να είναι πολιτικοποιημένο. Πολιτικοποιημένο σε αντίθεση με το φαινομενικά απολίτικο δίκαιο της αστικής κοινωνίας. Πολιτικοποιημένο, γιατί η εφαρμογή του θα βασίζεται στην ανάλυση των συγκεκριμένων συμφερόντων των τάξεων, κοινωνικών ομάδων και ατόμων που εξυπηρετεί, στην έρευνα του ιδεολογικού του ρόλου. Πολιτικοποιημένο, γιατί θα αποτελεί στοιχείο πολιτικής δράσης. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο του νέου δικαίου θα προκύψει όχι από νοητική επεξεργασία εννοιών και αρχών, αλλά από την επιστημονική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας, από τη μελέτη του συγκεκριμένου και διαρκώς μεταβλητού, σε συνάρτηση με ένα πρόγραμμα που θα διαγράφει τους στόχους του μετασχηματισμού σε μια δημοκρατική κοινωνική (σοσιαλιστική) κοινωνία' (Κώστα Σημίτη, "Πολιτική, Κυβέρνηση, Δίκαιο", εκδ. Καστανιώτη. Αθήνα 1981, σ. 82-83)."


ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Γ. Παπαδημητρίου "Η αναθεώρηση του Συντάγματος. Εισαγωγή - προτάσεις - ευρετήρια"
(Αθήνα-Κομοτηνή 1995, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα). Συλλογή κειμένων για τα πρώτα βήματα της τρέχουσας αναθεωρητικής διαδικασίας. Περιέχεται η εξαγγελία της αναθεώρησης από τον Ανδρ.Παπανδρέου, οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, της ΠΟΛΑΝ και του ΚΚΕ και, υπό τύπο παραρτήματος, οι παλιότερες αναθεωρητικές προτάσεις Καραμανλή (1963) και Παπανδρέου (1985).

Βουλή των Ελλήνων "Εκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος" (Αθήνα, Ιούνιος 1996). Περιέχονται οι τοποθετήσεις των επίσημων εισηγητών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, όσο και οι μερικότερες εισηγήσεις και προτάσεις βουλευτών της αντιπολίτευσης (ΝΔ, ΠΟΛΑΝ, ΚΚΕ).

Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος "Οι προτάσεις αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος του πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και της Νέας Δημοκρατίας" (Αθήνα, Οκτώβριος 1997). Ταξινόμηση των προτάσεων κυβέρνησης κι αξιωματικής αντιπολίτευσης ανά άρθρο, έτσι ώστε να διευκολύνεται ο σχηματισμός σφαιρικής εικόνας από τους βουλευτές -και όποιους άλλους αναγνώστες.

Ευάγγελος Βενιζέλος "Η συναινετική αναθεώρηση. Αναθεώρηση του Συντάγματος και αναβίωση της Πολιτικής" (Αθήνα-Κομοτηνή 1996, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα). Οι σχετικές αγορεύσεις του εισηγητή της πλειοψηφίας στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Ο τίτλος χαρακτηρίζει το περιεχόμενο της επιχειρούμενης αναθεώρησης.

Γιώργος Αναστασιάδης (επιμ.) "Το χρονικό της συνταγματικοπολιτικής έντασης. Κείμενα και ντοκουμέντα για την περίοδο 9/3 - 2/6/1985" (περιοδικό "Δίκαιο και Πολιτική", τχ.10, 1985). Ντοκουμέντα εποχής από την προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση, όταν η κατάργηση των προεδρικών υπερεξουσιών -μαζί με την απομάκρυνση του Κ.Καραμανλή από την προεδρία της Δημοκρατίας- είχε αναχθεί σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα και σημείο προεκλογικής αντιπαράθεσης μεταξύ "φωτός" και "σκότους". Χρήσιμο για συγκρίσεις με το υποτονικό σήμερα.


ΔΕΙΤΕ

Δαντών
(Danton) του Αντρέι Βάιντα (1982). Στοχασμός πάνω στις -όχι και τόσο συναινετικές- ρίζες του συνταγματικού κοινοβουλευτισμού, που σήμερα αποτελεί κοινό τόπο πολιτειακής συγκρότησης των δυτικών δημοκρατιών.

Βενιζέλος του Παντελή Βούλγαρη (1980). Ιστορική βιογραφία του θεωρούμενου πατέρα της σύγχρονης ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Περιγράφεται η περίοδος 1910-1927 και περιλαμβάνονται αποσπάσματα ιστορικών αγορεύσεων.

(Ελευθεροτυπία, 11/1/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ