ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ


Η αναθεώρηση που δεν έγινε 

1.   2.   3. 

 

Για ποιο λόγο γίνεται αναθεώρηση του Συντάγματος; Από όσα ακούμε και διαβάζουμε δεν υπάρχει κανένας λόγος! Απλώς μας υποσχέθηκαν αναθεώρηση και θεωρούν υποχρέωση τους να την κάνουν. Με οδηγό τον επίκουρο καθηγητή Γιώργο Σωτηρέλη αναζητούμε στοιχεία μιας ουσιαστικής και ριζοσπαστικής αναθεώρησης.

 
Η ανεπιθύμητη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση

Για τρίτη φορά μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα, ο καταστατικός χάρτης της Ελληνικής Δημοκρατίας πρόκειται να αναθεωρηθεί μέσα στους επόμενους μήνες. Αντίθετα όμως από ό,τι συνέβη το 1974-5 ή το 1985-6, η τρέχουσα αναθεωρητική διαδικασία ελάχιστα έχει απασχολήσει όχι μόνο την εν γένει "κοινή γνώμη" αλλά και τους κατ' επάγγελμα ασχολουμένους με τα κοινά. Δε χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη για να διαπιστώσει κανείς ότι αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος οφείλεται στην ίδια την περιορισμένη εμβέλεια της όλης διαδικασίας: τη στιγμή που δραματικές αλλαγές -στην κοινωνία αλλά και σε ζωτικούς τομείς των κρατικών δραστηριοτήτων- δρομολογούνται καθημερινά, ποιος θα μπορούσε να θεωρήσει πρωτεύον ζήτημα το αν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται με 180 ή 151 ψήφους; Κι όμως, τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Δεν πρόκειται για δική μας εκτίμηση, αλλά για την τοποθέτηση ενός πανεπιστημιακού που είχε τη δυνατότητα να κρίνει τα πράγματα "από τα μέσα". Γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης επί υπουργίας Κουβελάκη, ο επίκουρος καθηγητής Συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Σωτηρέλης καταθέτει την άποψή του για το πώς η τρέχουσα αναθεώρηση θα μπορούσε να δικαιώσει τις αρχικές εξαγγελίες, αμέσως μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1993, για "μια βαθιά θεσμική τομή που θα σηματοδοτούσε μια ευρεία και ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του κράτους".
Ο κ. Σωτηρέλης δεν κρύβει την απογοήτευσή του για την τροπή που πήραν τα πράγματα. "Τέσσερα χρόνια μετά την εξαγγελία της, η αναθεώρηση έχει μπεί στην τελική ευθεία, αλλά τίποτε δεν θυμίζει τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα που της είχε αποδοθεί. Αυτό βεβαίως δεν είναι τυχαίο, αφού το όλο εγχείρημα εκχωρήθηκε και εγκλωβίστηκε πολύ νωρίς -οιονεί εργολαβικά- σε μια στείρα τεχνοκρατική θεώρηση με αποτέλεσμα να εκφυλισθεί σταδιακά σε μια πλήρως
αποϊδεολογικοποιημένη διαδικασία ρουτίνας, στην οποία πρυτάνευσε η πάση θυσία συναίνεση με τη Νέα Δημοκρατία και κατ' επέκταση ο θεσμικός κομφορμισμός και το στρογγύλεμα των αντιθέσεων. Μετά την επικράτηση του νυν πρωθυπουργού στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ καταβλήθηκε μία προσπάθεια ανανέωσης και εμπλουτισμού της όλης προσπάθειας, που απέδωσε μεν ορισμένες νέες προτάσεις -τις πλέον ενδιαφέρουσες- χωρίς ωστόσο να ανατραπεί θεαματικά η όλη εικόνα μιας άχρωμης και άτολμης αναθεώρησης". Μεγάλο μέρος της ευθύνης γι' αυτή την ατολμία ο κ.Σωτηρέλης επιρρίπτει στην προνομιακή επιλογή συμμαχιών στα δεξιά του κυβερνητικού κόμματος. Υπενθυμίζοντας πως "ένα σοσιαλιστικό κόμμα που σέβεται τον εαυτό του πρώτα χαράσσει τη συνταγματική του πολιτική, με βάση τις ιδεολογικές και πολιτικές του κατευθύνσεις, κι ύστερα αναζητεί ευρύτερες συγκλίσεις", προχωρεί στη διατύπωση ορισμένων κρίσιμων ερωτημάτων: "Είναι απορίας άξιο γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν εκμεταλλεύεται τον υπάρχοντα ευνοϊκό συσχετισμό στη Βουλή, προκειμένου να προωθήσει κάποιες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις, και εμμένει στην αρχική τακτική για σύγκλιση κυρίως με τη ΝΔ (χωρίς έστω να αξιοποιεί κάποιες τολμηρές προτάσεις από το χώρο αυτό, όπως ιδίως των κ.Ράλλη και Βαρβιτσιώτη). Διότι είναι φανερό ότι δύσκολα θα εμφανισθεί στο προσεχές μέλλον ευκαιρία συμπλήρωσης του αριθμού των 180 βουλευτών [που απαιτούνται για την αναθεώρηση] με τέτοια ευχέρεια επιλογής συμμαχιών. Εξάλλου, δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να διακηρύσσει προς κάθε κατεύθυνση την ανάγκη πολιτικών συγκλίσεων στον χώρο της ευρείας Αριστεράς (έστω και υπό την εκδοχή της Κεντροαριστεράς) και παράλληλα να μην αξιοποιείται μια τόσο καλή ευκαιρία διαλόγου για τη διαμόρφωση μιας κοινής θεσμικής στρατηγικής, προς μια προοδευτική και ριζοσπαστική κατεύθυνση".

Ποια όμως θα ήταν εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δώσουν μια άλλη κατεύθυνση στο αναθεωρητικό εγχείρημα; Διευκρινίζοντας πως δεν διεκδικεί "ούτε την πρωτοτυπία των θέσεων ούτε την πατρότητα των προτάσεων", ο καθηγητής Σωτηρέλης προχωρεί σε "μια προσπάθεια συστηματοποίησης και επεξεργασίας προτάσεων που κατά μεγάλο μέρος έχουν ήδη διατυπωθεί -έστω σπερματικά και αποσπασματικά- στο πλαίσιο της επιστημονικής και πολιτικής συζήτησης για την αναθεώρηση". Δεν πρόκειται, τονίζει, για ένα συνολικό σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης, αφού κάτι τέτοιο "είναι αρμοδιότητα συλλογικών πολιτικών υποκειμένων" αλλά κυρίως για την επεξεργασία κάποιων βασικών αρχών από τις οποίες θα έπρεπε να εκκινεί μια προοδευτική απάντηση στα προβλήματα εκείνα που απέφυγε να θίξει (ή ήταν δύσκολο να προβλέψει) ο συνταγματικός νομοθέτης των περασμένων δεκαετιών.
"Το μείζον πρόβλημα της σύγχρονης Δημοκρατίας", επισημαίνει σχετικά ο κ. Σωτηρέλης, "είναι η υποβάθμιση της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία έχει συρρικνωθεί προ πολλού σε μία απλή και τυπική διαδικασία ανάδειξης αντιπροσώπων, με αποτέλεσμα την παθητικοποίηση των πολιτών και εν τέλει την αποστασιοποίησή τους από τα κοινά". Αμεσα συνδεδεμένο με τα παραπάνω είναι το φαινόμενο του "αυταρχικού κρατισμού", δηλαδή "η ολοένα εντονότερη αυτονόμηση και σκλήρυνση νευραλγικών μηχανισμών του κράτους, με τη σταδιακή αποκοπή τους από τον ομφάλιο λώρο της λαϊκής κυριαρχίας αλλά και τη στεγανοποίησή τους, τόσο σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο -από τον οποίο εξαιρούνται οι κυβερνητικές και διαλανθάνουν πολλές διοικητικές πράξεις- όσο και σε σχέση με τον πολιτικό έλεγχο, που ασκείται από τα αντιπροσωπευτικά σώματα".
Τα κυριότερα μέτρα που προτείνονται για την αντιστροφή αυτής της πορείας είναι τα εξής:

* "Να απονεμηθεί από το Σύνταγμα η πρωτοβουλία για την προκήρυξη δημοψηφίσματος σε όλους τους φορείς του δημοκρατικού πολιτεύματος και συγκεκριμένα:
1. Στον ίδιο το λαό, ως κατ' εξοχήν φορέα της λαϊκής κυριαρχίας, με την προϋπόθεση της συλλογής ενός μεγάλου αριθμού υπογραφών (όχι κάτω από το 10% του εκλογικού σώματος).
2. Στον Πρόεδρο, όπως ίσχυε υπό το Σύνταγμα του 1975.
3. Στην Κυβέρνηση, όπως ισχύει σήμερα.
4. Στην ίδια τη Βουλή, είτε με πρόταση μεγάλου αριθμού βουλευτών (όχι κάτω των 140) είτε με πρόταση του συνόλου των κοινοβουλευτικών κομμάτων της Αντιπολίτευσης".
Ως εγγυήσεις για την αποτροπή εκφυλισμού της όλης διαδικασίας, προτείνονται η ύπαρξη αυστηρού περιορισμού ως προς τον αριθμό των δημοψηφισμάτων που μπορούν να προκηρυχθούν σε κάθε βουλευτική περίοδο και η παροχή δικαιώματος veto από τον Πρόεδρο, την Κυβέρνηση ή τη Βουλή όσον αφορά τη διατύπωση των ερωτημάτων ("έτσι ώστε να μην είναι παραπλανητικά και να μην οδηγούν σε μίαν έντεχνη χειραγώγηση της λαϊκής κυριαρχίας") και κυρίως έτσι ώστε να αποκλείεται η δια δημοψηφίσματος περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων, "τα οποία είναι εξ ορισμού δικαιώματα των κάθε φύσης και απόχρωσης μειονοτήτων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να είναι έρμαια μιας επιτηδευμένης και συγκυριακής 'πλειοψηφικής' αμφισβήτησης".

* Να ληφθούν μέτρα για το πρόβλημα που δημιουργεί "η φαλκίδευση της ανάδειξης των αντιπροσώπων του λαού από μεγάλα μπλοκ οικονομικών συμφερόντων, τοπικής ή/και εθνικής εμβέλειας" (τα περίφημα "διαπλεκόμενα"). "Η μόνη ριζική λύση", εκτιμά ο κ. Σωτηρέλης, "παρά τα όποια προβλήματά της, θα ήταν η βαθμιαία αντικατάσταση του σταυρού προτίμησης από τον κομματικό κατάλογο (ευρωελληνιστί "λίστα"), που θα προκύπτει όμως από ουσιαστικές συμμετοχικές διαδικασίες ευρύτατων εκλεκτορικών σωμάτων, κατά το πρότυπο πχ της ανάδειξης των προεδρικών υποψηφίων στις ΗΠΑ". Ως μεταβατικές λύσεις -εν όψει του ότι η πρόταση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί συνταγματικά- υιοθετεί την άποψη του Γ.Ράλλη ("εν μέρει σταυρός και εν μέρει κατάλογος") το "σύστημα του ανατρεπόμενου καταλόγου (που καταρτίζεται μεν από τα κόμματα, αλλά η σειρά εκλογής είναι δυνατόν να ανατραπεί από το εκλογικό σώμα)".

* Να επιβληθούν συνταγματικοί περιορισμοί στη δυνατότητα της κυβέρνησης να τροποποιεί ανά πάσα στιγμή τον εκλογικό νόμο κατά το δοκούν.

* "Να θεσπιστεί μια νέα οργάνωση της Βουλής, αποτελεσματική και ευέλικτη, που θα την καταστήσει όντως ικανή να ανταποκριθεί στον συνταγματικό της ρόλο. Η οργάνωση αυτή θα στηρίζεται σε ισχυρές Κοινοβουλευτικές Επιτροπές (ή Τμήματα), ικανές να αναλάβουν -με την συνδρομή του κατάλληλου διοικητικού και επιστημονικού προσωπικού- το μέγιστομέρος του ελεγκτικού και νομοθετικού έργου, την αξιολόγηση και εφαρμογή των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την ουσιαστική και σε βάθος τμηματική επεξεργασία του προϋπολογισμού -με δυνατότητες τροποποιήσεων επί της ουσίας- και την εισήγηση όλων των άλλων μειζόνων θεμάτων, που θα παραμείνουν στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας. Η τελευταία θα συνέρχεται έτσι πολύ αραιότερα απ' ό,τι σήμερα, αλλά χωρίς άδεια έδρανα, και κάθε σύγκλησή της θα είναι πολιτικό γεγονός που θα συμβολίζει και θα αναδεικνύει τη θέση της Βουλής ως προνομιακού βήματος γύρω από το οποίο θα οργανώνεται η πολιτική και συνταγματική ζωή της σύγχρονης Δημοκρατίας".

* Να καθιερωθούν, τέλος, ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (πχ ΑΣΕΠ, ΕΣΡ, Επίτροπος Διοικήσεως) -όπως ήδη προτείνεται- οι οποίες όμως θα αναδεικνύονται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία, θα υπόκεινται σε συνεχή έλεγχο και θα είναι δυνατόν να ανακληθούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με επίσης αυξημένη πλειοψηφία, πριν από τη λήξη της θητείας τους.

(Ελευθεροτυπία, 11/1/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ