ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ


Τα βιβλία του 2000 

1.   2.   3. 

 

Κάθε χρόνο τις ημέρες αυτές οι εφημερίδες προτείνουν καταλόγους βιβλίων προπαγανδίζοντάς τα ως το καλύτερο γιορτινό δώρο. Ο κατάλογος όμως των βιβλίων που απαγορεύονται σε διάφορα μέρη του κόσμου είναι πολύ μεγαλύτερος.


Η λογοκρισία του πολιτισμού

Το 1558, λίγες μόλις δεκαετίες μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας, ο Πάπας εξέδιδε βούλα για να απαγορεύσει την κυκλοφορία 500 βιβλίων. Από τότε μέχρι σήμερα, ο αριθμός των βιβλίων που έχουν ριχτεί στην πυρά από κάθε λογής καθεστώτα είναι αδύνατον να προσδιοριστεί. Η ιστορία διδάσκει ότι η λογοκρισία δεν υπήρξε ποτέ αποτελεσματική. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι συνέπειες μιας απαγόρευσης ήταν ακριβώς οι αντίθετες από αυτές που προσδοκούσαν οι εμπνευστές της. Τα "κομμένα" κείμενα και οι διωκόμενοι συγγραφείς προκαλούν συνήθως περισσότερο ενδιαφέρον και η επίδρασή τους πολλαπλασιάζεται.
Το βιβλίο που σφράγισε περισσότερο από κάθε άλλο την εποχή μας ήταν ασφαλώς οι "Σατανικοί Στίχοι" του Σαλμάν Ρουσντί. Η απαγόρευσή του στο Ιράν και σ' όλες τις ισλαμικές χώρες συνοδεύτηκε από την επικήρυξη του συγγραφέα και την καταδίωξή του σ' όλο τον κόσμο. Παρόμοια δίωξη αντιμετωπίζει από το 1993 και η Τασλίμα Νασρίν, η οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Μπανγκλαντές και να ζει περιφερόμενη σε χώρες της Ευρώπης.
Λιγότερο θεαματικές, αλλά εξίσου δραματικές, είναι οι περιπτώσεις συγγραφέων που ζουν σε θεοκρατικά και δικτατορικά καθεστώτα. Οι διεθνείς οργανώσεις υπεράσπισης ανθρώπινων δικαιωμάτων καταγράφουν συστηματικά τα καθημερινά κρούσματα λογοκρισίας σε βιβλία "αντικαθεστωτικών" συγγραφέων. Η επιθεώρηση Index on Censorship είναι γεμάτη με χαρακτηριστικά παραδείγματα δίωξης των ανεπιθύμητων. Μαθαίνουμε, π.χ., ότι στην Κίνα συνελήφθησαν φέτος δυο συγγραφείς, ο Μπάι Χούα και ο Μπέι Κουν με την κατηγορία της "ανάρμοστης συμπεριφοράς". Ο μυθιστοριογράφος Ντάι Χούινγκ δολοφονήθηκε στη Σανγκάη, ο λογοτέχνης Λιου Ξαομπάο στάλθηκε για τρία χρόνια σε στρατόπεδο «αναμόρφωσης». Η Κίνα είναι μια από τις τελευταίες χώρες όπου η κρατική λογοκρισία ασκείται άμεσα και ρητά. Μέσα σε ένα χρόνο, π.χ., έλεισαν 41 εκδοτικοί οίκοι. Σε άλλες χώρες, όπως η Ινδία, ο ρόλος του λογοκριτή περνά σε επιμέρους θεσμούς. Από την εποχή της αποικιοκρατίας διατηρείται η παράδοση του ελέγχου της εκδοτικής παραγωγής μέσω των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Προσφάτως ανακαλύφθηκε η δυνατότητα των τελωνείων να ελέγχουν και το περιεχόμενο των εισαγόμενων βιβλίων. Στόχος τους τα βιβλία "σεξουαλικού περιεχομένου" ( κατασχέθηκαν π.χ. η "Ιστορία της σεξουαλικότητας" του Φουκό και οι "Μελέτες για τη σεξουαλικότητα" του Φρόιντ) και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί με χάρτες που δεν συμπίπτουν με τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.
Στην Αίγυπτο παρουσιάζεται το οξύμωρο σχήμα να προσπαθεί το κράτος να "αποχαρακτηρίσει" απαγορευμένα κείμενα και βιβλία συγγραφέων που περιλαμβάνονται στη λίστα προγραφών των φονταμενταλιστών. Η απαγορευμένη "Προϊσλαμική ποίηση" του Ταχά Χουσεϊν -κάτι ανάλογο με τους "Σατανικούς Στίχους"- κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγους μήνες, ως ένθετο σε μηνιαίο περιοδικό, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο ηγέτης των ισλαμιστών Αμπντ ελ Χαμίντ Κισκ: "Η κυβέρνηση ανοίγει μέτωπο κατά του αληθινού Ισλάμ".
Σε ορισμένες χώρες τα βιβλία υφίστανται μεγαλύτερη λογοκρισία απ' ό,τι ο Τύπος. Είναι η περίπτωση του Ιράν. Στις 27 Ιανουαρίου καταδικάστηκε ο γνωστός ιρανός συγγραφέας Αμπάς Μααρούφι σε έξι μήνες φυλακή και δημόσια μαστίγωση. Ομως αιτία της δίωξής του δεν ήταν η οξύτατη (δημοσιογραφική) κριτική που ασκούσε στο καθεστώς των μουλάδων από τις στήλες του περιοδικού του, αλλά το γεγονός ότι έδωσε βήμα -ως εκδότης- σε δυο άλλους αντικαθεστωτικούς συγγραφείς, στον δοκιμιογράφο Μπάγκερ Παρχάμ και τον μυθιστοριογράφο Χούσανγκ Γκολσίρι! Βασισμένος σ' αυτό το παράδειγμα, ο αυτοεξόριστος ιρανός θεατρικός συγγραφέας και ποιητής Σαϊντ υποστηρίζει ότι "ο Τύπος στο Ιράν δεν είναι τόσο ανελεύθερος όσο τα βιβλία. Η λογοκρισία των βιβλίων είναι πολύ σκληρότερη απ' ό,τι των εφημερίδων και των περιοδικών." 
Αντιθέτως, στη Νιγηρία δεν υπάρχει καμιά συστηματική λογοκρισία. Αν εξαιρεθούν οι "Σατανικοί Στίχοι" τα βιβλία κυκλοφορούν ελεύθερα. Ομως αυτή η "ελευθερία" στηρίζεται στη φτώχεια και τον αναλφαβητισμό που καθιστούν το βιβλίο απλησίαστο είδος πολυτελείας. Τραγικό παράδειγμα αυτής της "ελευθερίας": κυκλοφορούν ελεύθερα τα βιβλία του Κεν Σάρο Ουίουα, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε από το δικτατορικό καθεστώς, πληρώνοντας με τη ζωή του την υπεράσπιση του λαού του. Αλλά και τα βιβλία του νομπελίστα Ουόλε Σογίνκα κυκλοφορούν ελεύθερα, ενώ ο ίδιος έχει υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη χώρα και του έχει αφαιρεθεί το διαβατήριο.
Η πολιτισμένη Δύση περηφανεύεται ότι στα κράτη της δεν ασκείται παρόμοια λογοκρισία. Κρίνοντας και από τη δική μας χώρα μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Νιλ Μπέλτον, διευθυντή των αγγλικών εκδόσεων Granta Books, ότι "στη Δύση το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η λογοκρισία βιβλίων" (άρθρο στη γερμανική Tageszeitung, με την ευκαιρία της Εκθεσης Βιβλίου της Φρανκφούρτης, 27.3.96). Το τελευταίο κρούσμα ολοκληρωτικής απαγόρευσης στην Ελλάδα έχει ήδη ηλικία 17 χρόνων, και αφορούσε τα έργα του Σαντ. Τελικά η απαγόρευση άρθηκε, αφού χρειάστηκε να προηγηθεί μια σπάνια κίνηση: η συλλογική έκδοση του έργου "120 μέρες στα Σόδομα" από 47 εκδότες (1980). Την ίδια περίοδο (1979) ασκήθηκε δίωξη στον Ηλία Πετρόπουλο και τον εκδότη του για το "Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη". Από τότε, οι διώξεις βιβλίων δεν έχουν λείψει και στη χώρα μας, αλλά η αποτελεσματικότητα της εισαγγελικής επέμβασης έχει περιοριστεί εντυπωσιακά. Η κίνηση να απαγορευτεί -ως άσεμνο- το βιβλίο της Μαντόνα έμεινε στον αέρα, ενώ η δίωξη της οργάνωσης ΟΣΕ για την "αιρετική" της έντυπη τοποθέτηση περί το Μακεδονικό, άρθηκε μόλις το εθνικιστικό κλίμα καταλάγιασε. Ισχύει, δηλαδή, και για την Ελλάδα η παρατήρηση του Μπέλτον ότι "είναι αδιανόητο σήμερα στη Δύση να απαγορευθεί κάποιο βιβλίο επειδή υποστηρίζει μια οποιαδήοτε άποψη". Τα θέματα-ταμπού περασμένων εποχών -ακόμα και της περασμένης δεκαετίας- έχουν ξεπεραστεί και ελάχιστοι σκανδαλίζονται με κείμενα ή απόψεις που θεωρούνταν μέχρι χθες προσβλητικά ή ακραία.
Αυτό δε σημαίνει ότι επικρατεί πλέον ο πλουραλισμός και η ποιότητα στα βιβλία της Δύσης. Ο άγγλος εκδότης μας προσγειώνει: "Τα βιβλία δεν είναι μόνο έκφραση της σκέψης και της φαντασίας, αλλά και εμπορεύματα. Οσο πιο πολύ μοιάζει το ένα με το άλλο, τόσο πιο εύκολα πουλιούνται." Αν 
συνυπολογιστεί η ολοένα και μεγαλύτερη συγκεντροποίηση των εκδοτικών συγκροτημάτων, τα περιθώρια πλουραλισμού εξανεμίζονται. 
Ομως ακόμα και μέσα σ' αυτή την ομοιομορφία, ορισμένα βιβλία κινούν την προσοχή των ανθρώπων της εξουσίας, ιδίως όταν αναφέρονται σε άτομα ή μηχανισμούς αυτής της εξουσίας. Τον περασμένο Ιανουάριο, η γαλλική κυβέρνηση έσπευσε να απαγορεύσει την κυκλοφορία του βιβλίου "Το μεγάλο μυστικό", όπου οι γιατροί του Μιτεράν Κλοντ Ζιμπιέ και Μισέλ Γκονό αποκάλυπταν λεπτομέρειες για την ασθένεια του προέδρου και υποστήριζαν ότι οι αρμόδιοι είχαν αποκρύψει από το κοινό τη σοβαρότητα της κατάστασής του. Λίγες μέρες αργότερα, ο Πασκάλ Μπαρμπρό από το Μπεζανσόν πήρε την πρωτοβουλία να "σκανάρει" το βιβλίο και να το περάσει αυτούσιο στο Ιντερνετ. Σύμφωνα με τον γαλλικό νόμο η κυβέρνηση δεν έχει δικαιοδοσία στο δίκτυο και δεν μπορεί να κατηγορηθεί κανένα φυσικό πρόσωπο για τη χρήση του. Το "Μεγάλο Μυστικό" έγινε έτσι το πρώτο απαγορευμένο βιβλίο που διατίθεται μέσω Ιντερνετ στο κοινό σπάζοντας το φράγμα των λογοκριτών.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού καραδοκούν διαφορετικού τύπου λογοκριτές. Το κίνημα της "πολιτικής ορθότητας" συνδυασμένο με τον παραδοσιακό πουριτανισμό της υπερδύναμης οδηγεί σε εξαμβλώματα, τα οποία περιγράφουμε στις σελίδες που ακολουθούν. Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούμε και στην Αυστραλία. Ο αρχιλογοκριτής Τζον Ντίκι ανακοίνωσε μια λίστα από 34 «προσβλητικές και ανάρμοστες» λέξεις που απαγορεύεται η αναγραφή τους σε εξώφυλλα βιβλίων και περιοδικών. Ανάμεσά τους οι λέξεις "nympho" (νυμφομανής), "horny" (κεράτινος, αλλά και καυλωμένος) και "nunga" (από το "νουνγκάι", που σημαίνει σύζυγος στη γλώσσα των αυτοχθόνων). Τα τραγελαφικά αποτελέσματα της πολιτικής αυτής υποχρέωσαν τον πρωθυπουργό της χώρας Τζον Χαόυαρντ να εξαγγείλει στις 23 Σεπτεμβρίου ότι η κυβέρνησή του πρόκειται να άρει το καθεστώς λογοκρισίας που θέσπισαν οι προκάτοχοί του επηρεασμένοι από το κίνημα της "πολιτικής ορθότητας".

Η εποχή της αυτολογοκρισίας
Η πολιτική βιβλιολογία μέσα από τη διεπιστημονική προσέγγιση του βιβλίου - ιστορική, οικονομική, πολιτιστική κ.λπ.- εντοπίζει τη σχέση του με το κράτος κάτω από διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και καθεστώτα, σημειώνοντας τα ιδιαίτερα κάθε φορά χαρακτηριστικά που αυτή η σχέση προσλαμβάνει. Λ.χ. τα πεδία κρατικής παρέμβασης, τους τρόπους με τους οποίους αυτή ασκείται θετικά ή αρνητικά, το βαθμό παρέμβασης κ.λπ. Η εκπαίδευση, οι εκδόσεις και οι βιβλιοθήκες αποτελούν τα τρία προνομιακά πεδία άσκησης αυτής της πολιτικής και τα βιβλιολογικά μοντέλα στην εξέλιξή τους από το μοναρχικό του 17ου άι. έως το φιλελεύθερο του 20ού μάς δείχνουν ότι η παρέμβαση στις εκδόσεις σταδιακά μειώνεται με εξαίρεση τα απολυταρχικά καθεστώτα.
Είναι φανερό ότι υπό κανονικές συνθήκες αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η έννοια της λογοκρισίας δεν μπορεί παρά να έχει περιθωριακό χαρακτήρα και να σέρνεται σαν φτωχός συγγενής πίσω από κοινωνικά φαινόμενα κυρίως ηθικού η εθνικιστικού χαρακτήρα. Φτάνει να ρίξει κανείς μια ματιά στα φαινόμενα λογοκρισίας της τελευταίας εικοσαετίας στη χώρα μας για να το αντιληφθεί.
Αντίθετα, θα είχε πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κάποιος την αυτολογοκρισία που επιβάλλουν στον εαυτό τους σε μεγάλο βαθμό τα πρόσωπα που εκφέρουν δημόσιο λόγο, πολιτικοί, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, πνευματικοί άνθρωποι, κριτικοί προκειμένου να αποφύγουν τις συγκρούσεις, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη πραγματικού δημόσιου διαλόγου και διαλόγου ιδεών. Και αυτό είναι κάτι που προδίδεται και στο ίδιο το έργο τους, που αποφεύγει να προκαλέσει ή να αγγίξει τις πληγές και γίνεται πολλές φορές ξενέρωτο.
Δυστυχώς, αυτό από το οποίο κινδυνεύουμε σήμερα είναι το κανονικό και όχι η εξαίρεση, και η λογοκρισία είναι μια ακίνδυνη εξαίρεση κατά τη γνώμη μου, γιατί όπου εμφανίζεται βρίσκει όλους μας έτοιμους να την πολεμήσουμε με ελάχιστο κόστος και συνήθως μάλιστα με κάποιο κέρδος. Αλλά ποιοι είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν την αδράνεια και τη έλλειψη διαλόγου, πληρώνοντας το κόστος της αλήθειας που είναι κοινωνικά δυσάρεστη;
Μυρσίνη Ζορμπά
Διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου


(Ελευθεροτυπία, 22/12/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ