ΒΟΡΕΙΑ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Τα όπλα της ειρήνης 

1.   2.   3. 


Από την εξέγερση στη διαπραγμάτευση

1968: Κίνημα της καθολικής μειονότητας της Β. Ιρλανδίας για ισονομία - 
ισοπολιτεία, αντιμετωπίζει την καταστολή των αρχών. 
1969: Πογκρόμ των "νομιμοφρόνων" προτεσταντών κατά των καθολικών. Αποστολή 
βρετανικών στρατευμάτων στη Β. Ιρλανδία με επίσημο σκεπτικό το 
"διαχωρισμό των κοινοτήτων". Διάσπαση του IRA και του Σιν Φέϊν,
εξαιτίας της αδυναμίας του πρώτου να προστατέψει τους καθολικούς.
1972: "Μαύρη Κυριακή" όταν αλεξιπτωτιστές πνίγουν στο αίμα ειρηνική 
διαδήλωση για τα πολιτικά δικαιώματα. Κατάργηση της αυτοδιοίκησης του 
Ολστερ από τη Βρετανία.
1981: Μεγάλη απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων του IRA. Δέκα νεκροί.
1985: Συμφωνία του Χίλσμπορο. Η Ιρλανδική Δημοκρατία αποκτά δικαίωμα 
παρέμβασης για την προστασία των καθολικών του Ολστερ.
1993. Σεπτέμβριος: Κοινή ειρηνευτική πρωτοβουλία Τζέρι Ανταμς - Τζον Χιούμ.
15 Δεκεμβρίου: Αγγλοϊρλανδική Διακήρυξη της Ντάουνϊνγκ Στρίτ. 
Αναγνωρίζονται οι πόθοι όλων των βορειοϊρλανδικών κοινοτήτων, εφόσον
το επιθυμεί η πλειοψηφία των κατοίκων του Ολστερ. 
1994: 31 Αυγούστου: Εξαγγελία μονομερούς εκεχειρίας από τον ΙRA.
13 Οκτωβρίου: Προσχώρηση των νομιμοφρόνων παραστρατιωτικών 
οργανώσεων UVF και UDA στην εκεχειρία.
Δεκέμβριος: Διερευνητικές επαφές μεταξύ Λονδίνου και Σιν Φέϊν. Η 
βρετανική κυβέρνηση απαιτεί την παράδοση των όπλων του IRA 
πριν από οποιεσδήποτε ουσιαστικές συνομιλίες.
1995. Φεβρουάριος: Αγγλοϊρλανδική συμφωνία ( "Κείμενο-Πλαίσιο") για τις 
μελοντικές διαπραγματεύσεις. Ο Τζέρι Ανταμς γίνεται δεκτός 
στο Λευκό Οίκο.
Ιούλιος: Ταραχές στο Ντέρι ύστερα από την πρόωρη αποφυλάκιση βρετανού 
στρατιώτη που είχε καταδικαστεί για το φόνο ενός καθολικού κοριτσιού, 
χωρίς ανάλογα μέτρα επιείκειας προς τους ρεπουμπλικάνους κρατούμενους.
28 Νοεμβρίου: Ορίζεται διεθνής διαμεσολαβητική επιτροπή μ'επικεφαλής
τον πρώην πρόεδρο της αμερικανικής Βουλής, Τζορτζ Μίτσελ.
1996. 10 Ιανουαρίου: Το Σιν Φέϊν ανακοινώψνει ότι συμφωνεί με την καταστροφή
του οπλοστασίου του IRA - όχι σαν προαπαιτούμενο για τις
διαπραγματεύσεις αλλά ως μέρος της τελικής λύσης.
26 Ιανουαρίου: Η επιτροπή προτείνει άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων και
διεξαγωγή δυό παράλληλων διαδικασιών - η μιά για το σταδιακό αφοπλισμό
του IRA κι η άλλη επί της ουσίας. 
24 Ιανουαρίου: Απόρριψη των προτάσεων Μίτσελ από τη βρετανική
κυβέρνηση.
9 Φεβρουαρίου: Βομβιστική ενέργεια του IRA στο Λονδίνο τερματίζει 
την εκεχειρία. Δυό νεκροί και πνω από 100 τραυματίες. 
28 Φεβρουαρίου: Οι πρωθυπουργοί της Βρετανίας και της Ιρλανδίας, 
Μέϊτζορ και Μπρούτον, συμφωνούν για την άμεση έναρξη διακομματικών 
διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Β.Ιρλανδίας - και τον 
αποκλεισμό από αυτές του Σιν Φέϊν εφόσν ο IRA δεν προχωρήσει σε 
νέα εκεχειρία.
29 Μαϊου: Εκλογές στη Β.Ιρλανδία για τα 120 μέλη του διαπραγματευτικού
Φόρουμ. Ανοδος του Σιν Φέϊν ( από 12,4% σε 15,5%) αλλά και των
εξτρεμιστών Νομιμοφρόνων των Ιαν Πέϊζλι, που αντιτίθενται σε κάθε 
"ενδοτισμό".
10 Ιουνίου: Εναρξη των εργασιών του Φόρουμ, χωρίς τη συμμετοχή του Σιν
Φέϊν.
15 Ιουλίου: Βομβιστική ενέργεια του IRA στο Μάντσεστερ. Πάνω από 
200 τραυματίες. 
11 Ιουλίου: Ύστερα από τετραήμερη αναμέτρηση με την αστυνομία, το 
προτεσταντικό Τάγμα της Οράγγης αποσπά άδεια να παρελάσει στα γκέτο 
των καθολικών σε μιά τρομοκρατική επίδειξη δύναμης. 
12 Ιουλίου: Ενας 19χρονος καθολικός σκοτώνεται και τουλάχιστον 200
τραυματίζονται στη διάρκεια διαδηλώσεων στο Ντέρι κατά της 
αναδίπλωσης των αρχών απέαντι στους Οραγγιστές.
13 Ιουλίου: Το SDLP αποσύρεται προσωρινά από το Φόρουμ σε ένδειξη
διαμαρτυρίας. Ο IRA ζητά από τη νεολαία να σταματήσει τις 
δυναμικές διαδηλώσεις.
14 Ιουλίου: Βομβιστική ενέργεια του "Στρατιωτικού Συμβουλίου 
Συνέχειας" ( διάσπαση του IRA) στο Ενσκίλεν της Β.Ιρλανδίας, χωρίς 
θύματα.
7 Οκτωβρίου: Βομβιστική ενέργεια εναντίον στρατιωτικής βάσης 
ΝΔ του Μπέλφαστ. 20 τραυματίες. Το Σιν Φέϊν αρνείται ότι γνωρίζει 
ο,τιδήποτε για την πατρότητα της ενέργειας. Την επομένη ο IRA 
αναλαμβάνει την ευθύνη. 
10 Οκτωβρίου: Νέες ειρηνευτικές προτάσεις Σιν Φέν - SDLP.
15 Οκτωβρίου: Συμφωνία στο Φόρουμ να θεωρηθεί ο αφοπλισμός 
αντικείμενο παράλληλης διαδικασίας κι όχι προαπαιτούμενο.
27 Νοεμβρίου: Ο Μέϊτζορ απορρίπτει την πιθανότητα 
διαπραγματεύσεων με το Σιν Φέϊν αν ο IRA δεν εξαγγείλει μόνιμη 
εκεχειρία.


Η παρέλαση της τρομοκρατίας

Σε κάθε κρίσιμη συγκυρία του βορειοϊρλανδικού, η παρέμβαση των εξτρεμιστών της προτεσταντικής πλειοψηφίας ήταν καθοριστική για την επιδείνωση των διακοινοτικών σχέσεων και την κλιμάκωση της βίαιης αναμέτρησης. Η κινητοποίηση των παρακρατικών "αγανακτισμένων πολιτών" (B- Specials) ενάντια στο κίνημα για την ισονομία - ισοπολιτεία το 1968, το αντικαθολικό πογκρόμ του 1969, η γενική απεργία των προτεσταντικών συνδικάτων το 1974 κατά της προσπάθειας των Εργατικών για συμβιβαστική λύση, η βίαιη αντίθεση στις συμφωνίες του Χίλσμπορο το 1985-7 και, κυρίως, η ένοπλη τρομοκρατία των ("παράνομων") νομιμοφρόνων ομάδων κατά της καθολικής κοινότητας είναι τα βασικά κεφάλαια αυτής της πτυχής του ζητήματος του Ολστερ.
Αν η πιo επικίνδυνη μορφή δραστηριότητας των προτεσταντών εξτρεμιστών είναι οι δολοφονίες καθολικών (τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των θυμάτων των Νομιμοφρόνων ξεπέρασε κατά πολύ αυτόν του IRA), η πιo θεαματική και ταυτόχρονα αυτή που συμπυκνώνει συμβολικά το νόημα της δράσης τους είναι οι ετήσιες καλοκαιρινές παρελάσεις του Τάγματος της Οράγγης στις καθολικές συνοικίες του Μπέλφαστ και του Ντέρι - με αποκορύφωμα το γιορτασμό, στις 12 Ιουλίου, της επετείου της νίκης των βορειοϊρλανδών προτεσταντών κατά του καθολικού (τότε) βασιλιά της Αγγλίας στη μάχη του Μπόιν το 1690. Η απόφαση της αστυνομίας τον περασμένο Ιούλιο να εμποδίσει τη διέλευση της παρέλασης από τις καθολικές συνοικίες ανατράπηκε ύστερα από πενθήμερες ταραχές · ακολούθησε η επέλαση 100.000 εκπροσώπων της δυναμικής πλειοψηφίας, αποφασισμένων "να δείξουν στους παπιστές ποιός κυβερνά", και η εξέγερση της καθολικής νεολαίας που αντιμετώπισε την αμείλικτη καταστολή των αρχών.
"Δεν πρόκειται για ιστορική αναπαράσταση σε κάποιο εγγλέζικο χωριό", σχολίασε τις επόμενες μέρες στη λονδρέζικη Independent ο γνωστός δημοσιογράφος Νίλ Ατσερσον. "Η παρέλαση δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο για να καταδειχθεί ποιοι είναι τ'αφεντικά. Εχω την αίσθηση ότι υπάρχει μια κατηγορία που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "λαούς των αποικιακών προφυλακών, στους οποίους συγκαταλέγονται οι νομιμόφρονες του Ολστερ. Αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν τους εαυτούς τους υπερασπιστές μιας παράδοσης απ' την οποία απομακρύνεται το εθνικό κέντρο, ένα κέντρο που συχνά τους ξεχνά. Οι Σέρβοι της Κράινα ένιωθαν πιο παθιασμένοι στην υπεράσπιση του "σερβισμού" απ' ό,τι τα αδέρφια τους στο Βελιγράδι. Οι Αφρικάνερ της Ν. Αφρικής θεωρούν τους εαυτούς τους το τελευταίο προπύργιο των "χριστιανικών αξιών της Δύσης" σ'ένα βάρβαρο σύμπαν. Οι νομιμόφρονες ισχυρίζονται πως εκπροσωπούν ένα βρετανικό έθνος - ενάρετο, αυτοκρατορικό, αντίθετο στον πάπα - που έκτοτε έχει ξεχάσει τα συστατικά στοιχεία του μεγαλείου του".


Οι ρίζες του ιρλανδικού απαρτχάιντ

Η κλιμάκωση του εμφύλιου πολέμου στη Βόρεια Ιρλανδία μετά το τέλος της δεκαετίας του '60 οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα αιματηρά πογκρόμ με τα οποία αντιμετωπίστηκε από την τοπική κυβέρνηση και τις παρακρατικές προτεσταντικές ομάδες το ειρηνικό κίνημα που αναπτύχθηκε το 1968-1970 διεκδικώντας στοιχειώδη ισονομία για τον καθολικό πληθυσμό του Ολστερ. Οι εξελίξεις αυτές συνιστούν αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η βρετανική πολιτική συγκρότησε ένα σκληρό απαρτχάιντ για την καθολική μειοψηφία της Βόρειας Ιρλανδίας, αποκλείοντάς την από την πολιτική και οικονομική ζωή και δημιουργώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ καθολικής και προτεσταντικής κοινότητας.
"Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι, είτε το θέλει είτε όχι, το Ολστερ δεν πρέπει να συνδέεται με την υπόλοιπη Ιρλανδία", δήλωνε ήδη το 1916 ο Λόιντ Τζόρτζ συνοψίζοντας επιγραμματικά τη βρετανική πολιτική στο "ιρλανδικό ζήτημα". Με την πράξη που όριζε τη διακυβέρνηση της Ιρλανδίας το 1920, οι Βρετανοί επέβαλαν χωριστό κοινοβούλιο για τις έξι κομητείες του Ολστερ και έτσι απομόνωναν το (βιομηχανικό) ένα πέμπτο του ιρλανδικού εδάφους από το υπόλοιπο (κατά κύριο λόγο αγροτικό και υπανάπτυκτο) νησί. Διατηρώντας υπό τον έλεγχό της το Ολστερ, η Βρετανία εξασφάλιζε την ηγεμονία της και στις δύο διαφορετικές ιρλανδικές οικονομίες και ταυτόχρονα ικανοποιούσε τις βλέψεις τής προτεσταντικής κοινότητας του βορρά. Επισήμως, η διχοτόμηση αποδόθηκε στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των προτεσταντών, οι οποίοι αποτελούν μειοψηφία στο σύνολο του νησιού. Η συνέχεια απέδειξε σύντομα ότι οι βρετανικές προθέσεις ήταν άλλες: ειδική νομοθετική ρύθμιση του 1922 απαγόρευε οργανώσεις και έντυπα και προσέφερε έκτακτες αρμοδιότητες σε στρατό και αστυνομία νομιμοποιώντας την καταπάτηση και των πλέον στοιχειωδών δικαιωμάτων του καθολικού πληθυσμού.
Η καταστολή υπήρξε η μία πλευρά της καταπίεσης που υφίσταται επί δεκαετίες η καθολική κοινότητα της Βόρειας Ιρλανδίας. Εναντίον της συγκροτήθηκε στο πέρασμα του χρόνου ένα ολόκληρο σύστημα διακρίσεων, με πρώτο και γνωστότερο το καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα που, κατακερματίζοντας αριστοτεχνικά τις εκλογικές περιφέρειες, κατορθώνει να δίνει την πλειοψηφία στους προτεστάντες ακόμη και εκεί που είναι ασήμαντη μειοψηφία. Ο πολιτικός αυτός έλεγχος των προτεσταντών επί των καθολικών σε κάθε βαθμίδα εκπροσώπησης (από την τοπική κυβέρνηση ώς τα κοινοτικά συμβούλια) εξασφάλισε ιστορικά και τις λοιπές διακρίσεις σε βάρος των καθολικών, κυρίως εκείνες που σχετίζονται με την εργασία και την κατοικία. Η ανεργία, για παράδειγμα, ενδημική στο Ολστερ από τη δεκαετία του '20, δεν πλήττει τυφλά την εργατική τάξη, αλλά δείχνει ιδιαίτερη "προτίμηση" στους καθολικούς. Ομολογημένη επισήμως από τους ιθύνοντες, η θεσμοποιημένη αυτή πολιτική απασχόλησης υπέρ των προτεσταντών και κατά των καθολικών (οι οποίοι μάλιστα καταγγέλλονται με κάθε ευκαιρία ότι "γεννούν σαν κουνέλια") δημιούργησε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης στην καθολική κοινότητα. Ενδεικτικά, στα ναυπηγεία Χάρλαντ και Γουόλφ του Μπέλφαστ σε 10.000 εργαζόμενους μόνον οι 400 ήταν το 1970 καθολικοί. Το 1972 στο Μπέλφαστ το 8,2 % του ανδρικού πληθυσμού ήταν άνεργοι, από τους οποίους το 16,9 % προέρχονταν από τα γκέτο των καθολικών.
Οι αριθμοί αυτοί που θα μπορούσαν εύκολα να πολλαπλασιαστούν εικονογραφούν το βασικό χαρακτηριστικό του κράτους του Ολστερ από την εποχή της ίδρυσής του: Ο καθολικός πληθυσμός ιρλανδικής καταγωγής έχει αποκλειστεί εξαρχής από την πολιτική ζωή, από την παραγωγή και από τα κέντρα που λαμβάνουν αποφάσεις για το στεγαστικό και την εκπαίδευση. Θέσεις και αξιώματα αποτελούν προνόμια του προτεσταντικού πληθυσμού άγγλο-σκωτικής καταγωγής που "εμφυτεύτηκε" κάποια στιγμή στην Ιρλανδία.
Ο αποκλεισμός αυτός των καθολικών οξυνόταν κατά περιόδους και έφθασε στο αποκορύφωμά του με τα πογκρόμ που ακολούθησαν τις ειρηνικές κινητοποιήσεις του '68-69. Προσπαθώντας να αποφύγουν τις συνέπειες του απαρτχάιντ, οι καθολικοί κατέφυγαν συχνά στην έσχατη λύση της μετανάστευσης: Από το 1937 ώς το 1961, μετανάστευσαν από τη Β. Ιρλανδία 159.000 άτομα, δηλαδή το 10 % του συνολικού πληθυσμού. Από αυτούς οι 90.000 ήταν καθολικοί. Με άλλα λόγια: η κοινότητα που αντιπροσωπεύει το 30 % του πληθυσμού καλύπτει το 60 % του μεταναστευτικού ρεύματος.


(Ελευθεροτυπία, 15/12/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ