ΒΟΡΕΙΑ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Τα όπλα της ειρήνης 

1.   2.   3. 

 

Στη μοναδική συνέντευξη που παραχώρησε σε ελληνική εφημερίδα, ο ηγέτης του Σιν Φέιν Τζέρι Ανταμς αναφέρεται στο ιστορικό υπόβαθρο του "ιρλανδικού ζητήματος" και στα εμπόδια που συναντούν οι απόπειρες να δοθεί πολιτική λύση στο πρόβλημα.


"Το πρόβλημα δεν είναι στρατιωτικό"

Φαίνεται πως ο χαρακτηρισμός ενός κινήματος ως "τρομοκρατικού" πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν τουλάχιστον από τους στόχους του: την αντιμετώπιση του επίδικου φαινομένου με στρατιωτικo-αστυνομικά μάλλον, παρά πολιτικά κριτήρια. Η περίπτωση του εθνικού ρεπουμπλικανικού κινήματος στη Βόρεια Ιρλανδία, πολιτικού κινήματος με αδιαμφισβήτητη μαζική βάση, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική εφαρμογή αυτής της αντίληψης. Ανεξάρτητα από τα συναισθήματα που τρέφει κανείς για τη μια ή την άλλη πλευρά, η 25χρονη σύρραξη αντιμετωπίζεται πάγια πλέον σα μια αναμέτρηση κλεφτών και αστυνόμων με δείκτες καθαρά ποσοτικούς: πόσες βόμβες έβαλε ο IRA, πόσοι θάνατοι και πόσες συλλήψεις τις συνόδευσαν... Τυπικό παράδειγμα, η μονομερής κατάπαυση πυρός που εξήγγειλε τον Αύγουστο του 1994 ο ΙRA και κράτησε 18 ολόκληρους μήνες. Τον αρχικό ενθουσιασμό των ΜΜΕ για την "ειρήνη στην Ιρλανδία" διαδέχθηκε η κλασική καταγγελία των "στυγνών τρομοκρατών", όταν ξανάρχισαν οι βομβιστικές επιθέσεις. Στο (πολιτικά κρίσιμο) μεσοδιάστημα, το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού για τα τεκταινόμενα ήταν μηδαμινό: αν η υπόθεση δεν έχει αίματα, προς τι ν' ασχοληθεί κανείς μαζί της;

Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε διεξοδικά για τις πολιτικές προοπτικές της βορειοϊρλανδικής αντίστασης με έναν κατεξοχήν αρμόδιο: τον 48χρονο Τζέρι Ανταμς, ηγέτη του κόμματος Σιν Φέιν που αποτελεί το "πολιτικό σκέλος" του IRA. Περαστικός από την Αθήνα για την παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του (η αγγλική έκδοση της οποίας πρωτοκυκλοφόρησε στις αρχές του φθινοπώρου), μας παραχώρησε συνέντευξη. Λίγες ώρες πριν, ο βρετανός πρωθυπουργός είχε απορρίψει την τελευταία ειρηνευτική πρωτοβουλία που του απηύθυναν από κοινού το Σιν Φέιν και το μετριοπαθές Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (SDLP) της Β.Ιρλανδίας. Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, προϋπόθεση για οποιαδήποτε συμμετοχή του Σιν Φέιν στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της περιοχής είναι η εκ των προτέρων παράδοση των όπλων του IRA. Η θέση του συνομιλητή μας είναι διαφορετική: "Αυτό που δεχόμαστε, είναι να συζητήσουμε όλα τα θέματα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, χωρίς προαπαιτούμενα, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Θα μπορούσα κι εγώ να πω στη βρετανική κυβέρνηση `δε μιλάμε μαζί σας μέχρι να αποσύρετε τόσα συντάγματα από τη Β. Ιρλανδία ή μέχρι να απολύσετε τόσους πολιτικούς κρατούμενους'. Δεν το κάνουμε όμως. Ολα αυτά τα ζητήματα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αρκεί να υπάρχει και στις δυο πλευρές θέληση για την επίλυση της σύγκρουσης".
Πώς όμως φτάσαμε από το κίνημα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της καθολικής μειονότητας του Ολστερ στην ένοπλη πάλη κι από κει στις προσπάθειες για μη-στρατιωτική επίλυση της σύγκρουσης; Μοιραία, η συζήτηση στρέφεται στο παρελθόν. Ρωτάμε τον κ. Ανταμς αν είναι αλήθεια ότι η άφιξη των πρώτων βρετανικών στρατευμάτων στη Β. Ιρλανδία, το καλοκαίρι του 1969, αντιμετωπίστηκε από τους καθολικούς με ένα αίσθημα ανακούφισης. "Αρχικά όντως ήταν χαρούμενοι, γιατί αυτό σήμαινε την απόσυρση της RUC" ( της τοπικής χωροφυλακής, που ήταν ταυτισμένη με το ρατσιστικό καθεστώς της προτεσταντικής πλειοψηφίας), μας απαντάει. "Η RUC είχε ηττηθεί ύστερα από μια βδομάδα οδομαχιών, έτσι υπήρχε ένα έντονο αίσθημα ανακούφισης από την πλευρά του κόσμου. Αν όμως βάλεις ένα στρατό σε μια τέτοια κατάσταση, αργά ή γρήγορα θα συμπεριφερθεί σαν στρατός. Στη γειτονιά μου, το Δυτικό Μπέλφαστ, αυτό έγινε αντιληπτό μέσα σ' ένα εξάμηνο: κάμποσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, γινόντουσαν επιδρομές σε σπίτια, επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας σε ολόκληρες περιοχές... Το 1971 ήταν πια σαφές στους πάντες ότι ενεργούσαν σαν κατασταλτικός καθαρά μηχανισμός".

Ολόκληρη σχεδόν η δεκαετία του '70 θα σημαδευτεί από τη στρατιωτικοποίηση, την αμφίπλευρη επιδίωξη της πάση θυσία νίκης με τα όπλα. Οι καθολικές φτωχογειτονιές του Ολστερ αντιμετωπίζονται απ' το στρατό σαν κατεχόμενη χώρα, θεσμοθετείται η "προληπτική" κράτηση χωρίς δίκη και τα βασανιστήρια γίνονται καθεστώς. Απ' την πλευρά του, ο IRA προχωρεί σε μιά "ευέλικτη" αναδιοργάνωση, προωθώντας την αυτονομία μικρών ένοπλων πυρήνων εις βάρος της πολιτικής δουλειάς και της αλληλεπίδρασης με τη μαζική του βάση. Για το ρεπουμπλικανικό κίνημα, η ώρα της αλήθειας θα έρθει την άνοιξη του 1981, με τη μαζική έκρηξη των καθολικών γκέτο τις μέρες της θανατηφόρας απεργίας πείνας των πολιτικών κρατουμένων. "Είχαμε αρχίσει ήδη από το 1979-80 να συζητάμε την προοπτική μιας στρατηγικής εκλογικής παρέμβασης", εξηγεί ο συνομιλητής μας. "Αυτή η άποψη ήταν μειοψηφική μέσα στο Σιν Φέιν μέχρι τις απεργίες πείνας - όταν καταφέραμε να εκλέξουμε βουλευτή το Μπόμπι Σάντς και στη συνέχεια άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι εκλέχθηκαν στο κοινοβούλιο του Δουβλίνου".
Και οι διαπραγματεύσεις με το Λονδίνο; "Η βρετανική κυβέρνηση έχει διεξαγάγει επανειλημμένα μυστικές επαφές με το Σιν Φέιν από το 1972 μέχρι σήμερα. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στα χρόνια της Θάτσερ, όταν επίσημη πολιτική ήταν το `δε μιλάμε με ρεπουμπλικάνους'. Από τη δική μας πλευρά, το κόμμα μας άρχισε σταδιακά να προσανατολίζεται στην προοπτική μιας επίλυσης της σύρραξης μέσω διαπραγματεύσεων. Προσωπικά είχα εδώ κι αρκετό καιρό την άποψη ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση, γιατί το πρόβλημα δεν είναι στρατιωτικό. Είναι ένα ζήτημα πολιτικό που έχει στρατιωτικοποιηθεί και μετατραπεί σε πρόβλημα ασφαλείας". Η χρονική σύμπτωση με ανάλογες ειρηνευτικές απόπειρες σε διάφορα σημεία της γης δεν ήταν άλλωστε τυχαία. "Προσπαθήσαμε να βγάλουμε διδάγματα από την εμπειρία της Ν. Αφρικής κι από τις ειρηνευτικές διαδικασίες στην Κεντρική Αμερική και τη Μέση Ανατολή. Εκείνη την εποχή, μιλάμε για το 1992-3, η βρετανική κυβέρνηση επανέλαβε τις επαφές μαζί μας". Για το πολιτικό σκέλος του ρεπουμπλικανικού κινήματος, επρόκειτο για ιδιαίτερα λεπτή διαμεσολάβηση: "Ο φίλος μου ο Μάρτιν ΜακΓκίνες ανέλαβε τη συνεννόηση με τους βρετανούς. Κάποια στιγμή άρχισαν να υποστηρίζουν ότι, αν ο IRA σταματήσει τη δράση του για δυο βδομάδες, θα μπορούσε να ξεκινήσει η ειρηνευτική διαδικασία". Στην πορεία, οι προσπάθειες διευρύνθηκαν με τη συμμετοχή του SDLP. "Μαζί με τον Τζον Χιουμ καταρτίσαμε ένα πακέτο προτάσεων και το υποβάλαμε στη στρατιωτική ηγεσία του IRA το καλοκαίρι του 1994. Καταφέραμε να πείσουμε τον IRA, στη βάση των επικείμενων συνομιλιών, να κηρύξει εκεχειρία προκειμένου να μη χαθεί η ευκαιρία μιάς πολιτικής λύσης. Η εκεχειρία κράτησε ενάμιση χρόνο, όμως τώρα οι Βρετανοί έθεσαν μια ακόμα προϋπόθεση - την παράδοση των όπλων πριν από τις συνομιλίες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο τερματισμός της εκεχειρίας, το Φλεβάρη του 1996".
Αυτά όσον αφορά τις τρέχουσες εξελίξεις. Πώς όμως είναι δυνατό να παρακάμψει κανείς τις αντιδράσεις της προτεσταντικής πλειοψηφίας απέναντι σε οποιαδήποτε προοπτική αλλαγής ενός προνομιακού για την ίδια καθεστώτος - πόσο μάλλον απέναντι στην προοπτική μιας ενιαίας Ιρλανδίας, που αποτελεί και το στρατηγικό στόχο των ρεπουμπλικάνων; Ο Τζέρι Ανταμς δηλώνει αισιόδοξος: "Νομίζω πως οι Νομιμόφρονες έχουν διάφορους φόβους, από τους οποίους άλλοι είναι εντελώς ηλίθιοι κι άλλοι αυθεντικοί. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να εντοπίσουμε ποιοι είναι οι γνήσιοι και να προσπαθήσουμε να τους διασκεδάσουμε μέσα από αμοιβαία συμφωνία". Ενα από τα προτεινόμενα μέτρα, και βασική προγραμματική αρχή του ρεπουμπλικανικού κινήματος, είναι ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα στην Ιρλανδική Δημοκρατία, που το Σιν Φέιν και ο IRA χαρακτήριζαν ανέκαθεν "νεοαποικιακό κράτος". Ρωτάμε το συνομιλητή μας αν η άποψη αυτή έχει αναθεωρηθεί. "Οχι", μας απαντάει χωρίς δισταγμό. "Η διαφορά είναι ότι έχουμε γίνει πια περισσότερο ρεαλιστές, αποδεχόμενοι το γεγονός ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού σ' αυτό το κράτος αποδέχεται τη νομιμότητά του..."

Η συνέντευξη πλησιάζει προς το τέλος της. Δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στο πολυσυζητημένο απόσπασμα της βιογραφίας του προέδρου του Σιν Φέιν - την περιγραφή των σκέψεων ενός ελεύθερου σκοπευτή του IRA, λίγο πριν από το φόνο ενός βρετανού στρατιώτη. Εχει άραγε μετανιώσει που το έγραψε; "Ναι, γιατί ερμηνεύθηκε - κυρίως από τους Βρετανούς - σαν μια ακόμη αυτοβιογραφική σελίδα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για διήγημα που είχα γράψει αρκετά χρόνια πριν και το συμπεριέλαβα την τελευταία στιγμή, ύστερα από αίτημα του εκδότη που ήθελε να υπάρχει και κάποια αναφορά στον IRA". Γράφτηκε επίσης πως σε όλο το βιβλίο είναι εμφανής η αποφυγή οποιασδήποτε αναφοράς στις σχέσεις του ίδιου με το παράνομο κίνημα. "Φυσικά. Στην εισαγωγή καθιστώ σαφές ότι δεν έχω σκοπό να φέρω κανένα σε δύσκολη θέση. Υπάρχουν κομμάτια της ιστορίας που δε γίνεται να ειπωθούν. Νομίζω πως οι Ελληνες, που έζησαν κάτω από δικτατορία, μπορούν πολύ καλά να καταλάβουν το γιατί"...


(Ελευθεροτυπία, 15/12/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ