ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ


Ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς σύνορα 

1.   2.   3. 

 

Τα χαμηλά "φώτα του πολιτισμού"

Τόσο στις μέρες μας όσο και στο ψυχροπολεμικό πρόσφατο παρελθόν, δυό διαφορετικά είδη επιφυλάξεων έχουν διατυπωθεί απέναντι στην προβολή μιας επεμβατικής πολιτικής για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων από τους εκφραστές της "διεθνούς νομιμότητας". Το πρώτο είναι κυρίως ηθικολογικό: με ποιο δικαίωμα ο αναπτυγμένος Βορράς, υπεύθυνος τόσο για την αποικιοκρατία όσο και για τα περισσότερα από τα πρόσφατα λουτρά αίματος στον Τρίτο Κόσμο, παριστάνει τον προστάτη ελευθεριών που τόσο επιλεκτικά σέβεται; Στο κάτω - κάτω της γραφής, η ίδια η κλασική αποικιοκρατία του περασμένου και του τρέχοντος αιώνα δεν στηρίχθηκε ιδεολογικά στο περιβόητο "φορτίο του λευκού ανθρώπου", του προορισμένου υποτίθεται να "φέρει τον πολιτισμό" στους "κατώτερους" λαούς;
Η δεύτερη επιφύλαξη είναι περισσότερο πολιτική και εστιάζει την προσοχή της όχι στο παρελθόν αλλά στις αντιφάσεις του παρόντος. Δέχεται πως τα δημοκρατικά στάνταρ του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου συνιστούν ιστορικό βήμα προς τα μπρός και ότι η μεταφύτευσή τους σε λιγότερο προνομιούχες περιοχές της ανθρωπότητας αποτελεί στοιχείο προόδου. Το πρόβλημα αρχίζει από κει και πέρα: πώς είναι δυνατό να υπάρξει αποτελεσματική πίεση για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων όταν την ίδια στιγμή η κυρίαρχη πολιτική επιλογή της διεθνούς κοινότητας, η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση της παραγωγής σε πλανητική κλίμακα, ωθεί τα πράγματα προς την αντίθετη κατεύθυνση; Με δεδομένα από τη μια την εμμονή των περισσότερων διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών στην περιστολή των "αντιπαραγωγικών" κοινωνικών δαπανών κι από την άλλη το οριακό βιοτικό επίπεδο της μισής τουλάχιστον ανθρωπότητας, είναι δυνατό να αποφευχθούν οι κοινωνικές εκρήξεις και η συνακόλουθη καστολή σε μαζική κλίμακα; Πώς είναι τέλος δυνατό να παραβλέπεται η σχέση ανάμεσα στην ( πάση θυσία επιζητούμενη) επιχειρηματική δραστηριότητα των δυτικών πολυεθνικών στον Τρίτο Κόσμο και τη βίαιη πειθάρχηση του εργατικού δυναμικού σ'αυτές τις χώρες; Σύμφωνα μ'αυτή την οπτική, κάθε προσπάθεια για έξωθεν επιβολή του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην τριτοκοσμική και ανατολικοευρωπαϊκή περιφέρεια, χωρίς ταυτόχρονη ανατροπή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, κινδυνεύει είτε να παραμείνει ευσεβής πόθος καλοπροαίρετων ανθρώπων είτε να εκφυλιστεί σε στοιχείο του ανταγωνισμού ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Η εκστρατεία του αμερικανού προέδρου Τζίμι Κάρτερ για τα ανθρώπινα δικαιώματα (1977-1980) είναι από αυτή την άποψη αρκετά διδακτική - τόσο για τις σκοπιμότητες όσο και για τα όρια μιάς πολιτικής που δεν απευθύνεται στις πραγματικές ρίζες της καταπίεσης. Σύμφωνα με τους επικριτές της, η πρωτοβουλία αυτή του αμερικανού προέδρου δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια προσπάθεια αντεπίθεσης στο ιδεολογικό πεδίο και διασκέδασης των ανακλαστικών αμφισβήτησης που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος του Βιετνάμ στην κοινή γνώμη των ΗΠΑ: "Μια από τις εντυπωσιακότερες προπαγανδιστικές εκστρατείες της σύγχρονης ιστορίας, εκτελέστηκε με μεγάλη μαεστρία με την επιλογή αυστηρά καθορισμένων στόχων, τη στιγμή που όλοι ήξεραν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ είχαν διαπράξει μείζονα εγκλήματα στην Ινδοκίνα, την Κούβα, τη Χιλή και αλλού. Το γεγονός ότι αποδείχθηκε αποτελεσματική ανάμεσα στο περισσότερο ευφραδές τμήμα του πληθυσμού, μαρτυρά την εκπληκτική δουλικότητα των μορφωμένων τάξεων στις δυτικές δημοκρατίες" ( Noam Chomsky "From Greece to El Salvador", στο συλλογικό "Superpowers in collision", Λονδίνο 1982, σ.32). Την ιδιοτέλεια του εγχειρήματος αποδεικνύει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η προνομιακή έμφαση που δόθηκε σε (ελάσσονες σχετικά) παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Αν.Ευρώπη, τη στιγμή ακριβώς που στην πίσω αυλή των ΗΠΑ ( Λατινική Αμερική, Ινδονησία, Ταϋλάνδη, Ιράν, Ν.Κορέα) διεξαγόταν ανενόχλητα το ολοκαύτωμα κάθε κοινωνικού κινήματος από τις φιλικές προς την Ουάσιγκτον στρατιωτικές δικτατορίες.
Η προσπάθεια των επιγόνων του αντιπολεμικού κινήματος να επεκτείνουν και στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ το κρατικό ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτελεί παρόλα αυτά ένα από τα πιό ενδιαφέροντα κεφάλαια αυτής της ιστορίας. Επώνυμοι διανοούμενοι, ανώνυμοι αγωνιστές και κάθε είδους δημοκρατικές και ριζοσπαστικές συλλογικότητες επιδόθηκαν από την πρώτη στιγμή σε έναν παθιασμένο αγώνα για τη δημοκρατία σε μια πλειάδα χωρών του Τρίτου ( κυρίως) Κόσμου. Το αποτέλεσμα ήταν συχνά η σκλήρυνση της κατάστασης, συνήθως ύστερα από ένα βραχύβιο δημοκρατικό άνοιγμα. Η περίπτωση του Ελ Σαλβαδόρ είναι χαρακτηριστική. Ύστερα από πίεση μιας ομάδας δημοκρατικών κληρικών και πανεπιστημιακών, η Ουάσιγκτον έκοψε το 1977 τη βοήθεια προς τη χούντα του στρατηγού Ρομέρο. "Τα παλιότερα στελέχη του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ ήθελαν να χρησιμοποιηθεί η βοήθεια ως μοχλός πίεσης για τον εκπολιτισμό του Ρομέρο και τη διατήρηση της σχέσης του με τις ΗΠΑ" διαβάζουμε στην εμπεριστατωμένη μελέτη του ιστορικού Ουόλτερ Λεφέμπερ ("Inevitable revolutions", Ν.Υόρκη 1983, σ. 246). "Ιδιαίτερα ευνοούσαν την παροχή δανείων για το τεράστιο φράγμα του Σαν Λορέντζο. Οι αξιωματούχοι του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ για τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν όμως αντίθετοι τόσο στη βοήθεια όσο και στο δάνειο. Υστερα από έντονες συζητήσεις, οι υπέρμαχοι των ανθρώπινων δικαιωμάτων νίκησαν. Ο Ρομέρο όντως χαλάρωσε την καταπίεση κι επιτράπηκε στους φοιτητές να διαδηλώνουν. Ομως τότε η κυβέρνηση Κάρτερ άρχισε να ανησυχεί: οι δυνάμεις της αριστεράς άρχισαν να δυναμώνουν κι οι φιλικές προς το Ρομέρο φωνές προειδοποιούσαν ότι, άν το φράγμα το χτίσουν οι Ευρωπαίοι, οι ΗΠΑ θα χάσουν την επιρροή τους. Ως εκ τούτου, οι προτεραιότητες άλλαξαν". Χάρη στην πλουσιοπάροχη αμερικανική βοήθεια προς τις διαδοχικές χούντες του Σαν Σαλβαδόρ, η τάξη τελικά αποκαταστάθηκε - με 75.000 περίπου ανθρώπινα θύματα τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια...



Το μάθημα του απαρτχάιντ

Ο αγώνας για την κατάργηση του καθεστώτος του "απαρτχάιντ" στη Νότια Αφρική συνοψίζει τα κυριότερα χαρακτηριστικά των δυνατοτήτων αλλά και των αντιφάσεων που εμπεριέχει η διεθνής δραστηριότητα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ηδη από τις αποφάσεις του ΟΗΕ 2184 και 2201 (Δεκέμβριος 1966), το καθεστώς αυτό του φυλετικού διαχωρισμού χαρακτηρίσθηκε "έγκλημα κατά της ανθρωπότητας". Πέρασαν ωστόσο τρεις δεκαετίες μέχρι να εξαλειφθεί το "έγκλημα". Σ' όλο αυτό το διάστημα η πάλη του λαού της Νότιας Αφρικής για απελευθέρωση υποστηρίχθηκε από ένα διεθνές κίνημα συμπαράστασης, το οποίο υποχρέωσε κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς να εγκαταλείψουν την απάθειά τους και να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα πίεσης κατά του ρατσιστικού καθεστώτος.
Το πρώτο αίτημα για κυρώσεις του ΟΗΕ εις βάρος της Νότιας Αφρικής χρονολογείται από το 1952. Η πρώτη όμως απόφαση της Γενικής Συνέλευσης πάρθηκε το Νοέμβριο του 1962. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ανήγγειλε το 1963 εμπάργκο στην πώληση όπλων, αλλά η απόφασή του δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα. Η σφαγή του Σοβέτο υποχρέωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να αποφασίσει για πρώτη φορά υποχρεωτικό εμπάργκο το Νοέμβριο του 1977. Μετά την κήρυξη του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, τον Ιούλιο του 1985, αρχίζει η κινητοποίηση ορισμένων δυτικών κυβερνήσεων για τη θέσπιση γενικών κυρώσεων και διεθνούς αποκλεισμού της Νότιας Αφρικής. Τα μέτρα αγγίζουν πλέον το σύνολο του οικονομικού τομέα (πετρέλαιο, άνθρακας, χρηματοπιστωτικές δοσοληψίες, κλπ), αλλά και το χώρο του αθλητισμού και του πολιτισμού.
Στο διάστημα αυτό, πρώτοι σύμμαχοι στον αγώνα για την κατάργηση του απαρτχάιντ αναδείχθηκαν πρώτα πρώτα οι χώρες της περιοχής και γενικότερα της Αφρικής. Κοντά τους βρέθηκε και το κίνημα των αδεσμεύτων, αλλά και η βρετανική κοινοπολιτεία, με εξαίρεση τη Μεγάλη Βρετανία, και τέλος η Κομεκόν. Από τις δυτικές χώρες, πρώτες κινητοποιήθηκαν οι σκανδιναβικές. Οι ΗΠΑ δεν ψήφισαν ούτε μια φορά στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κατά του ρατσιστικού καθεστώτος. Η κινητοποίηση όμως των αφροαμερικάνων και ο σχηματισμός ενός σημαντικού λόμπι μέσα στις ΗΠΑ, υποχρέωσε το Κονγκρέσο να ψηφίσει υπέρ των κυρώσεων. Χρειάστηκε το προεδρικό βέτο (του Κάρτερ και του Ρίγκαν) για να μη διαταραχθούν οι αγαθές σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Πρετόρια.
Ανάλογη "αμφιθυμία" εκδηλώθηκε και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Χαρακτηριστική η στάση της ελληνικής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η οποία κινήθηκε μεταξύ αποχής και άρνησης ψήφου στα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η επίσημη ερμηνεία αναφέρεται στην ανάγκη προστασίας της ελληνικής κοινότητας στη Νότια Αφρική, τμήματος της άρχουσας λευκής μειοψηφίας. Ουδείς λόγος βέβαια για τα ελληνικά πλοία που έσπαγαν συνέχεια τον οικονομικό αποκλεισμό, αποφέροντας υπερκέρδη στους πλοιοκτήτες τους, και αναδεικνύοντας τη χώρα μας στις πρώτες θέσεις του σχετικού μαύρου καταλόγου.



Μειονότητες και αγορά

Αν η προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων γίνεται αποδεκτή, στο διακηρυκτικό τουλάχιστον επίπεδο, από όλες ανεξαίρετα τις κυβερνήσεις της υδρογείου ( ακόμα κι εκείνες που τα κατορθώματά τους γεμίζουν ατέλειωτες σελίδες στις σχετικές εκθέσεις των μη-κυβερνητικών οργανισμών), δε συμβαίνει το ίδιο και με τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Μόλις τα τελευταία χρόνια η διεθνής έννομη τάξη έχει αρχίσει να σημειώνει κάποια δειλά βήματα στην κατεύθυνση της απεξάρτησης της προστασίας των μειονοτικών ομάδων από το περιοριστικό πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων.
Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την έκθεση των πιό προχωρημένων εκδοχών του σχετικού προβληματισμού, κατά τη διάρκεια της επιστημονικής διημερίδας που οργανώθηκε στους Δελφούς το πρώτο Σαββατοκύριακο του Νοεμβρίου από το νεοσύστατο Κέντρο Ερευνας Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ). Το πιό ενδιαφέρον τμήμα της συζήτησης αφορούσε τη δράση των διεθνών οργανισμών σε ζητήματα προστασίας των μειονοτήτων, τις τομές που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια και τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται από μέρους ουκ ολίγων εθνικών κρατών. Η Ελσα Σταματοπούλου, νομική σύμβουλος της Γραμματείας του ΟΗΕ, αναφέρθηκε εκτενώς στο πολυετές ιστορικό της σύνταξης της Διακήρυξης του οργανισμού για τα δικαιώματα των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές ή εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες - κείμενο μη-δεσμευτικό για τα εθνικά κράτη και αρκετά αποδυναμωμένο, ύστερα από πολλαπλές πιέσεις, στην τελική του διατύπωση (1992). Στόχοι της αρμόδιας Ομάδας Εργασίας, συνέχισε, είναι η καταγραφή παραπόνων, η δημιουργία κλίματος διαλόγου ανάμεσα στις μειονότητες και τα κράτη στην κυριαρχία των οποίων αυτές υπάγονται και, τέλος, η πρόταση μέτρων. Το επιθυμητό, κατέληξε, είναι να αποφευχθεί οποιαδήποτε συζήτηση για αυτοδιάθεση / αυτονομία των μειονοτήτων και η προσπάθεια να εστιαστεί σε θετικές λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες. Ο Αλέξης Ηρακλείδης κατέθεσε τη δική του εμπειρία από τη ΔΑΣΕ/ΟΑΣΕ, το διεθνή οργανισμό που πήρε τη σκυτάλη από τον ΟΗΕ όταν οι προσπάθειες του τελευταίου είχαν τελματώσει στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας. Ιδιαίτερα στάθηκε στην αποδοχή του αυτοπροσδιορισμού ως καθοριστικό κριτήριο για τη διάγνωση της μειονοτικής ταυτότητας ( αυτοπροσδιορισμού που στο αρχικό κείμενο προβλεπόταν συλλογικός αλλά, ύστερα από τη σθεναρή αντίσταση της χώρας μας, υποβιβάστηκε σε ατομικό). Σημαντική ήταν η ώθηση που δέχτηκε η όλη διαδικασία από τη συμετοχή των μη-κυβερνητικών οργανισμών που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρόλα τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της αξιοποίησης αυτού του βήματος τόσο από "ΜΚΟ- μαϊμούδες" όσο κι από οχήματα αποσχιστικών κινημάτων. Εκτός από την παρέμβαση στο κανονιστικό πεδίο, ο ΟΑΣΕ ασχολείται παράλληλα με την καταγραφή των μειονοτικών προβλημάτων - είτε μέσω της συγκέντρωσης παραπόνων από τον αρμόδιο Ύπατο Αρμοστή είτε με ειδικές ερευνητικές αποστολές σε "θερμές" ζώνες όπως η Υπερκαυκασία.
Μιά περισσότερο πρακτική διάσταση της προστασίας των μειονοτικών δικαιωμάτων δόθηκε από το Χρήστο Γιακουμόπουλο, ασχολούμενο εδώ και 8 χρόνια με το ζήτημα στη Νομική Διεύθυνση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η προσπάθεια για θέσπιση από το Συμβούλιο ενός σχετικού νομικού πλαισίου που να καλύπτει όλο τον ευρωπαϊκό χώρο έχει τελματωθεί ( ούτε ο προτεινόμενος Χάρτης μειονοτικών γλωσσών ούτε η - έστω και αποδυναμωμένη- Σύμβαση-Πλαίσιο έχουν επικυρωθεί μάχρι σήμερα), υπάρχει όμως ευρύτατη δυνατότητα νομικής προστασίας σε ατομική κλίμακα μέσω των προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ακόμα πιό συγκεκριμένο είναι το επίπεδο παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που επικεντρώνει τις προσπάθειές της στη χρηματοδότηση προγραμμάτων για τη διάσωση των λιγότερο ομιλούμενων γλωσσών της Ε.Ε. Οπως μας ανέλυσε η Ολγα Προφίλη από την αρμόδια Γεν. Διεύθυνση 22 της Κομισιόν, το σχετικό κονδύλι χρονολογείται από το 1983, θεσπίστηκε με απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου κι ανανεώνεται κάθε χρόνο, παρά την πάγια αντίθεση του Συμβουλίου Υπουργών. Το κυριότερο πρόβλημα εδώ αφορά κυρίως τις πιέσεις που ασκούνται στο εσωτερικό της Ενωσης για περιστολή των δαπανών και συρρίκνωση των "αντιπαραγωγικών" εξόδων. Με αποτέλεσμα, όπως το έθεσε ο γάλλος νομικός Αλέν Φενέ, να αναρωτιέται κανείς μήπως, ύστερα από τη σταδιακή αποδυνάμωση του εθνικού κράτους ως πρωταρχικού φορέα καταπίεσης των μειονοτικών ομάδων, βρισκόμαστε όντως μπροστά σ'έναν εντελώς καινούργιο κίνδυνο καταστροφής των επί μέρους συλλογικών ταυτοτήτων - προερχόμενο αυτή τη φορά από τον ολοκληρωτισμό της αγοράς, που περιθωριοποιεί και αποβάλλει ό,τι δε διευκολύνει την απρόσκοπτη κυκλοφορία των εμπορευμάτων...


(Ελευθεροτυπία, 1/12/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ