ΑΜΝΗΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΜΝΗΣΙΑ


Οι γέροι της δικτατορίας 

1.   2.   3. 


Η εντιμότητα που σκοτώνει

Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς τους λόγους που οι δικτατορίες συνήθως αφήνουν στους κάθε είδους νοσταλγούς τους μιάν ανάμνηση "σκληρής πλην έντιμης" διαχείρισης της κρατικής εξουσίας. Πρώτα απ' όλα, ο ίδιος ο επίσημος λόγος τους δεν είναι άλλος από την πάταξη της "φαυλοκρατίας" και της "ανικανότητας" των δημοκρατικών κυβερνήσεων. Ταυτόχρονα, και ενώ αυτή η επίσημη προπαγάνδα επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους και τις συχνότητες τα επιτεύγματα της "νέας τάξης" στην εξυγίανση της δημόσιας ζωής, οποιοσδήποτε αντίλογος είναι απαγορευμένος. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι αδύνατη κάθε αθέμιτη σύγκριση ανάμεσα στη "σήψη" του δημοκρατικού παρόντος και εκείνη του χουντικού παρελθόντος. Σήμερα, κάθε τηλεοπτικός αστέρας τρέφεται κυριολεκτικά από τη σκανδαλοθηρία· πριν από εικοσιπέντε χρόνια, ακόμα κι αν τα στοιχεία συσσωρεύονταν βουνό, ο δημοσιογράφος απλούστατα δε μπορούσε να γράψει το παραμικρό.
Αλλά και μετά τη Μεταπολίτευση, θα αντιτείνουν ορισμένοι, δεν υπήρξε κάποιος καταιγισμός παρεμφερών αποκαλύψεων που να αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη. Στην πραγματικότητα, η διαπίστωση αυτή ισχύει εν μέρει μόνο - κι αυτό για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Τα πρώτα χρόνια μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, όλες οι προσπάθειες για κάθαρση είχαν επικεντρωθεί ( και πολύ σωστά) στην τιμωρία των πιό σοβαρών από ταν εγκλήματα της επταετίας - εκείνων δηλαδή που, πρώτα και κύρια, έπρεπε να εξοβελιστούν από τη μελλοντική ζωή της χώρας. Αναπόφευκτα, αυτή η πλευρά των κατορθωμάτων της χούντας σχεδόν μονοπώλησε και το ενδιαφέρον των μεταπολιτευτικών ΜΜΕ. Μπροστά στο κορυφαίο γεγονός του επτάχρονου "γύψου", τις φριχτές αποκαλύψεις για τα βασανιστήρια ή την πολύνεκρη καταστολή των διαδηλώσεων του Νοέμβρη του '73, η όποια διασπάθιση του δημόσιου χρήματος αποτελούσε απλό πταισματάκι...
Μη νομιστεί, πάντως, ότι ζήτημα δεν υπήρξε. Κάθε άλλο μάλιστα. Η ίδια η χούντα και οι στρατηγικές επιλογές της στο οικονομικό πεδίο αποτέλεσαν, ευθύς εξαρχής, το πρώτιστο σκάνδαλο. Δεν είχε κλείσει ούτε εξάμηνο από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, όταν ο καναδός πανεπιστημιακός Ζαν Μεϊνό εντόπιζε την ουσία της πολιτικής Μακαρέζου σε ένα διάταγμα της 3/8/67: "Μία από τις πρωτοτυπίες αυτού του κειμένου είναι ότι ορίζει πως πρέπει να υπάρξει απόφαση μέσα σε οκτώ ημέρες από από την κατάθεση κάποιας αίτησης για επενδύσεις στη χώρα. Αυτή η ταχύτητα προοριζόταν να επιδείξει την αποτελεσματικότητα του νέου καθεστώτος, στην πράξη όμως σημαίνει ότι, αν πρόκειται πράγματι για καινούριες αιτήσεις, η απόφαση θα παρθεί χωρίς σοβαρή εξέταση του ζητήματος" ("Rapport sur l' abolition de la democratie en Grece", Μόντρεαλ 1967, σ.102-3). Η νέα συνταγή δεν άργησε να αποδώσει οφέλη - κι όχι φυσικά για το ελληνικό δημόσιο. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις δύο πιο χτυπητές περιπτώσεις "μεγάλων έργων" που εξαγγέλθηκαν τον πρώτο καιρό της δικτατορίας. Η πρώτη ήταν η σύμβαση με τη Litton Industries για "επενδυτικό πακέτο" στη δυτική Πελοπόννησο και την Κρήτη, σύμβαση που είχε απορριφθεί από τις κυβερνήσεις της ΕΡΕ, του Κέντρου και των Αποστατών, για να υπογραφεί τις πρώτες κιόλας εβδομάδες μετά το πραξικόπημα και να καταλήξει σε φιάσκο. Η δεύτερη ήταν η αξιοποίηση ενός δαιμόνιου πτωχεύσαντος αμερικανού επιχειρηματία, ονόματι McDonald, που ανέλαβε να βρει κεφάλαια για τη χρηματοδότηση της "Εγνατίας οδού" αλλά το έσκασε με 4,8 εκατομμύρια δολάρια σε ρευστό κι άλλα 33,4 σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Αλλες αμαρτωλές συμβάσεις της περιόδου, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, αφορούσαν τα έργα του Μόρνου, τα εργοστάσια της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, την εγκατάσταση της Nestle στη Β. Ελλάδα, κόκ. "Ηταν χαρακτηριστικό της νοοτροπίας των νέων κυβερνητών", συνόψιζε την όλη εμπειρία το 1971 ο Ι. Πεσμαζόγλου, "ότι δε θα έπρεπε να υπάρχουν ενδοιασμοί για την χορήγηση μεγάλων ή ανεξέλεγκτων προνομίων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η ίδια προσέγγιση είναι εμφανής επίσης στην προθυμία τους να παραχωρήσουνσυμβάσεις για δημόσια έργα στη βάση απευθείας διαπραγματεύσεων με ιδιώτες και όχι κατόπιν διαγωνισμού" ( "Η ελληνική οικονομία μετά το 1967" στο "Η Ελλάδα κάτω από στρατιωτικό ζυγό", σ. 140).
Υπήρχαν και πιό προσωπικές πτυχές αυτής της διαπλοκής. Ο Κ. Τσουκαλάς έχει επισημάνει τη σχέση ανάμεσα στην εγκαθίδρυση της χούντας και τον ελληνοαμερικανό μεγιστάνα Τομ Πάπας, "τα συμφέροντα του οποίου κινδύνευαν αφού η Ενωση Κέντρου αμφισβητούσε τα συμβόλαια που είχε υπογράψει το συγκρότημα με την κυβέρνηση των ανδρεικέλων (...) Ενας υπάλληλος του Πάπας, ο Παύλος Τοτόμης, ανέλαβε το κρίσιμο Υπουργείο Δημ. Τάξεως μετά την επιτυχή έκβαση του πραξικοπήματος. Σε λίγο τα συμβόλαια του Πάπας αναθεωρήθηκαν με τρόπο ευνοϊκό για τον ελληνοαμερικανό κεφαλαιούχο" ( "Η ελληνική τραγωδία", σ.192). Ανάλογες διασυνδέσεις επισημάνθηκαν και στη σκανδαλώδη ρύθμιση των συναλλαγών της Πεσινέ με το ελληνικό κράτος ( προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας και πετρελαίου στο 1/3 του κόστους): σύμφωνα με αποκαλύψεις της "Αυγής" ( 16/4/75), ο αρμόδιος χουντικός υπουργός Κ. Κυπραίος ήταν επίσης πρόεδρος της εταιρείας ΕΤΡΕΞ που είχε αναλάβει όλες τις επεκτάσεις της πολυεθνικής.
Μάταια, ωστόσο, θα ψάξει κανείς για ( στοιχειώδη, έστω) δικαστική κάθαρση αυτών των κατορθωμάτων. Περισσότερες από 100 παραγγελίες της Ολομέλειας Εφετών για ποινικές διώξεις και κάπου 300 σχετικές δικογραφίες κατέληξαν, ως επί το πλείστον, σε απαλλακτικά βουλεύματα. Το γεγονός ότι ανάμεσα στους διωκόμενους συμπεριλαμβάνονταν και στυλοβάτες του εγχώριου καπιταλισμού ( Ωνάσης, Νιάρχος, Λάτσης, Ανδρεάδης, κλπ) εξηγεί ίσως πάρα πολλά...



Τα σάπια κρέατα του συνταγματάρχη

Μοναδικό σκάνδαλο της δικτατορίας που τιμωρήθηκε από τη δικαιοσύνη, η περιβόητη υπόθεση των βρώμικων κρεάτων που εισήγαγαν μεγαλέμποροι από τη Ροδεσία δωροδοκώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους. Τη δίκη επιδίωξε το καθεστώς Ιωαννίδη, για να δείξει τη "σαπίλα" των παπαδοπουλικών. Ο ιθύνων νους της επιχείρησης Μιχαήλ Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3.5 χρόνια από το στρατοδικείο τον Ιούνιο του 1974 και η ποινή του μειώθηκε σε 2.5 χρόνια από το Πενταμελές Εφετείο της Δημοκρατίας ένα χρόνο αργότερα. Το Νοέμβριο του 1976, μετά από αναίρεση, η ποινή του κατέβηκε στους 14 μήνες. Είχε όμως ήδη καταδικαστεί σε ισόβια στη δίκη των "πρωταιτίων".
Την υπόθεση των κρεάτων συνοψίζει ο Αντώνης Σαμαράκης σε άρθρο του στο γαλλικό περιοδικό Le Nouvel Observateur (21.7.1975): "Στην πρόσφατη δίκη ενός από τους συνταγματάρχες, του Μπαλόπουλου, υπουργού Εμπορίου επί χούντας, συνέβηκε κάτι το καταπληκτικό. Ο Μπαλόπουλος αρχικά διηύθυνε τον ελληνικό τουρισμό (θέση στην οποία εκδήλωσε μια αδιαμφισβήτητη επιτηδειότητα στο άρπαγμα), έπειτα σαν υπουργός Εμπορίου είχε 'αντιμετωπίσει' μια σοβαρή κρίση εφοδιασμού της αγοράς με κρέατα, διεξάγοντας (τυχαία βέβαια με ανθρώπους της Νοτίου Αφρικής) λαθρεμπόριο με σάπια κρέατα, που τα πρόσφερε, επί μήνες ολόκληρους, στους Ελληνες καταναλωτές. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για θεατρικό έργο του Μπρεχτ. Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε αρχικά σε μερικά χρόνια φυλάκιση και έκανε έφεση. Οταν η υπόθεσή του πήγε στο Εφετείο, ο εισαγγελέας της Δημοκρατίας, παραδόξως, μετατράπηκε σε δικηγόρο της υπεράσπισης. Ουσιαστικά, είπε, ότι οι συνταγματάρχες δεν έκαναν πραξικόπημα αλλά επανάσταση, το καθεστώς τους μόνο δικτατορία δεν ήταν, ήταν τιμή να είναι κανείς υπουργός υπό το καθεστώς τους, κλπ."


Ο φίλος μου ο Ρούντολφ Ες

Η αυτοκτονία του 93χρονου Ρούντολφ Ες τον Αύγουστο του 1987 έθετε τέλος στην αδιέξοδη συζήτηση για τη συνεχιζόμενη κράτησή του στη συμμαχική φυλακή Σπαντάου του Βερολίνου. Πράγματι, η επί τέσσερις δεκαετίες κράτηση ενός και μοναδικού ανθρώπου σε μια φυλακή χωρητικότητας 600 ατόμων περιστοιχισμένη από πανύψηλο τείχος και ηλεκτροφόρα σύρματα και φρουρούμενη εναλλάξ από τις τέσσερις συμμαχικές δυνάμεις, είχε προκαλέσει κάποια "συμπάθεια" για τον υπερήλικο "αντ' αυτού" του Χίτλερ, τον φανατικό ναζιστή που ο Γκέμπελς χαρακτήριζε στο ημερολόγιό του "έναν μουρλό που υπήρξε το νούμερο δύο μετά τον Φίρερ". "Η τελετουργική αυτή τιμωρία δεν μπορεί πια να επανορθώσει την αδικία και να αποδώσει δικαιοσύνη", σημείωνε η "Zeit", ενώ το "Spiegel" τόνιζε ότι "το είδος της φυλάκισής του του προσέδιδε μια σημασία που δεν διέθετε ως στέλεχος των Ναζί". Αν ωστόσο οι θέσεις αυτές αμφισβητούσαν απλώς τη συμβολική αξία της παρατεινόμενης κράτησης του Ες, δεν έλειψαν και κάποιες ρητές απόπειρες "αποκατάστασής" του. Ανάμεσα σε αυτές και το ημερολόγιο που δημοσίευσε ο γάλλος ιερέας Σαρλ Γκαμπέλ, μόνιμος επισκέπτης του Ες από το 1977 έως το 1986. Υστερα από έλεγχο στο κελλί του Ες τον Ιούνιο του 1986, οι Σοβιετικοί έθεσαν θέμα απομάκρυνσης του ιερέα από τη φυλακή, αίτημα που έγινε δεκτό από τους συμμάχους, οι οποίοι έσπευσαν να τον μεταθέσουν από το Βερολίνο. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μικρό δείγμα από το ημερολόγιο του Γκαμπέλ.


"8.3.1977. Σήμερα γνώρισα τον Ες. (...) Πολύ στητός για την ηλικία του, βυθίζει το βλέμμα του στο δικό μου και μου λέει γαλλικά: 'Δεν επιτρέπεται να μου δώσετε το χέρι'. Ταράζομαι και ακόμη σήμερα δεν ξέρω να πω αν το χέρι μου άγγιξε το δικό του.
17.5.1978. Ακούμε Μπετόβεν από έναν παλιό δίσκο και βγαίνουμε στον κήπο. Ευτυχώς για τον μοναχικό κρατούμενο που υπάρχουν λουλούδια. Πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτά; Στο κελί του απαγορεύονται. Ούτε λουλούδια, ούτε φωτογραφίες στον τοίχο, μόνο ένα ημερολόγιο και οι χάρτες της σελήνης που του δώρισε πριν από καιρό η ΝΑΣΑ και κατά παράδοξο τρόπο του επέτρεψαν οι διευθυντές να κρατήσει.
6.9.1978. (...) Περπατώντας του σφίγγω το χέρι. Ο γάλλος φρουρός κλείνει τα μάτια, ο βρετανός στον πύργο δεν βλέπει τίποτε. Συνομιλώ για λίγο με τον ρώσο αξιωματικό, καθώς μου ψάχνει πάλι την τσάντα. Μιλά με ειρωνεία και πίκρα για την "ντάτσα" που έχτισαν για τον Ες στον κήπο. Με πληροφορεί ότι στίχισε 12.000 μάρκα.
15.11.1978. Μιλάμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα εκατομμύρια των δολοφονημένων Εβραίων. (...) Οταν του λέω ότι οι νεοναζιστικές μικροομάδες αρνούνται την ύπαρξή τους, ο Ες το βρίσκει χονδροειδές και ατιμωτικό. Του εξηγώ ότι ο καγκελάριος Σμιτ υποστηρίζει πως τα ναζιστικά εγκλήματα βαραίνουν ακόμη τις εξωτερικές σχέσεις της Γερμανίας και τον μελλοντικό της ρόλο στην Ευρώπη και βρίσκει την άποψη λογική.
14.3.1979. Κουβεντιάζουμε για τις νεοναζιστικές ομάδες στη Γερμανία, νεαρά ανεύθυνα άτομα, χωρίς δουλειά, που βαριούνται θανάσιμα. Του λέω ότι είναι πολύ θλιβερό για τη σημερινή Γερμανία. Συμφωνεί και αναρωτιέται: Μήπως πρόκειται για προβοκάτσια οργανωμένη από άλλες πολιτικές ομάδες;
23.5.1979. Τον αποκαλώ για πρώτη φορά "κύριο Ες". Το "νούμερο επτά" βρίσκει την ταυτότητά του - και την αξιοπρέπειά του.
19.1. 1983. (...) Συζητάμε για δύο τηλεοπτικές εκπομπές. Η μία ήταν για το Αουσβιτς, ένα θέμα που, δόξα τω Θεώ, αποτελεί πάντοτε γροθιά στο στομάχι. Ο Ες θεωρεί απίστευτο το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα, αλλά φυσικά πείθεται και εκφράζει την οργή του.
25.12.1985. Προχθές ο πρόεδρος φον Βαϊτσέκερ τοποθετήθηκε δημόσια υπέρ της αποφυλάκισης του Ες για ανθρωπιστικούς λόγους και ζήτησε την απελευθέρωση του Μαντέλα και του Ζαχάροφ. Σε πολλούς δεν άρεσε σύνδεσή τους με τον Ες. Κι όμως πρόκειται για τρεις ανθρώπους που υποφέρουν και έχουν στερηθεί άδικα την ελευθερία τους για λόγους πολιτικούς.
25.6.1986. Χωρίς να το ξέρω ακόμη, διαβαίνω την πύλη της φυλακής για τελευταία φορά, ύστερα από εννέα χρόνια και τέσσερις μήνες που υπήρξα ο πνευματικός του πιο ηλικιωμένου κρατούμενου στη γη: του φίλου μου του Ρούντολφ Ες."

(Από το "Der Spiegel", τ.35, Αύγουστος 1987, σ. 94-98).


(Ελευθεροτυπία, 17/11/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ