ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Κιβωτός για ένα είδος 

1.   2.   3. 

 

Μας λένε ότι το επιβάλλει η παράδοση. Επιστρατεύονται κάθε λογής επιχειρήματα για να μας πείσουν ότι ο μισός ελληνικός πληθυσμός, οι γυναίκες, δεν πρέπει να πλησιάζουν ούτε σε απόσταση 500 μέτρων τις ακτές της χερσονήσου του Αθω. Για να μη μολύνουν -τα μιάσματα- την αρσενική Κιβωτό της Ορθοδοξίας.


Τα θηλυκά έξω από 'δω!

Τα πάντα συζητήθηκαν τις ημέρες που μας πέρασαν για τον Διοικητή του Αγίου Ορους και τα προσόντα που θα όφειλε να διαθέτει. Μόνο ένα δεδομένο θεωρήθηκε αυτονόητο: το φύλο του εκάστοτε Διοικητή. Κι όμως ο συνταγματολόγος Γεώργιος Δασκαλάκης είχε υποστηρίξει από το 1963 ότι συνταγματικά είναι δυνατός ο διορισμός γυναίκας στη διοίκηση του Αγίου Ορους. Η συζήτηση απηχούσε τότε μια γενικότερη αμφισβήτηση του αβάτου και αντανακλούσε το κλίμα που είχε δημιουργήσει η επικύρωση των διεθνών συμβάσεων για την ισότητα των φύλων. Πέρασαν από τότε τριάντα τρία χρόνια και το άβατο παραμένει στο απυρόβλητο, αναπόσπαστο στοιχείο μιας παράδοσης που προστατεύεται από το σύνταγμα και αντιμετωπίζεται ως καύχημα του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Κανείς (και καμία;) δεν μοιάζει να ενοχλείται σήμερα από το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας είναι απαγορευμένο στις γυναίκες επειδή τις θεωρεί εκ φύσεως μιαρές, φορείς ακολασίας, ικανές να ασκήσουν "ψυχοφθόρον επίδρασιν" και "να οδηγήσουν εις την αμαρτίαν τους εν παρθενικώ βίω διαβιούντας μοναχούς". Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να τεθεί και πάλι το ζήτημα του αβάτου ως απαγόρευση που, πέρα από την εξόφθαλμη για πολλούς αντισυνταγματικότητά της, προσβάλλει βάναυσα τον μισό πληθυσμό αυτής της χώρας;
   Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Οπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Ορους που συντάχθηκε το 1924 και επικυρώνεται από το άρθρο 105 του Συντάγματος, "η εις την Χερσόνησον του Αγίου Ορους είσοδος θηλέων κατά τα ανέκαθεν κρατούντα απαγορεύεται" (άρθρο 186). Ας μη μείνουμε σε αυτή την αδιανόητη διατύπωση περί "θηλέων" που εξομοιώνει ζώα και ανθρώπους (θηλυκούς, βεβαίως). Και ας σημειώσουμε απλώς ότι παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, το άβατο του Αγίου Ορους περιλάμβανε στην ιστορική του διαδρομή και άλλες κατηγορίες, οι οποίες (παρά τα "ανέκαθεν κρατούντα") θεωρήθηκε περιττό να προστεθούν στη σύγχρονη διατύπωσή του. Στα αυτοκρατορικά Τυπικά που αποτέλεσαν το βασικό σώμα του γραπτού αγιορειτικού δικαίου, από νωρίς (969 κ.εξ.) συναντούμε ρητή απαγόρευση εισόδου στο Ορος για τους "αγένειους" παίδες και τους ευνούχους. Οι λόγοι ήταν αντίστοιχοι με εκείνους που υπαγόρευσαν το άβατο για τις γυναίκες και τα θηλυκά ζώα. Επειδή μάλιστα η απαγόρευση στάθηκε απόλυτη μόνο για τις γυναίκες, ενώ οι λοιπές κατηγορίες (νέοι, ευνούχοι και ζώα) αντιμετωπίστηκαν πάντοτε με σχετική ελαστικότητα, οι παλαιές διατάξεις περί αβάτου αναφέρονταν μονίμως στους νέους και τους ευνούχους και σπανιότερα στις γυναίκες. Αν όμως η πραγματικότητα του 20ού αιώνα καθιστά περιττή την ειδική μνεία στους ευνούχους, γιατί μαζί με αυτούς ξεχάστηκαν όλως αιφνιδίως και τα νεαρά παιδιά; Στο σημείο αυτό, οι υπερασπιστές του αβάτου είναι σαφείς: η απροθυμία των πιστών να ακολουθήσουν τον μοναχικό βίο μπορεί να εξισορροπηθεί με την "είσοδον, κατήχησιν, και εν συνεχεία κουράν των μη υπό τα φώτα του συγχρόνου υλιστικού πολιτισμού ανατραφέντων ανηλίκων" (Στ. Παπαδάτος, "Το πρόβλημα του αβάτου...", σ. 102).
   Ενα μείζον θέμα που ανακύπτει από τη σύγχρονη θέσπιση του αβάτου σχετίζεται ασφαλώς με τη συνταγματικότητά του. Πώς εναρμονίζεται η απαγόρευση αυτή με τα άρθρα του Συντάγματος που θεωρούν ίσους τους έλληνες πολίτες ανεξαρτήτως φύλου και κατοχυρώνουν την προσωπική ελευθερία και την ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια; Ηδη το 1963, ο Γ. Δασκαλάκης υποστήριζε ότι "η ιδιότης του φύλου αυτή καθ' εαυτή ούτε θεμελιώνει ούτε και δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση των γυναικών". Και συμπλήρωνε: "Αλλοίμονον αν άνθρωποι άγιοι, πραγματικά αφοσιωμένοι εις τον Θεόν κινδυνεύουν από την 'θεωρίαν του θήλεος'. Και αλλοίμονον εάν για τον πραγματικόν ή φανταστικόν αυτόν κίνδυνον ολίγων χιλιάδων μοναχών αναγνωρίζαμε ως συνταγματικόν τον περιορισμόν της ελευθερίας κινήσεως τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων Ελληνίδων". Στα ερωτήματα αυτά, οι υπερασπιστές του αβάτου δεν περιορίζονται να αντιτείνουν ότι ο Καταστατικός Χάρτης του Αγίου Ορους είναι συνταγματικά κατοχυρωμένος, οπότε το άβατο έχει εγκριθεί από το Σύνταγμα της χώρας. Ανατρέχουν και στις λοιπές εκκλησιαστικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών (απαγόρευση εισόδου στο ιερό, ανάληψης εκκλησιαστικών αξιωμάτων κ.ο.κ.), υποστηρίζοντας στην ουσία ότι η μία απαγόρευση νομιμοποιεί τις υπόλοιπες.
   Το πρόβλημα της συνταγματικότητας του αβάτου τέθηκε πάλι με την πρόταση νόμου του βουλευτή Ιωάννη Κουτσοχέρα "περί ελευθέρας επισκέψεως των γυναικών εις το Αγιον Ορος", η οποία συζητήθηκε (τρόπος του λέγειν) στις 7 Ιουνίου 1976. Η πρόταση για την κατάργηση του αβάτου είχε ήδη ομόφωνα απορριφθεί στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή με βασικό επιχείρημα ότι η έγκρισή της θα έθετε σε κίνδυνο τις σχέσεις με το Πατριαρχείο. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι, παρά την αρνητική θέση του, ο εισηγητής της πλειοψηφίας Ευρυγένης είχε παραδεχθεί ότι "η γενικότητα με την οποία καθιερώνεται η έννοια του αβάτου δι' όλην την περιοχήν του Αγίου Ορους" έρχεται ενδεχομένως σε αντίθεση με τις περί ισότητας συνταγματικές αρχές. Αλλά κατά τη συζήτηση ο Ι. Κουτσοχέρας βρέθηκε απολύτως μόνος: οι συνάδελφοί του θα επιστράτευαν τις φτωχικές τους γνώσεις για το Βυζάντιο και το μεγαλείο του, θα υπογράμμιζαν ότι και για τους άνδρες ισχύουν άβατα που θέσπισαν οι γυναίκες (τα ινστιτούτα καλλονής και τα γυναικεία κομμωτήρια, όπως εξήγησε ο Χ. Γραμματίδης) και θα απέρριπταν την πρότασή του με μια συνοπτική κυριολεκτικά διαδικασία.
   Η συνταγματικότητα ωστόσο του αβάτου δεν εξαντλεί το θέμα της απαγορευμένης στις γυναίκες χερσονήσου. Η γνώμη της ιστορικού Εφης Αβδελά θέτει το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις: "Το άβατο του Αγίου Ορους είναι η μοναδική περίπτωση στις μέρες μας όπου προϋπόθεση για την πρόσβαση των ερευνητών στα τεκμήρια του παρελθόντος είναι το φύλο τους. Και δεν αφορά μόνο τη μελέτη στα αρχεία και τις βιβλιοθήκες. Αφορά εξίσου τη μελέτη της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής, των ηθών και εθίμων, της γεωλογικής σύνθεσης, της αρχιτεκτονικής κτλ. Αν ο Αθως ήταν ανεξάρτητο κράτος, το πράγμα θα μπορούσε να εγείρει διαμαρτυρίες σε διεθνείς οργανισμούς. Ομως δεν είναι: το Αγιον Ορος χαίρει μεν ειδικού καθεστώτος που αναγνωρίζει τον θρησκευτικό του χαρακτήρα, αλλά συγχρόνως υπάγεται για διάφορα 'κοσμικά' ζητήματα στο ελληνικό κράτος: επιχορηγείται, διοικείται, συντηρείται από αυτό. Το ίδιο το ελληνικό κράτος επικαλείται ως εθνική κληρονομιά τα πολιτιστικά κειμήλια των μοναστηριών και τα παρουσιάζει ως υπόδειγμα εθνικής συνέχειας και θρησκευτικότητας. Πρόκειται για το ίδιο κράτος που διακηρύσσει επίσημα πως όλοι οι πολίτες του έχουν ίσα δικαιώματα στη μόρφωση, στη γνώση, στην ίδια αυτή την πολιτιστική κληρονομιά
 πόσο μάλλον που καλούνται να συμβάλλουν με τον οβολό τους στη διατήρησή της".
   "Το άβατο συνιστά ακραίο παράδειγμα της διάχυσης των ορίων που υπάρχουν στην Ελλάδα ανάμεσα στη θρησκεία και το κράτος: ορίζει μια περιοχή με βάση τη διατήρηση της παραδοσιακής θρησκευτικότητάς της, ενώ συγχρόνως της επιτρέπει να μετέχει των προνομίων και να απολαμβάνει την ασφάλεια που προσφέρει το σύγχρονο οργανωμένο κράτος", καταλήγει η Εφη Αβδελά. "Ετσι όμως το ίδιο το κράτος υπονομεύει τις καταστατικές αρχές του. Πέρα όμως από τον ακραίο αναχρονισμό του, το άβατο εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση, χωρίζοντας τους μελετητές με ρητό και επομένως αντισυνταγματικό τρόπο ανάλογα με το φύλο τους. Η διάκριση δεν περιορίζεται στο αντικείμενο της μελέτης: επεκτείνεται και στις διασυνδέσεις, στα κονδύλια, στο κύρος που προσδίδει η μελέτη αυτή. Με δεδομένες τις άρρητες μεν σήμερα αλλά ω πόσο πραγματικές διακρίσεις που υφίστανται οι γυναίκες επιστήμονες στον ακαδημαϊκό χώρο, ας αντιταχθούμε τουλάχιστον σε εκείνη που είναι ρητή και επομένως ορατά ανατρέψιμη".


(Ελευθεροτυπία, 10/11/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ