ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΤΙΜΟΡ


Η Κύπρος του Ειρηνικού 

1.   2.   3. 


"Τα μαρτύριά τους είναι και δικά μας"

Αργά ή γρήγορα, όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα είναι υποχρεωμένα να μεταφέρουν τη σύρραξη στο εσωτερικό του αντιπάλου. Το Ανατολικό Τιμόρ δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα, παρά την τεράστια διαφορά μεγεθών ανάμεσα στο ίδιο και την Ινδονησία. Οι ενέργειες της τιμορέζικης αντίστασης στο ινδονησιακό έδαφος παραμένουν βέβαια μέχρι στιγμής σε καθαρά προπαγανδιστικό επίπεδο - κυρίως, ως μιά προσπάθεια αξιοποίησης της διεθνούς παρουσίας στη Τζακάρτα για την προβολή του ζητήματος στο εξωτερικό. Από το 1986 μέχρι τις μέρες μας, μιά αλυσίδα καταλήψεων ξένων πρεσβειών έχει προσφέρει στο Fretilin και το CNRM ένα μοναδικό βήμα για την καταγγελία της συνεχιζόμενης κατοχής του νησιού, την ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα και την προβολή του αιτήματος για ανεξαρτησία. Η σημαντικότερη εξέλιξη της τελευταίας διετίας στο εσωτερικό αυτό μέτωπο αφορά τη δημόσια εκδήλωση αλληλεγγύης από το ριζοσπαστικότερο τμήμα της αναδυόμενης ινδονησιακής αντιπολίτευσης.
Θα χρειαστεί να θυμίσουμε εδώ ότι τα τελευταία χρόνια η ινδονησιακή κοινωνία φαίνεται να ξεπερνά σταδιακά αλλά αποφασιστικά, το τραύμα που της προκάλεσε η τρομακτική εκατόμβη του 1965-66, όταν οι ένοπλες δυνάμεις του στρατηγού Σουχάρτο έσφαξαν μέσα σε λίγους μήνες εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές, συνοδοιπόρους, μέλη της κινέζικης μειονότητας και λοιπά "ανήσυχα" στοιχεία. Δεν πρόκειται μονάχα για την εμφανή ριζοσπαστικοποίηση της επίσημης αντιπολίτευσης του Δημοκρατικού Κόμματος (PDI), που στο πρόσωπο της Μεγκαουάτι Σουκαρνοπούτρι έχει βρεί μιά δημοφιλή ηγέτιδα ικανή να ενσαρκώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τη βαρβαρότητα της Νέας Τάξης του Σουχάρτο. Παράλληλα με τη νόμιμη αστική αντιπολίτευση, και στα αριστερά της τελευταίας, συγκροτείται από τις αρχές τις δεκαετίας ένα δίκτυο οργανώσεων αποφασισμένων να δώσουν μιά μαχητική έκφραση σ'αυτή την υποβόσκουσα κοινωνική ένταση: ανεξάρτητα συνδικάτα όπως το Κέντρο Ινδονησιακής Ταξικής Πάλης (PPBI), φοιτητικές κινήσεις όπως οι Σπουδαστές για τη Δημοκρατία (SMID), ομάδες υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων όπως το Ινστιτούτο Νομικής Βοήθειας (YLBHI). Δε λείπουν ούτε οι προσπάθειες για συγκρότηση πολιτικού φορέα από τους αγωνιστές που μετέχουν σ' αυτά τα σχήματα - αρχικά με τη δημιουργία ( Μάϊος 1994) μιάς Λαϊκής Δημοκρατικής Ενωσης και στη συνέχεια με την ίδρυση του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (PRD), τον περασμένο Απρίλιο.
Αντίθετα με ότι ίσως θα περίμενε κανείς, και παρά τους άμεσους κινδύνους που συνεπάγεται μιά τέτοια πολιτική θέση, η στάση της νέας αυτής ινδονησιακής αριστεράς στο ζήτημα του Τιμόρ είναι αρκετά καθαρή: σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των κατοίκων του νησιού και διενέργεια δημοψηφίσματος υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Το Μάρτιο του 1995, μέλη του PPBI, των SMID και άλλων οργανώσεων συγκρότησαν μιά μετωπική κίνηση αλληλεγγύης προς την τιμορέζικη αντίσταση (SPRIM). "Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία της δημοκρατικής μας ταυτότητας είναι το θάρρος να σταθούμε αλληλέγγυοι με τους καταπιεσμένους λαούς, όχι μονάχα διεθνώς αλλά και μέσα στην ίδια την Ινδονησία", δήλωσε στο αυστραλιανό περιοδικό Green Left o πρόεδρος του PRD, Μπουντιμάν Σουγιατμίκο, τον περασμένο Απρίλιο, αμέσως μετά το ιδρυτικό συνέδριο του κόμματος στο οποίο μετείχε και αντιπρόσωπος του CNRM. "Θέλουμε να δείξουμε στον ινδονησιακό λαό ότι το πρόβλημα του Αν.Τιμόρ δεν έχει λυθεί κι ότι δεν πρόκειται απλώς για εσωτερική υπόθεση της Ινδονησίας". Δεν πρόκειται μονάχα για λόγια: στις 12 Νοεμβρίου 1995, αγωνιστές του SPRIM και του PRD οργανώνουν διαδήλωση αλληλεγγύης στο Τιμόρ στην πανεπιστημιούπολη της πρωτεύουσας, ζητώντας την άμεση αποχώρηση του ινδονησιακού στρατού από τα κατεχόμενα εδάφη, το σχηματισμό μεταβατικής διοίκησης και τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη δημοκρατική επίλυση του προβλήματος. Τρείς βδομάδες αργότερα, στην εικοστή επέτειο της ινδονησιακής εισβολής, 58 μέλη των δυό οργανώσεων καταλαμβάνουν την ολλανδική πρεσβεία και μιά σαρανταριά άλλα τη ρωσική · πριν οι διπλωμάτες δώσουν στα σώματα ασφαλείας την άδεια να τους συλλάβουν για πολύωρες ανακρίσεις, θα προλάβουν να δώσουν στη δημοσιότητα ένα κείμενο - υπόδειγμα διεθνιστικής συμπαράστασης: "Οι τρομερές συνθήκες που αντιμετωπίζει ο λαός του Αν.Τιμόρ, προϊόντα του καθεστώτος Σουχάρτο, δε διαφέρουν και πολύ από τις συνθήκες που αντιμετωπίζει ο λαός της Ινδονησίας. Τα μαρτύρια όλου του τιμορέζικου λαού είναι και δικά μας μαρτύρια..."



Πίσω από το άγαλμα του Χριστού 

Μετά την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης στον επίσκοπο Μπέλο, ο Σουχάρτο θέλησε να δείξει την ανεκτικότητα του καθεστώτος της Ινδονησίας προς τις άλλες θρησκείες πέραν του ισλάμ και στις 15 Οκτωβρίου παραβρέθηκε στα εγκαίνια του γιγαντιαίου αγάλματος του Χριστού στην πρωτεύουσα Ντίλι. Εσπευσε μάλιστα να τονίσει το σεβασμό που τρέφει η κυβέρνησή του για τις θρησκευτικές αξίες της περιοχής "εφόσον τώρα το Ανατολικό Τιμόρ είναι τμήμα της Ινδονησίας".
Και όμως, δεν έχουν περάσει ούτε δώδεκα μήνες από τις ταραχές του περασμένου φθινόπωρου, μεταξύ καθολικών κατοίκων και δυνάμεων ασφαλείας του ινδονησιακού καθεστώτος. Αφορμή για τις κινητοποιήσεις της νεολαίας κυρίως του Ανατολικού Τιμόρ ήταν οι βλάσφημες δηλώσεις ενός μουσουλμάνου υπάλληλου στις φυλακές της Μαλιάνα. Ο δεσμοφύλακας Σανούσι Αμπουμπακάρ είχε χαρακτηρίσει ως "ανοησία" τον καθολικισμό και είχε αμφισβητήσει την παρθενία της Παναγίας. Τις επόμενες μέρες η πρωτεύουσα αναστατώθηκε από διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Κάηκαν δυο τζαμιά και δυο εκκλησίες, καταστράφηκαν μαγαζιά στο εμπορικό κέντρο που ανήκαν σε μουσουλμάνους. Οι αρχές μίλησαν για απλή έκρηξη της νεολαίας και ανακοίνωσαν την απλή σύλληψη 52 μαθητών και φοιτητών. Τα ξένα πρακτορεία μιλούν όμως για ιματηρή καταστολή και αναφέρουν από 2 έως 6 νεκρούς και δεκάδες βαριά τραυματίες.
Το 90% των κατοίκων του Ανατολικού Τιμόρ είναι χριστιανοί κι αυτό το στοιχείο αρκεί να τους διαφοροποιεί από την Ινδονησία, το
πολυπληθέστερο ισλαμικό κράτος του κόσμου. Μετά τα περσινά επεισόδια και την επίθεση σε τζαμιά, η συντηρητική Ενωση Μουσουλμάνων ICMI (Ενωση Ινδονήσιων Μουσουλμάνων Διανοουμένων) ανακήρυξε τον επίσκοπο Μπέλο δεύτερο μεγάλο εχθρό του Ισλάμ μετά τον Σαλμάν Ρουσντί. Και στην πόλη της Ανατολικής Ιάβας Σιτουμπόντο κάηκαν δέκα εκκλησίες σε αντίποινα.
Ομως η διαμαρτυρία των νέων δεν είχε απλό θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι μουσουλμάνοι που κατέχουν τα μαγαζιά στο κέντρο του Ντίλι έχουν μεταφερθεί από την Ινδονησία τα τελευταία χρόνια και οι αρχές δίνουν μόνο σ' αυτούς άδειες πωλητή στις αγορές. Την ίδια στιγμή, το 70% των ντόπιων που τελειώνουν το σχολείο μένουν χωρίς δουλειά.


Η γέννηση ενός έθνους

Γιατί απέτυχε η απόπειρα της Ινδονησίας να συγχωνεύσει το Ανατολικό Τιμόρ; Και γιατί αναπτύχθηκε τόσο γρήγορα ο τιμορέζικος εθνικισμός μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια; Τους σύνθετους μηχανισμούς που οδήγησαν στη δημιουργία μιας εθνικής ταυτότητας στο Α. Τιμόρ αναλύει ο καθηγητής Μπένεντικτ Αντερσον, ειδικός σε θέματα ινδονησιακής πολιτικής και συγγραφέας της περίφημης μελέτης "Οι 'κατά φαντασίαν κοινότητες'. Στοχασμοί για την προέλευση και τη διάδοση του εθνικισμού". Σύμφωνα με την προσέγγιση του Αντερσον, μεταξύ Α. Τιμόρ και Ινδονησίας αναπαράγεται σήμερα μία σχέση ανάλογη με εκείνη που είχε αναπτυχθεί πριν από έναν αιώνα μεταξύ (αποικιοκρατικής) Ολλανδίας και (αποικιοκρατούμενης) Ινδονησίας:

"Ο ινδονησιακός εθνικισμός θεωρεί ότι ενσωματώνει πολλές διαφορετικές εθνοτικές-γλωσσικές ομάδες και θρησκευτικές κουλτούρες, για την ακρίβεια εκείνες που συγκεντρώθηκαν κατά το πέρασμα των αιώνων στις ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Η κοινότητα της "Ινδονησίας" θεμελιώνεται έτσι στην ιστορική εμπειρία και τη μυθολογία. Από τη μία πλευρά δηλαδή τονίζεται η μακρόχρονη αντίσταση κατά της ολλανδικής αποικιοκρατίας. Από την άλλη υπάρχει ο μύθος, πανίσχυρος αλλά δυνάμει διχαστικός, των παλαιών προαποικιοκρατικών κρατών, κυρίως του Μαγιαπατίτ (14ος και 15ος άι.). Η "αυτοκρατορία" Μαγιαπατίτ έχει το πλεονέκτημα ότι η ασαφής έκτασή της επιτρέπει να θεωρηθεί ότι περιλάμβανε ολόκληρο το Τιμόρ, καθώς και τμήματα της Μαλαισίας και της Σιγκαπούρης. Εχει ωστόσο και το μεγάλο μειονέκτημα ότι είναι ταυτισμένη με μία μόνο από τις εθνοτικές ομάδες της Ινδονησίας, εκείνη που αποτελούν οι κάτοικοι της Ιάβας. (...)
Για την Τζακάρτα, επομένως, το πρόβλημα είναι πώς να ανασυνθέσει την εθνική αφήγηση με τρόπο που να ενσωματώνει τους κατοίκους του Α. Τιμόρ. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με όρους αντίστασης προς τον ολλανδικό ιμπεριαλισμό. Ούτε μπορεί να επιτευχθεί με όρους στέρεων σχέσεων και επαφών με το λοιπό αρχιπέλαγος, καθώς ένα από τα παράδοξα χαρακτηριστικά της πορτογαλικής αποικιοκρατίας ήταν ότι κρατούσε το Α.Τιμόρ εξαιρετικά απομονωμένο. Η προφανής εναλλακτική εκδοχή εκεί που δεν είναι δυνατός ο ιστορικοποιημένος εθνικισμός είναι μία βιολογική-εθνική ουσιοκρατική προσέγγιση. Με άλλα λόγια, η Τζακάρτα θα μπορούσε να πεί: "Στο κάτω κάτω της γραφής έχουμε τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά, οι γλώσσες μας είναι συγγενείς, οι κουλτούρες της προέλευσής μας ταυτόσημες". Αλλά αυτή η επιχειρηματολογία είναι επικίνδυνη, γιατί οδηγεί σε διεκδικήσεις, μη αποδεκτές σήμερα, που θα αφορούσαν τις Φιλιππίνες και τη Μαλαισία".
Στους παράγοντες που απέτρεψαν την ενσωμάτωση του Α. Τιμόρ από τον ινδονησιακό εθνικισμό, ο Αντερσον προσθέτει τον καθημερινό ρατσισμό που υφίστανται οι Τιμορέζοι από τους Ινδονήσιους και το τρομακτικό κύμα βίας που ακολούθησε την εισβολή του 1975. Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι το ίδιο το βλέμμα του ινδονησιακού κράτους που, παρά την ύπαρξη 30 τουλάχιστον εθνοτικών ομάδων, αντιμετωπίζει τους λαούς της περιοχής συλλήβδην ως "Τιμορέζους" συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη δημιουργία της εθνικής τιμορέζικης ταυτότητας. Και σημειώνει:
"Καθώς σήμερα κάθε Ινδονήσιος καλείται να ασπαστεί μια μονοθεϊστική θρησκεία, το ινδονησιακό κράτος έχει παγιδευτεί σε έναν φαύλο κύκλο: Το 1975, η πλειοψηφία των Ανατολικοτιμορέζων ήταν ακόμη ανιμιστές. Το να τους μετατρέψεις σε "Ινδονήσιους" σήμαινε να τους "εκπαιδεύσεις" να αποκτήσουν θρησκεία, πράγμα το οποίο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα ταυτιζόταν με την προσχώρησή τους στον Καθολικισμό. Ασφαλώς το κράτος δεν αγνοούσε τους κινδύνους που συνεπαγόταν η διάδοση του καθολικισμού, κυρίως από τη στιγμή που η Ρώμη επέμεινε να σχετίζεται άμεσα με το Α. Τιμόρ, παρακάμπτοντας την κομφορμιστική ινδονησιακή καθολική ιεραρχία. Ετσι, τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε ένας λαϊκός καθολικισμός, εκφραστής της λαϊκής δυστυχίας, όπως συνέβη στην Ιρλανδία του 19ου αιώνα. Η απόφαση εξάλλου της καθολικής ιεραρχίας του Α. Τιμόρ να υιοθετήσει τα τετούν, και όχι τα ινδονησιακά, ως γλώσσα της Εκκλησίας, έδωσε μεγάλη ώθηση στον τοπικό εθνικισμό.(...) Υπάρχει όμως και μια ακόμη ειρωνεία της ιστορίας. Για τους νεαρούς ινδονήσιους διανοούμενους των αρχών του αιώνα, τα ολλανδικά ήταν η γλώσσα που τους επέτρεψε να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να αντιληφθούν την πραγματικότητα της αποικίας και να αποκτήσουν πρόσβαση στον έξω κόσμο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η διάδοση της ινδονησιακής μέσω του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος δημιούργησε μια νέα γενιά Τιμορέζων που, μέσω της ινδονησιακής, μπόρεσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στον κόσμο πέρα από την Ινδονησία".
(B. Anderson, "Imagining East Timor", Arena Magazine, τ.4, Απρίλιος-Μάιος 1992).

(Ελευθεροτυπία, 3/11/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ