ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Πόσοι Είμαστε;

1.   2.   3.

 

Οι απογραφές στο Τρίτο Ράιχ

Οπως αρκετά -δυστυχώς- στοιχεία του σύγχρονου πολιτισμού, έτσι και οι απογραφές οφείλουν πολλά στη ναζιστική πολιτική. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τη μελέτη των Gotz Aly, Karl Heinz Roth "Die restlose Erfassung":

ΟΙ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ δεν εμπέδωσαν την εξουσία τους δια της ιδεολογίας του αίματος και της γης: το σημαντικότερο ρόλο έπαιξαν οι απλοί αριθμοί, οι διάτρητες κάρτες, οι στατιστικές έρευνες και οι ταυτότητες. Κάθε φάλαγγα εκστρατείας ή εργασίας ήταν πριν απ' όλα μια φάλαγγα αριθμών, κάθε ενέργεια εξόντωσης προϋπέθετε μια διαδικασία θεωρητικής σύλληψης, και η επιλογή στη ράμπα ολοκλήρωνε την επιλογή στα χαρτιά. Οι κεντρικές ιστορικές μορφές του Χάινριχ Χίμλερ και του Ράινχαρντ Χέιντριχ δεν θα 'πρεπε να αντιμετωπίζονται μόνο σαν αιμοδιψείς ηγέτες, αλλά και σαν άνθρωποι του ορθού λόγου, σαν άνθρωποι που έδρασαν πάντοτε στη βάση υπολογισμών ακριβείας.
Ο Φρίντριχ Τσαν, πρόεδρος της γερμανικής στατιστικής εταιρείας, διαπίστωνε: "Από την ίδια την ουσία της η στατιστική βρίσκεται κοντά στην εθνικοσοσιαλιστική κίνηση". Και στη συνέχεια: "Η δημογραφική πολιτική χαίρει ιδιαίτερου κρατικού ενδιαφέροντος. Δεν είναι πλέον μόνο ποσοτική δημογραφική πολιτική, εξελίχθηκε σε ποιοτική και ψυχολογική δημογραφική πολιτική. Κατά συνέπεια, απαιτεί από τη στατιστική πολλαπλάσιες και βαθύτερες γνώσεις, που θα γίνουν πράξη μέσω της ιδιαίτερης ενέργειας του φίρερ μας". Στην "ανοικοδόμηση της Γερμανίας" όπου βοηθούσε η στατιστική, δεν είχαν θέση η ατομικότητα και η υποκειμενική αντιφατική συμπεριφορά, θεωρούνταν ενοχλητικοί παράγοντες και έπρεπε να αποβληθούν. Γι' αυτό το λόγο έπρεπε το κράτος να διεισδύει όσο γίνεται περισσότερο στην ιδιωτική και την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, να την καταγράφει, να την κατατάσσει σε κατηγορίες και να απομονώνει τους ανθρώπους ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους".




ΤΟ ΜΠΟΪΚΟΤΑΖ ΤΟΥ 1983 ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Η "ιδιωτική πρωτοβουλία"
κατά της απογραφής

ΣΤΑ μέσα της περασμένης δεκαετίας, η απογραφή του πληθυσμού της Δυτικής Γερμανίας αποτέλεσε μια από τις πρώτες περιπτώσεις αντιπαράθεσης των νεογέννητων τότε εναλλακτικών κινημάτων με την κρατική πολιτική. Μαζί με μια σειρά από άλλες "καινοτομίες", όπως η εισαγωγή της μηχανογραφημένης ταυτότητας (ΕΚΑΜ) και του ανάλογου διαβατηρίου, η απογραφή του 1983 θεωρήθηκε ένα ακόμα βήμα προς την οικοδόμηση ενός σύγχρονου αυταρχικού κράτους.
Πέτρα του σκανδάλου, που έδωσε και την αφορμή για την εκστρατεία κατά της απογραφής, ήταν η επίσημη πλέον κατάργηση του "στατιστικού απορρήτου". Αντίθετα με ό,τι είχε συμβεί κατά το παρελθόν (η τελευταία απογραφή είχε πραγματοποιηθεί εν έτει 1960), το άρθρο 9 του σχετικού νόμου που ψηφίστηκε από την ομοσπονδιακή Βουλή στις 25 Μαρτίου 1982 προέβλεπε τη "διασταύρωση" μιας σειράς από στοιχεία (από το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο μέχρι την κατοικία και το θρήσκευμα) με τα αντίστοιχα στοιχεία του δημοτολογίου ή άλλων υπηρεσιών προκειμένου να εξακριβωθεί η εγκυρότητά τους. Επιπλέον, "μεμονωμένα στοιχεία χωρίς όνομα" μπορούσαν να αξιοποιηθούν ποικιλοτρόπως από κάθε λογής φορείς, δημόσιους και μη, "στο βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για τη διεκπεραίωση των εργασιών που της έχουν ανατεθεί". Ανάλογο σπάσιμο του απορρήτου προβλέπεται και για "επιστημονικούς σκοπούς", "σκοπούς τοπικών προγραμματισμών, μετρήσεων, κοινωνικών προγραμματισμών" ή "προκειμένου να προστατευθεί το περιβάλλον".
Αν και ο επίσημος κρατικός λόγος γύρω από τη σκοπιμότητα και τη χρησιμότητα της απογραφής εστιαζόταν κυρίως στην ανάγκη εναρμόνισης των κρατικών δραστηριοτήτων με την κοινωνική πραγματικότητα (και, άρα, πληρέστερης ενημέρωσης του κράτους για τα τεκταινόμενα στην κοινωνία), ο (κάπως πιο ανεπίσημος) λόγος των πολιτικών ήταν λιγότερο άχρωμος και πολύ πιο αποκαλυπτικός. Στη Βαυαρία, όπου η ακροδεξιά τοπική κυβέρνηση των χριστιανοκοινωνιστών του Στράους είχε θεσπίσει (με την ανοχή ή και την υποστήριξη της τοπικής σοσιαλδημοκρατίας) ειδική αμοιβή για την κατάδοση των "αδήλωτων" πολιτών (2,5 μάρκα το "κεφάλι" του Γερμανού και 5 αυτό του ξένου μετανάστη), ο βουλευτής της πλειοψηφίας Γκίντερ Μπεκστάιν δήλωσε δημόσια ότι "η παγγερμανική απογραφή είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλιστεί το έννομο συμφέρον του κράτους για τον εντοπισμό των παράνομων ξένων και των οφειλετών του Δημοσίου".
Ωστόσο, ο ίδιος νόμος δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον για τους εργοδότες που απέφευγαν λ.χ. να καταβάλουν τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδική διάταξή του επέτρεπε στους επιχειρηματίες να αρνηθούν να δώσουν τον αριθμό των ατόμων που απασχόλησαν τον προηγούμενο χρόνο. Εξίσου προαιρετική ήταν και η απάντηση (σε όλες τις ερωτήσεις) για διπλωμάτες και ξένους στρατιωτικούς.

Από αυτόνομοι μέχρι παπάδες...

Με βασικό άξονα την αντίθεση στην κατάργηση του απορρήτου, από τα τέλη του 1982 συγκροτείται ένα ευρύ κίνημα ενάντια στην απογραφή, που προβλεπόταν να γίνει στις 27 Απριλίου του ερχόμενου χρόνου. Με πρωτεργάτες το νεοσύστατο τότε Κόμμα των Πρασίνων, την Εναλλακτική Λίστα του Δυτ. Βερολίνου και διάφορες αυτόνομες ομάδες, επεκτείνεται σταδιακά για να περιλάβει στους κόλπους του μεγάλα εργατικά συνδικάτα, όπως η IG-Metel ή το GEW, καθώς και τοπικές οργανώσεις των σοσιαλδημοκρατών. Περισσότερες από 500 επιτροπές πρωτοβουλίας δημιουργούνται σε όλη τη χώρα, με συμμετοχή νομικών, εκπαιδευτικών, κοινωνιολόγων, ακόμα και... παπάδων.
Η καμπάνια των αντιφρονούντων αποσκοπεί κυρίως να πείσει τους πολίτες να μποϊκοτάρουν την απογραφή, είτε αρνούμενοι να επιτρέψουν την είσοδο των "απογραφέων" στα σπίτια τους είτε αποφεύγοντας να συμπληρώσουν και να ταχυδρομήσουν τα απογραφικά δελτία. Ταυτόχρονα, το κίνημα (ή, τουλάχιστον, κάποιες συνιστώσες του) προσφεύγει στη δικαιοσύνη -και μάλιστα με επιτυχία: Λίγες εβδομάδες πριν από την κρίσιμη μέρα, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο αποφαίνεται ότι η "αυτοδιάθεση στις πληροφορίες" αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη, κηρύσσει αντισυνταγματικό το νόμο του 1982 και επιβάλλει μια σειρά από όρους και προϋποθέσεις για τη διενέργεια της απογραφής.
Η νέα αυτή απογραφή θα πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 1987, με βάση έναν καινούριο νόμο που (τυπικά τουλάχιστον) κατοχυρώνει το στατιστικό απόρρητο, θεσπίζοντας μάλιστα και τις ανάλογες ποινικές κυρώσεις για τους τυχόν παραβάτες της απαγόρευσης. Η επίσημη διαβεβαίωση, ωστόσο, ότι "τα στοιχεία του κάθε ατόμου δεν αναγνωρίζονται από κανέναν", κάθε άλλο παρά έπεισε εκείνους που είχαν πάρει μέρος στο αντι-απογραφικό κίνημα. Γνώστες των χρησιμοποιούμενων τεχνικών, απέδειξαν επανειλημμένα ότι αρκεί ένας καλός χειριστής του κομπιούτερ και 6 μόνο στοιχεία (από τα 240 του ερωτηματολογίου) προκειμένου να σπάσει η - υποτίθεται "κατοχυρωμένη" - ανωνυμία του απογραφόμενου. Από εκεί και πέρα, ο αγώνας ενάντια στην (έστω και ηπιότερη) απογραφή μετατράπηκε σε προμετωπίδα του συνολικότερου κινήματος για τη διασφάλιση των ατομικών ελευθεριών απέναντι σε ένα όλο και πιο αυταρχικό κράτος.
Το Νοέμβριο του 1986 συνήλθε το παγγερμανικό συνέδριο των επιτροπών πρωτοβουλίας και χάραξε μια κοινή και ταυτόχρονα ευέλικτη πολιτική, προτείνοντας μια ευρύτατη γκάμα μεθόδων όχι μόνο για το μποϊκοτάρισμα της όλης διαδικασίας αλλά και για το σαμποτάρισμά της "από τα μέσα". Από την πλευρά, οι αρχές εξαπέλυσαν μια πολυδάπανη εκστρατεία προκειμένου να πείσουν για την αναγκαιότητα και το αβλαβές του εγχειρήματος. Εκτός από την πειθώ, χρησιμοποιήθηκε και ο ανοιχτός καταναγκασμός: Επιβολή υψηλών προστίμων στους πολέμιους της απογραφής (ανάμεσά τους σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα των "Πρασίνων") αλλά και κατακράτηση της αλληλογραφίας των κομματικών γραφείων των "Πρασίνων" και της εναλλακτικής εφημερίδας "Tageszeitung". Κάτω από όλη αυτή την πίεση, το ποσοστό της αποχής από την απογραφή ήταν τελικά μάλλον μικρό (3% στη Δυτ. Γερμανία, 10% στο Δυτ. Βερολίνο). Απεναντίας, πραγματικό χάος προέκυψε στην αποδελτίωση των απογραφικών στοιχείων: Σε ορισμένες περιοχές, τα δελτία που είχαν συμπληρωθεί σωστά δεν ξεπερνούσαν το 10 με 20%! Άγνωστο βέβαια σε ποιο βαθμό αυτό οφειλόταν σε συνειδητό σαμποτάζ και σε ποιον είχε να κάνει με οργανωτικές αδυναμίες. Οι Γερμανοί, πάντως, είναι μάλλον διάσημοι για την οργανωτικότητά τους...



ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

Ομιλείτε ελληνικά;

Πολλές μέρες πριν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ μας υποχρεώσει όλους να συζητούμε τα προβλήματα των μειονοτήτων στην Ελλάδα (υπαρκτά ή ανύπαρκτα) η Βουλή των Ελλήνων είχε ασχοληθεί με το αν πρέπει να συμπεριληφθούν στην προσεχή απογραφή ερωτήματα για τη γλώσσα του πληθυσμού. Δημοσιεύουμε την ερώτηση που υπέβαλε η βουλευτίνα των Οικολόγων Εναλλακτικών Α. Ανδρεαδάκη και τις απαντήσεις των αρμόδιων υπουργών:

"ΣΥΜΦΩΝΑ με έκθεση που εκδόθηκε από την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και που συντάχθηκε από τον Μιγκουέλ Σιγκουάν, Ισπανό καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα πέντε γλωσσικές μειονότητες.
Σύμφωνα με την έκθεση αυτή οι ελληνικές αρχές αδιαφορούν για την καλλιέργεια των γλωσσών αυτών (πομακική, τούρκικη, βλάχικα, αρβανίτικα και σλαβικές διάλεκτοι). Κατά την .απογραφή του '51 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 13.000 πομάκοι, 92.000 τουρκόφωνοι, 39.000 βλάχοι, 22.000 αρβανίτες και 51.000 σλαβόφωνοι. Κατά τις επόμενες απογραφές δεν ελήφθησαν υπόψη αυτές οι εθνικές ή γλωσσικές ιδιαιτερότητες, για "εθνικούς λόγους".
Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Η απάλειψη από τα ερωτηματολόγια των απογραφών του '61, του '71 και του '81 των ερωτήσεων σχετικά με τη γλώσσα και τη θρησκεία Ελλήνων πολιτών, οδήγησε στη μη ακριβή καταγραφή των διαφόρων μειονοτήτων και στην αδυναμία χάραξης ειδικότερης πολιτικής. Επίσης επέτρεψε στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση να ισχυρίζεται (απουσία επίσημων ελληνικών στοιχείων) ότι η σλαβομακεδονική μειονότητα στη χώρα μας αριθμεί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και οδήγησε τη μουσουλμανική μειονότητα να βρει άλλους τρόπους να τονίσει την παρουσία της και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της.
Επειδή η υπάρχουσα πολιτική έχει δημιουργήσει πλείστα προβλήματα στο ελληνικό κράτος αλλά εκθέτει τη χώρα μας και διεθνώς, ερωτώνται οι κ. υπουργοί:
1) Αν τα ερωτηματολόγια και η μεθοδολογία γενικότερα της απογραφής του '91 θα είναι διαφορετική και θα επιδιωχθεί η καταγραφή των ετερόγλωσσων ή δίγλωσσων πληθυσμών που ζουν στην ελληνική επικράτεια.
2) Ποια μέτρα πρόκειται να ληφθούν για την προστασία των 5 γλωσσικών μειονοτήτων όσον αφορά τη διατήρηση της γλωσσικής τους παράδοσης (γραπτής ή προφορικής).
3) Ποια μέτρα προτίθεται να πάρει η πολιτεία στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση για τη διδασκαλία των γλωσσών αυτών, είτε για την αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης στις δύο αναγνωρισμένες μειονότητες (τουρκική, πομακική).

                Αναστασία Ανδρεαδάκη Βουλευτής των Οικολόγων Εναλλακτικών"

• Η απάντηση του υπουργείου Εθν. Οικονομίας

Σε απάντηση της ερωτήσεως 2094/16-11-90 που κατέθεσε στη Βουλή των Ελλήνων η βουλευτής κα Αναστασία Ανδρεαδάκη σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:
1. Η Γ.Γ. ΕΣΥΕ λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της στατιστικής επιστήμης και τη διεθνή πρακτική, που ακολουθούν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει προγραμματίσει, με τη γενική απογραφή πληθυσμού, να συγκεντρώσει στοιχεία για ένα σχετικά μεγάλο αριθμό κοινωνικοοικονομικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών, τα οποία είναι γενικού ενδιαφέροντος, δηλαδή αφορούν στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας.
2. Η Γ.Γ. ΕΣΥΕ δέχθηκε ένα μεγάλο αριθμό αιτημάτων από χρήστες του Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα για τη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων μέσω της απογραφής, προχώρησε σε ιεράρχηση των σχετικών αναγκών και συμπεριέλαβε στα ερωτηματολόγια της απογραφής ένα εξαιρετικά αυξημένο, σε σχέση με το παρελθόν, αριθμό νέων ερωτημάτων, τα οποία είναι γενικού ενδιαφέροντος και ζωτικής σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας.
Τέλος, για τη διαμόρφωση πληρέστερης εικόνας σχετικά με τα διάφορα χαρακτηριστικά του πληθυσμού για τα οποία θα συγκεντρωθούν στατιστικά στοιχεία στην προσεχή απογραφή, σας υποβάλλουμε συνημμένος το σχετικό ερωτηματολόγιο.

                                                    Ο Υφυπουργός Γεώργιος Παπαστάμκος

• Η απάντηση του υπουργείου Παιδείας:

Σε απάντηση της παραπάνω ερωτήσεως επιθυμώ να σας γνωρίσω ότι η κυβέρνηση μεριμνά για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση των μαθητών της μουσουλμανικής μειονότητας, όπως εξάλλου έχει υποχρέωση από τη Συνθήκη της Λωζάνης.
Πέραν αυτού βεβαίως, η κυβέρνηση μεριμνά, όπως είναι φυσικό, και για την ελληνομάθεια όλων των μουσουλμάνων της Θράκης, δεδομένου ότι είναι όλοι Έλληνες πολίτες.
Όπως είναι γνωστό, το πομακικό, όπως και άλλα γλωσσικά ιδιώματα, είναι μόνο προφορικά και για τούτο το πρόβλημα της διδασκαλίας τους είναι δισεπίλυτο. 

                                           Ο υπουργός Βασ. Κοντογιαννόπουλος

 

(Ελευθεροτυπία, 24/2/1991)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ