Τα στοιχεία για το ελληνο-αμερικανικό σκάνδαλο ντόπινγκ μένουν αναπάντητα
 

Το μεγάλο ταμπού
 

«Στενές επαφές ντόπινγκ-Ελλάδας»
    
  (Super Sport FM 94.6, 7/11/2005)

Με απόλυτη σιωπή -δείγμα έσχατης αμηχανίας- υποδέχτηκαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι τις αποκαλύψεις της «Ελευθεροτυπίας» (5, 6 και 7/11) για το περιεχόμενο της δικογραφίας που σχηματίστηκε στις ΗΠΑ εις βάρος του χημικού Πάτρικ Αρνολντ με σημαντικά στοιχεία για την εμπλοκή Ελλήνων στο κύκλωμα του ντόπινγκ. Οι άμεσα θιγόμενοι (Ανδρέας Λιναρδάτος, Κώστας Κεντέρης, Κατερίνα Θάνου, Ολγα Βασδέκη) δεν έκαναν κανένα σχόλιο, ενώ σιωπηλοί παρέμειναν και εκείνοι που έχουν την πρώτη ευθύνη για το χώρο του στίβου. Είναι βέβαια λίγο δύσκολο να πει τίποτα ο ΣΕΓΑΣ και ο πρόεδρός του, που φρόντισαν να «διευθετήσουν» το ζήτημα με το γνωστό τρόπο και ελπίζουν να δικαιωθούν από το Τριμελές Αθλητικό Διαιτητικό Δικαστήριο της Λοζάνης (CAS), όπου έχει προσφύγει η IAAF.

Μοναδική εξαίρεση ο Χρήστος Τζέκος, ο μόνος που έχει κριθεί ελεγκτέος από τη δικαστική επιτροπή του ΣΕΓΑΣ. Σε δηλώσεις του, που φιλοξενούνται στα ψιλά της «Espresso» την περασμένη Δευτέρα, δεν απαντά σε όσα του καταλογίζουν οι αμερικανικές αρχές (για δοσοληψίες με τον Αρνολντ και χρήση των ουσιών του), αλλά υποστηρίζει ότι η υπόθεση έχει κλείσει: «Αυτό που έχω να πω είναι πως για τα ελληνικά δεδομένα έχει κλείσει η υπόθεση αυτή, που ήθελε να υπάρχει δική μας εμπλοκή με την εταιρεία BALCO. Ο ΣΕΓΑΣ μας έχει αθωώσει, κρίνοντας αβάσιμα όλα αυτά».

Βέβαια, τόσο η δικαστική επιτροπή που συγκρότησε ο ΣΕΓΑΣ όσο και το CAS, δεν εξετάζουν παρά τα περιστατικά εκείνου του θλιβερού βραδιού με το τροχαίο και την εξαφάνιση των δύο αθλητών. «Οτιδήποτε εκφεύγει των κατηγοριών αυτών δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει και δεν αποτέλεσε άλλωστε αντικείμενο αυτής της επιτροπής», ξεκαθάρισε ο πρόεδρός της κ. Παναγόπουλος, κατά την ανακοίνωση της απόφασης, στις 18 του περασμένου Μαρτίου.

Η υπόθεση BALCO και η σχέση του κ. Τζέκου με τον παρασκευαστή της «καθαρής» Πάτρικ Αρνολντ δεν διερευνήθηκε από καμιά υπεύθυνη αθλητική ή δικαστική αρχή της χώρας. Δεν γνωρίζουμε αν στο πλαίσιο των ερευνών για τον Αρνολντ ζητήσουν οι αμερικανικές αρχές δικαστική συνδρομή των ελληνικών, αλλά σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που φέραμε στη δημοσιότητα δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.

Αλλά, το περίεργο της υπόθεσης είναι ότι η αποκάλυψη αιφνιδίασε και τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης, που φάνηκαν να συμμερίζονται την αμηχανία των άμεσα εμπλεκομένων. Την είδηση, πάντως, τη μετέδωσε το ΑΠΕ, αλλά μέσω ...της «Ουάσιγκτον Ποστ»! Κυρίως οι αθλητικές ιστοσελίδες βρήκαν το κουράγιο να αναφερθούν στο ζήτημα, με πιο σαφή τη σελίδα του Super Sport FM 94,6 (www.sportfm.gr), όπου αναδημοσιεύεται μέρος των αποκαλύψεων. Η σελίδα της ΕΡΤ (www.ert.gr) περιορίστηκε στην αναδημοσίευση του τηλεγραφήματος του ΑΠΕ.

Απάντηση στην απορία μας για την απροθυμία του Τύπου να προσεγγίσει τα νέα στοιχεία γι' αυτή την υπόθεση, που συντάραξε την κοινή γνώμη το καλοκαίρι του 2004, πήραμε μόλις ξεφυλλίσαμε ένα βιβλίο που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες. Πρόκειται για το βιβλίο «Υπογλώσσια Β'» του Ανδρέα Παππά (εκδόσεις «Καστανιώτη»), που περιλαμβάνει τα κείμενα της ομότιτλης στήλης που διατηρούσε επί χρόνια ο γνωστός επιμελητής, εκδότης και μεταφραστής στο ένθετο για το Βιβλίο, της εφημερίδας «Το Βήμα».

Η λύση στο ερώτημά μας δίνεται από το πρώτο κιόλας κείμενο της συλλογής. Είναι αυτό που αναδημοσιεύουμε εδώ αυτούσιο -με την άδεια του συγγραφέα. «Το κείμενο αυτό» γράφει ο κ. Παππάς, «δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. 'Κόπηκε' (κατά το κοινώς λεγόμενο) απροειδοποίητα και απροσχημάτιστα, δίχως καν να μου προταθεί προηγουμένως να το αλλάξω, να το αποσύρω ή να το αντικαταστήσω με άλλο. Αυτός ήταν και ο λόγος -ή, έστω, αυτή υπήρξε η αφορμή- που διακόπηκε η συνεργασία μου με το "Βήμα" της Κυριακής».

Ο λόγος που κόπηκε το επίμαχο κείμενο δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Παρά το γεγονός ότι ήταν γραμμένο σε εκείνη την ταραγμένη περίοδο των μεταολυμπιακών αποκαλύψεων, αντιμετώπιζε το πρόβλημα της γιγάντωσης του ελληνικού αθλητισμού μέσα από μια συνολικά κριτική ματιά. Εθιγε, δηλαδή, το απόλυτο ταμπού εκείνης της περιόδου.

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα που αποκαλύπτονται τα ντοκουμέντα του ελληνο-αμερικανικού σκανδάλου ντόπινγκ. Κανένας δεν είναι διατεθειμένος να παραδεχτεί ότι δεν ήταν το «DNA του Ελληνα», όπως υποστηρίζουν η αθλήτρια Χαλκιά και ο βουλευτής Ιωαννίδης, αλλά οι μέθοδοι του Τζέκου που μας έκαναν για μία φορά ακόμη εθνικά υπερήφανους.

 

 

Το «κομμένο» κείμενο

Γιατί, «ρε γαμώτο»;

Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΠΑ*

Είχα γράψει ότι επιφυλάσσομαι να σχολιάσω -γλωσσικά, πάντα- τους Ολυμπιακούς Αγώνες μετά τη λήξη τους. Ωστόσο, παρόλο ότι το «υλικό» και πλούσιο και ζουμερό είναι, όταν ξεκίνησα να γράφω το σχετικό κείμενο ένιωσα κάπως περίεργα, με αποτέλεσμα η πένα μου να ξεστρατίσει προς άλλες(;) κατευθύνσεις. Οσο για το ερωτηματικό στο «άλλες», αυτό οφείλεται στο ότι θεωρώ πως όσα ακολουθούν μπορεί να ξεφεύγουν από την εν στενή εννοία θεματολογία της στήλης, όχι όμως και από την ευρύτερη προβληματική και ευαισθησία της.

Θα μπορούσα, λοιπόν, σήμερα να αναφερθώ σε κάθε είδους κοτσάνες που συνόδεψαν την τηλεοπτική κάλυψη των Αγώνων. Θα μπορούσα να γράψω για τον Χ «που έχει το στίγμα του νικητή» (βρε τον καημένο, τέτοιος στιγματισμός!), για το γκολ που «έβαλε η νεοεισελθείς», για την προσπάθεια «να κατακτήσουμε αυτό το σετ» (ούτε κορυφή των Ιμαλαΐων να ήταν), για το πολύπαθο άλμα τριπλούν που παραμένει άκλιτο (του τριπλούν), για την άμοιρη εκείνη χώρα που λέγεται Μαυρίκιος (από τον Μαυρίκιο του Νασάου, ηγεμόνα της Ολλανδίας) και όχι Αγιος Μαυρίκιος ή Μαυρίτιος, για, για, για...

Ωστόσο, τα θεωρώ τελικά δευτερεύοντα και λίγο σχολαστικά όλα αυτά εν σχέσει με άλλα, πολύ πιο σοβαρά, που έπληξαν βάναυσα την ηθική μου και την αισθητική μου, κάνοντάς με επανειλημμένα να ντραπώ. Ξέρω ότι το ρήμα είναι βαρύ και συνήθως μετράω τα λόγια μου, αλλά, δυστυχώς, είναι το μόνο κατάλληλο για την περίσταση. Ντράπηκα, λοιπόν:

* Γιατί τις ελπίδες του έθνους έφτασε να ενσαρκώνει και να συμπυκνώνει ο Τζέκος, με το λαδωμένο μαλλί, τη χρυσαφιά BMW, τα σκευάσματά του και τα δημιουργήματά του.

* Γιατί η χώρα φάνηκε να υιοθετεί τη λογική «εμείς μετάλλια θέλουμε, κι ας είναι και βουτηγμένα στην τεστοστερόνη». Από τη λογική αυτή έως τις κραυγές «Κεντέρης, Κεντέρης» (γιατί όχι και «Τζέκος, Τζέκος»;) και τις αποδοκιμασίες στους άλλους αθλητές, η απόσταση είναι πολύ μικρή, ελάχιστη.

* Γιατί η «πρώην δημοσιογράφος!» θεώρησε απαραίτητο να συνοδεύσει την επιτυχία της στα 400 εμπόδια με δηλώσεις περί γονιδιακής ανωτερότητας των Ελλήνων και κατωτερότητας των άλλων, οι οποίοι είναι ικανοί να φτάσουν μόνο μέχρι δεύτεροι! Βέβαια, θα μου πείτε, από τον «Κίτρινο Τύπο» έως την κίτρινη σκέψη (ή μήπως απλώς έως την ανοησιολογία και την προκλητική έπαρση;) και πάλι η απόσταση είναι πολύ μικρή.

* Γιατί εξαγοράσαμε (ναι, εξαγοράσαμε) φτωχούς, πεινασμένους ανθρώπους, κυρίως από χώρες του πρώην «υπαρκτού» (τρομάρα του!) σοσιαλισμού, μετατρέποντάς τους άρον άρον σε Ελληνες, προκειμένου να ικανοποιήσουμε την εθνική μας ματαιοδοξία. Φτάσαμε έτσι να «αισθανόμαστε εθνικά υπερήφανοι» και να μας «διαπερνούν ρίγη συγκίνησης» (έτσι τουλάχιστον ακούγαμε από την τηλεόραση) γιατί ο Αρτιόν Κουρεγκιάν και ο Αμιράν Καρντάνοφ έδειξαν να βαδίζουν στο δρόμο που άνοιξε ο Μίλων ο Κροτωνιάτης, γιατί ο επιλεγόμενος Ηλιάδης (κατά κόσμον, Τζαβρίλ Ζινταούρι ή κάτι τέτοιο), ο οποίος δεν μιλάει ούτε λέξη ελληνικά, αγωνίστηκε «για τη γαλανόλευκη», γιατί, γιατί, γιατί...

* Συμπερασματικά, ντράπηκα γιατί η χώρα μας δείχνει συχνά να συμπεριφέρεται σαν την Ανατολική Γερμανία όταν κατάλαβε ότι το «παιχνίδι» είχε οριστικά κριθεί υπέρ της Δύσης, σαν χώρα που οφείλει, ντε και καλά, να αναπτύξει βιομηχανία μεταλλίων και πρωταθλητών. Τροφοδοτήσαμε -ή, μάλλον, ντοπάραμε- έτσι την εθνική (ψευτο) έπαρσή μας, που όμως δεν είναι συνήθως παρά η άλλη όψη μιας αδικαιολόγητης εθνικής μειονεξίας και ανασφάλειας.

Η Ελλάδα είναι πια χώρα ευνομούμενη και σχετικώς ευημερούσα (μία από τις 20-25 πιο πλούσιες χώρες του κόσμου, παρακαλώ!). Θα έπρεπε, λοιπόν, να έχει ξεπεράσει προ πολλού το σύνδρομο εκείνου που δεν έχει στον ήλιο μοίρα και που μπορεί να αντλεί χαρά και ικανοποίηση μόνο από βολές, λαβές και μπάρες. Το καταλαβαίνω να τα κάνουν όλα αυτά η Λευκορωσία ή το Τουρκμενιστάν, χώρες που βάσκανος «κομμουνιστική» μοίρα τις έριξε στην εξαθλίωση και στα χέρια στυγνών δικτατόρων. Αλλά γιατί η Ελλάδα, «ρε γαμώτο»;

*Ο Ανδρέας Παππάς είναι μεταφραστής και επιμελητής κειμένων. Από το 2001 διδάσκει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης
 


 

(Ελευθεροτυπία, 12/11/2005)

 

www.iospress.gr