Οι παραγγελίες του κ. Σανιδά και η δημόσια περιουσία

 

Ο Θεός και η Δικαιοσύνη


Η αποχώρηση του κ. Σανιδά από τη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σημαδεύτηκε με τη χαρακτηριστική τελευταία του δήλωση: «Πιστεύω ότι έκανα ό,τι ήταν σωστό και αν κάπου έχω λαθέψει, μόνο ο Θεός το γνωρίζει».

Φυσικά μόνο αν ο Θεός ανήκει στη Νέα Δημοκρατία θα επικυρώσει το αλάθητο του κ. Σανιδά. Ολη η αντιπολίτευση έχει επικρίνει με σκληρά λόγια τις αποφάσεις του, χαρακτηρίζοντας τις παρεμβάσεις του καθαρά κομματικές, ενώ ακόμα και ο «ένοικος» της πολυκατοικίας έχει καταθέσει μήνυση εις βάρος του.

Αλλά ο Θεός έχει και έναν άλλο λόγο να μην είναι ευχαριστημένος με τον ήδη συνταξιούχο εισαγγελικό λειτουργό. Προς τιμήν του, ο κ. Σανιδάς διέβλεψε εγκαίρως και ζήτησε να διερευνηθεί η περίπτωση διάπραξης κακουργημάτων σε τρεις περιπτώσεις, στις οποίες αναμειγνύεται η εκκλησία. Ηταν, με τη σειρά, η υπόθεση του Βατοπεδίου, η τουριστική «αξιοποίηση» δημοσίων κτημάτων από τη Μονή Τοπλού στο Λασήθι, και μόλις πριν από μια βδομάδα τα εδάφη που διεκδικεί η Μονή Μεγίστης Λαύρας στη Σκύρο.

Κατά σύμπτωση, και τις τρεις αυτές υποθέσεις τις ανέδειξε πρώτη η «Ελευθεροτυπία». Το Βατοπέδι ήρθε στη δημοσιότητα με σειρά δημοσιευμάτων του Κώστα Λασκαρέλια, ενώ το ζήτημα των σκανδαλωδών ανταλλαγών αποκάλυψε ο «Ιός» (7/9/08). Η υπόθεση της Μονής Τοπλού ήρθε κι αυτή στο φως από δημοσιεύματα του «Ιού» (15/4/07, 20/4/08) και αναδείχτηκε στην κεντρική πολιτική σκηνή με παρέμβαση του Αλέκου Αλαβάνου. Οσο για την υπόθεση της Μεγίστης Λαύρας, κι εκείνη πρωτοδημοσιεύτηκε σ’ αυτές τις στήλες, με βάση καταγγελία του πρώην βουλευτή του ΣΥΝ Βαγγέλη Αποστόλου («Ιός», 25/10/08).

Κατά συνέπεια γνωρίζουμε για ποιό πράγμα μιλάμε. Και με τις τρεις παραγγελίες του γι’ αυτές τις υποθέσεις, ο κ. Σανιδάς ήρθε σε σύγκρουση με την πάγια τακτική πολιτικών και δικαστικών αρχών, οι οποίες συνήθως σπεύδουν να ικανοποιήσουν τις όποιες απαιτήσεις και διεκδικήσεις μητροπόλεων και μοναστηριών, κατά κανόνα σε βάρος της δημόσιας περιουσίας που συρρικνώνεται στο όνομα βυζαντινών χρυσόβουλων και οθωμανικών τίτλων. Πρόκειται για μια πρακτική που συνεχίζεται επί δεκαετίες με το αζημίωτο (υλικό ή εκλογικό).

Ομως αυτή η θαρραλέα τοποθέτηση αμαυρώνεται από τη διάφανη πολιτική της σκοπιμότητα. Η παραγγελία του κ. Σανιδά για το Βατοπέδι περιείχε την πρωτοφανή εκ των προτέρων απαλλαγή των υπουργών με το εφεύρημα της «παραπλάνησής τους» από τα συμβουλευτικά τους όργανα. Αλλά και το κύκνειο άσμα του, η παραγγελία για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, δύσκολα αποκρύπτει τη σκοπιμότητα να βρεθεί και το «Βατοπέδι του ΠΑΣΟΚ», εφόσον σ’ αυτή την περίπτωση το ρόλο της οικογένειας Πελέκη εμφανίζεται να παίζει ως δικηγόρος ένας εν ενεργεία βουλευτής του ΠΑΣΟΚ (βλ. δίπλα, στήλη Iospress).

Αυτή η προφανής πολιτική σκοπιμότητα των εγγράφων του κ. Σανιδά δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για ντοκουμέντα εξαιρετικής νομικής και πολιτικής σημασίας. Για πρώτη φορά από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου διατυπώνεται σαφής αμφισβήτηση της άτυπης επικυριαρχίας εκκλησιαστικών και παραεκκλησιαστικών φορέων στη δημόσια ακίνητη περιουσία. Αν συνδυαστούν οι τρεις αυτές παραγγελίες μπορεί να αποτελέσουν πρόκριμα για μια ανατροπή της πάγιας πολιτικής και νομολογιακής πρακτικής σε ζητήματα εκκλησιαστικής περιουσίας. Θα το τολμήσει η αντιπολίτευση;

 

(Ελευθεροτυπία, 4/7/2009)

 

 

www.iospress.gr