Μας ξανάρχονται ένα ένα;

"Εμείς ας κλείσουμε τα σύνορα"
   
(Μίκης Θεοδωράκης, 26/2/2008)

ΘΑ ΞΑΝΑΖΗΣΟΥΜΕ άραγε τη φάρσα ως φάρσα; Η εθνικιστική υστερία του 1992-94 για το «Σκοπιανό» θέλει γαρ πολλή φαντασία για να θεωρηθεί «τραγωδία», έστω κι αν γίναμε αγρίως ρεζίλι μ' εκείνα τα ανιστόρητα «Study History!» που μετέδιδαν στα πέρατα της Οικουμένης κάθε λογής ελληναράδικες φαντασιώσεις ή αερολογίες. Τα πάντα είναι ωστόσο πιθανά. Ακόμη κι επανάληψη της πρώην φάρσας με τη μορφή της μικρής τραγωδίας - της διπλωματικής πανωλεθρίας, δηλαδή, στην οποία με μαθηματική ακρίβεια μας οδηγεί η γενικευμένη υιοθεσία της καρατζαφέρειας ιδέας περί βέτο στην εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Οπως έχουμε ήδη εξηγήσει («Ε», 6/10/07), η απροσχημάτιστη παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε η χώρα μας με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 θα οδηγήσει νομοτελειακά στην πανηγυρική καθιέρωση (διά του ΟΗΕ) της ονομασίας «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως της μόνης καθολικά αποδεκτής για τη γειτονική μας χώρα. Με αποτέλεσμα, τα εθνικά μας μέτωπα να μεταφερθούν ακόμη πιο πίσω: στη μάχη για το δικαίωμα του «μακεδονικού χαλβά» να κυκλοφορεί, ως τέτοιος, στην αγορά!

ΣΤΟ «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ μέτωπο», ελάχιστα πράγματα φαίνεται άλλωστε να έχουν μετακινηθεί από τα «κεκτημένα» του 1992. Τι σόι «μετριοπάθεια» συνιστά π.χ. η αποδοχή για τη γειτονική μας χώρα μιας σύνθετης ονομασίας με «αποκλειστικά γεωγραφική» (και «όχι εθνολογική») σημασία; Πόσο απέχει μια τέτοια παραδοχή από τους ανοιχτά ρατσιστικούς ισχυρισμούς περί «κρατιδίου», «συνονθυλεύματος», «σκορπίων» κ.ο.κ.; Σε τελική ανάλυση, μπορεί η δημιουργία της σύγχρονης (σλαβο)μακεδονικής εθνικής ταυτότητας να υπολείπεται αισθητά από άποψη χρονικού βάθους του σχηματισμού της αντίστοιχης (νεο)ελληνικής, προηγείται όμως χρονικά από το σχηματισμό κάποιων άλλων εθνικών ταυτοτήτων (όπως π.χ. η παλαιστινιακή), την υπόσταση των οποίων κανείς σοβαρός συμπατριώτης μας δεν διανοείται -και πολύ σωστά- να αμφισβητήσει.

ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ μιας νέας υστερίας δεν πρόκειται, ωστόσο, να κριθεί με βάση την ορθότητα ή μη της όποιας ιστορικής επιχειρηματολογίας. Τα εθνικιστικά κινήματα, ακόμη κι εκείνα που καταλήγουν στο επίπεδο μιας συλλογικής φαρσοκωμωδίας, γεννιούνται σε συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες από το συγκερασμό εξίσου συγκεκριμένων υλικών παραγόντων. Στην περίπτωση του «Σκοπιανού» το 1991-94 είχαμε, κατ' αρχάς, μια κυβέρνηση (Μητσοτάκη) με οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποφασισμένη ωστόσο να επιβάλει μια επώδυνη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Διατεθειμένη, ως εκ τούτου, να υποθάλψει τον εθνικισμό ώστε να καναλιζαριστεί αλλού η προσοχή (και η δυσφορία) των θιγόμενων λαϊκών στρωμάτων. Η κυβερνητική αυτή επιλογή έδεσε με τα παιχνίδα διαδοχής στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος (της Ν.Δ.), με τον φιλόδοξο τότε υπουργό Εξωτερικών να οικοδομεί το «πατριωτικό» του προφίλ διά της εθνικιστικής πλειοδοσίας. Είχαμε, επίσης, μια αξιωματική αντιπολίτευση (του ΠΑΣΟΚ) βυθισμένη -και τότε- σε βαθιά κρίση ηγεσίας και ιδεολογικού προσανατολισμού, με τις πατριωτικές κορόνες να φαντάζουν σαν η βολικότερη μέθοδος πλαγιοκόπησης των κυβερνώντων. Ανάλογη στρατηγική κρίση βίωνε και η εγχώρια Αριστερά, πολλά στελέχη της οποίας (ιδίως της «ανανεωτικής» πτέρυγάς της) είδαν στην αναζωπύρωση του Μακεδονικού την ευκαιρία ν' αποδείξουν πανηγυρικά πως δεν ήταν -πλέον- ελέφαντες. Την εικόνα συμπλήρωναν η άγνοια της συντριπτικής πλειονότητας των Ελλήνων για τα πραγματικά δεδομένα του (ώς τότε «ανύπαρκτου») ζητήματος, και η ετοιμότητα δύο «θινκ τανκ» να καλύψουν αυτό το κενό ενημέρωσης: των «διανοουμένων» της παραδοσιακής ακροδεξιάς (που μια ζωή πουλούσαν εθνικοφροσύνη με άξονα ακριβώς το Μακεδονικό και την «ιστορική προδοσία» της Αριστεράς) και των «ενημερωτικών» μηχανισμών που τροφοδοτούνταν από τις «μαύρες σακούλες» των μυστικών κονδυλίων του ΥΠΕΞ.

ΠΟΙΟΙ απ' αυτούς τους παράγοντες δίνουν και σήμερα το παρών; Οσον αφορά κυβέρνηση κι αξιωματική αντιπολίτευση, οι αναλογίες είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανείς. Με την Αριστερά τα πράγματα εμφανίζονται πιο περίπλοκα, σημειώνουμε ωστόσο την εθνικιστική μετάλλαξη του ΚΚΕ κατά την τελευταία δεκαετία και τη μεταβατική φάση που διέρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Για τα μυστικά κονδύλια, είναι φυσικά ακόμη νωρίς για να διαπιστώσουμε αν ξαναμπήκαν στο παιχνίδι. Η μόνη εμφανής διαφορά εντοπίζεται έτσι στο βαθμό ενημέρωσης της «κοινής γνώμης»: όποιος ενδιαφέρεται για το ζήτημα, μπορεί σήμερα να πληροφορηθεί τις πραγματικές του διαστάσεις σε ικανοποιητικό βαθμό. Αρκεί να κρατήσει τις αποστάσεις του απ' τις πολεμικές ιαχές της μικρής μας οθόνης.

 

(Ελευθεροτυπία, 1/3/2008)

 

 

www.iospress.gr