ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΣΤΟΝ "ΙΟ" ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

 

 

 

Για τη «Δίκη των Βλάχων»


Απάντηση σε ρεπορτάζ του ΙΟΥ («Ελευθεροτυπία», 10/2/2001) με τίτλο «Διασπορά αληθινών ειδήσεων» μας έστειλε ο κ. Φώτης Κιλιπίρης, οικονομολόγος-καθηγητής ΤΕΙ κοινοτάρχης Λιβαδίων Κιλκίς, πρώην πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων.Ολόκληρη η επιστολή του κ. Κιλιπίρη που ξεκινά με τη «λαϊκή παροιμία των ορεσείβιων κτηνοτρόφων Ηπείρου και Μακεδονίας» «Λούπλου λα αντάρα σ' χαρσιέστι -ο λύκος στην αντάρα χαίρεται», έχει ως εξής:


«Αξιότιμε κ. διευθυντά,

Θα μου επιτρέψετε να δεσμεύσω λίγο από το χώρο της έγκριτης εφημερίδας σας για να παραθέσω τις προσωπικές μου απόψεις για τη γνωστή πλέον στην Ευρώπη "δίκη Μπλέτσα", τους στόχους και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα για ορισμένους.

1. Τον κ. Σωτήρη Μπλέτσα γνώρισα στιγμιαία την 1η Ιουλίου 1995 στη Νάουσα εν μέσω μιας μεγάλης εκδήλωσης της οποίας οργανωτής ήταν η Πανελλήνια Ενωση Πολιτιστικών Συλλόγων βλάχων - ΠΕΠΣΒ, της οποίας τότε ήμουν πρόεδρος. Ακομψα και χρησιμοποιώντας ο κ. Μπλέτσας μάλλον υποτιμητικές εκφράσεις εν μέσω περίπου 400 ατόμων, νέων, μελών παραδοσιακών συγκροτημάτων της ΠΕΠΣΒ, μου παρέδωσε ένα τεύχος του "Γραφείου για τις Λιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες" (EBLUL) από έναν αριθμό αντιτύπων που κρατούσε στα χέρια του. Ηταν η στιγμή κατά την οποία όλες οι ομάδες κατευθυνόμασταν στο δημαρχείο όπου προεβλέπετο η ανταλλαγή αναμνηστικών δώρων με το δήμαρχο της πόλης. Ανέφερα στον κ. Μπλέτσα ότι δεν είναι ο κατάλληλος χώρος και η στιγμή, και μάλιστα του πρότεινα να επικοινωνήσει μαζί μου στη Θεσσαλονίκη για οτιδήποτε επιθυμούσε να μου πει. Ο ίδιος φορτικά επέμενε στις απόψεις του με συνέπεια να δημιουργηθεί αναταραχή στη διαδικασία της εκδήλωσης. Αναγκάστηκα δε και κάλεσα ένα παρευρισκόμενο όργανο της τάξης και τον απομάκρυνε. Αργότερα, έμαθα ότι ο προσκεκλημένος στην εκδήλωση βουλευτής Σερρών κ. Χαϊτίδης, ο οποίος έλαβε γνώση για το περιστατικό, του έκανε σχετική μήνυση.

2. Ο κ. Σωτήρης Μπλέτσας, αργότερα, και πριν ακόμη ξεκινήσει η ένδικη διαδικασία (1998) υπεραμύνθηκε της άποψής του ότι δεν είχε την πρόθεση να δημιουργήσει κανενός είδους πρόβλημα και για το λόγο αυτό υπέγραψε και σχετική δήλωση και σε συμφωνία με τον αρχικό του συνήγορο ενώπιον του κ. Χαϊτίδη, του κ. Μακρή και του κ. Ζαπάρα (Αθήνα 17/5/99). Η δήλωση αυτή έγινε αποδεκτή από όλους τους παρευρισκόμενους, ώστε να μην υπάρξει καμία δικαστική εξέλιξη από την οποία κάποιοι θα προσδοκούσαν ίσως να καρπωθούν κάποια οφέλη. Στη συνέχεια υπήρξαν για τεχνικούς λόγους δύο αναβολές της δίκης πριν από τη δίκη της 2/2/2001. Στη δίκη αυτή εμφανίζεται νέος συνήγορος υπεράσπισης του κ. Μπλέτσα, ο κ. Λάμπρος Μπαλτσιώτης, ο οποίος τυγχάνει και ενεργό μέλος του ΚΕΜΟ (Κέντρο Ερευνας Μειονοτικών Ομάδων) και εκ των οργανωτών της γνωστής διημερίδας της Λάρισας στις 5/6/98 και εισηγητής για τα "Αρβανίτικα" της μη πραγματοποιηθείσης ημερίδας στο αμφιθέατρο του υπουργείου Εξωτερικών για τις "μειονοτικές γλώσσες" (28/6/2000). Εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι ο κ. Μπαλτσιώτης επέμενε στην άποψη ότι θα πρέπει να εκδικαστεί η υπόθεση ως έχει, παρά την αρχική και μέχρι εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον επιθυμία του κ. Μπλέτσα να κλείσει η υπόθεση, θέση από την οποία, όπως φαίνεται, ο ίδιος υπαναχώρησε με αποτέλεσμα τη γνωστή εξέλιξη της δίκης. Εκφράζω δε τη λύπη μου που ο "ΙΟΣ" παραπλανεί τους αναγνώστες σας λέγοντας ότι υπήρξε "ανοχή του προέδρου στις "αυθόρμητες" παρεμβάσεις ακροατών που προπηλάκιζαν τους μάρτυρες υπεράσπισης". Επειδή ήμουν παρών στη δίκη σάς αναφέρω ότι υπήρξε μια διαμαρτυρία ενός παρευρισκόμενου δικηγόρου για κάποια άλλη υπόθεση και ο οποίος, ο ίδιος αρβανίτικης καταγωγής, αγανάκτησε όταν ένας από τους μάρτυρες υπεράσπισης στη διαδικασία της κατάθεσης υπαινίχτηκε την ύπαρξη "αρβανίτικης μειονότητας" στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής.

3. Το σημαντικότερο ίσως, κατά την άποψή μου, και επιτρέψτε μου να το θέσω ως προβληματισμό, είναι ποιους τελικά ωφελεί η εξέλιξη της δίκης. Τον κ. Μπλέτσα ή τη χώρα μας; Είναι άξιο προσοχής η εμμονή της υπεράσπισης ώστε να γίνει η δίκη αυτή. Κατά την άποψή μου, αυτοί που ωφελούνται είναι το ΚΕΜΟ και ορισμένα μέλη της που δεν χάνουν την ευκαιρία να αναδεικνύουν μέσα από χειρισμούς σκοπιμότητας (βλέπε "συνέδριο Λάρισας" 5/6/98 και ημερίδα αμφιθέατρου υπουργείου Εξωτερικών 28/6/2000) τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των Ελλήνων σε θέματα μείζονος, μειονοτικής πολιτικής, που χρήζουν μάλιστα, κατά την άποψή τους, ευρωπαϊκής προστασίας από τη μικρή, εθνικιστική, βαλκανική Ελλάδα θα πρόσθετα εγώ. Ακόμη και όταν ευρωπαϊκά γραφεία και μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως το EBLUL, κάθε άλλο παρά έγκυρα και αντικειμενικά αποδεικνύονται, όπως θα σας αποδείξω παρακάτω.

Δεν θα ήταν τουλάχιστον πιο ευγενικό να αναγνωρίζαμε στους εκατοντάδες πολιτιστικούς συλλόγους της χώρας το δικαίωμα να είναι οι ίδιοι σε θέση να γνωρίζουν λίγα περισσότερα πράγματα για την ταυτότητά τους και να τους αναγνωρίζουμε ότι αυτοί διαθέτουν λίγη περισσότερη ευαισθησία για τα πολιτιστικά τους στοιχεία και τις τυχόν ιδιαιτερότητες από όλες τις NGO's που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά ίσως και από αλλού που δεν γνωρίζουμε. Αλλοι οι οποίοι θα επωφεληθούν είναι βέβαια το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών και η σχετική ιστοσελίδα του στο Διαδίκτυο "περί της Μειονότητας των Βλάχων της Ελλάδας" www.mfa.gov.tr. Επίσης, άλλες διεθνείς οργανώσεις που κατά περίπτωση αναγνωρίζουν παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα χάσουν την ευκαιρία για να πλήξουν τη χώρα μας. Από προσωπική δε εμπειρία να σας αναφέρω γεγονός το οποίο αναιρεί την αξιοπιστία, τουλάχιστον όσον αφορά την άποψή της για τους Βλάχους της Ελλάδας.

Ηταν το Μάιο του 1996, όταν ο Καταλανός ευρωβουλευτής κ. De Puig, εκπρόσωπος του EBLUL και κατά παραγγελία του Συμβουλίου της Ευρώπης, επισκέφτηκε τη χώρα μας για να εξετάσει τη θέση της "βλάχικης μειονότητας" στην Ελλάδα (είχε ήδη επισκεφτεί και τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες). Απέφυγε επιμελώς, ενώ ήταν στη Θεσσαλονίκη, συνάντηση με την Ενωσή μας ώστε να του εκθέσουμε και τις δικές μας απόψεις για το θέμα της έρευνάς του (ενώ αντιθέτως, μπήκε στον κόπο να ανεβεί ώς το Ανω Σέλι Βερμίου). Λίγο καιρό αργότερα υπέβαλε έκθεση στο Συμβούλιο της Ευρώπης για την κατάσταση της "διάσπαρτης εθνικής μειονότητας των Βλάχων στα Βαλκάνια", βάση της οποίας αποτέλεσε και η έκδοση της "Οδηγίας 1333" (24/6/97 του Συμβουλίου της Ευρώπης) την οποία η Ενωσή μας καταδίκασε με υπόμνημά της στον πρόεδρό της (5/6/98). Δύο χρόνια αργότερα ο κ. De Puig τιμήθηκε από τη Ρουμανία.

4. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι πολιτιστικές ή γλωσσικές ιδιαιτερότητες γίνονταν και γίνονται οχήματα για πολιτική πίεση τρίτων χωρών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια της Ευρώπης. Εχω δε την άποψη ότι οι πρωτοβουλίες φορέων που δεν έχουν σχέση με τον πολιτισμό, άσχετα αν το επικαλούνται, και οι οποίοι προσπαθούν να αναδείξουν δήθεν ως μέγιστο το πρόβλημα της ολοένα και φτωχότερης γλωσσικά Ευρώπης, χρησιμοποιώντας πολιτικούς όρους όπως μειονότητα, μειονοτικές κ.λπ. για να περιγράψουν πολιτιστικά στοιχεία και ιδιαιτερότητες, στην ουσία λειτουργούν προβοκατόρικα για τον ίδιο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και για τις πολιτιστικές ομάδες για τις οποίες θεωρητικά ενδιαφέρονται. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι και στις δύο εκδηλώσεις του ΚΕΜΟ κανένας πολιτιστικός φορέας των Βλάχων δεν συμμετείχε και μάλιστα με ανακοινώσεις τους καταδίκασαν τις εκδηλώσεις αυτές. Είναι δε απορίας άξιο οι κ.κ. του ΚΕΜΟ να μας αναφέρουνε, στο πρόγραμμα της Ημερίδας "για τις μειονοτικές γλώσσες" στις 28/6/2000 στο αμφιθέατρο του υπουργείου Εξωτερικών, ποιοι θα εκπροσωπούσαν τους Βλάχους της Ελλάδος στις "τοποθετήσεις των εκπροσώπων των γλωσσικών κοινοτήτων" που προεβλέπετο για την απογευματινή συνεδρία της εκδήλωσης;

Τέλος, δεν θα 'θελα να σχολιάσω την απάντηση του έγκριτου ευρωβουλευτή μας το 1991, όταν στο Μέτσοβο τον Ιούνιο του 1994, σε ανοιχτή συζήτηση στο ερώτημά μας "γιατί η ελληνική αντιπροσωπεία και ο ίδιος δεν κατεψήφισε τη γνωστή έκθεση Κιλλελέα", προς τιμήν του για την ελικρίνειά του, μας απάντησε: "Λυπάμαι, κύριοι, σάμπως ξέραμε τι ψηφίζαμε;".

Ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας».

Η απάντηση του ΙΟΥ:

Επιτέλους, ο κ. Κιλιπίρης μίλησε. Ο άνθρωπος από τον οποίο ξεκίνησε όλη η ιστορία, όταν αυτός κάλεσε στην Αστυνομία «να απομακρύνει» τον κ. Μπλέτσα, αναλαμβάνει να μας διαφωτίσει, μεταξύ άλλων, «για τους στόχους» του πρωτοφανούς αυτού λογοκριτικού εγχειρήματος. Δυστυχώς, όμως, αυτό που μας λέει δεν είναι παρά μια αλυσίδα από μισές αλήθειες, που σε τελική ανάλυση διαστρέφουν την πραγματικότητα. 

1. Ισχυρίζεται ο κ. Κιλιπίρης ότι η δίκη έγινε παρά τη θέληση του μηνυτή κ. Χαϊτίδη και των μαρτύρων κατηγορίας Μακρή και Ζαπάρα, ακόμη και «παρά την επιθυμία του κ. Μπλέτσα να κλείσει η υπόθεση». Ομως:

α. Για την πρόθεση του κ. Χαϊτίδη «να κλείσει η υπόθεση» είναι αρκετά εύγλωττη η ερώτηση που ο ίδιος κατέθεσε στη Βουλή (και δημοσιεύτηκε στον «Αδέσμευτο Τύπο» της 18/9/00), διαμαρτυρόμενος για τις αναβολές που κατ' αυτόν οδηγούσαν στη «σχεδόν βεβαία παραγραφή ή αθώωση του Σωτήρη Μπλέτσα».

β. Η «διασπορά ψευδών ειδήσεων» (άρθρο 191 του Ποιν. Κώδικα), ως αδίκημα δημόσιας τάξης, διώκεται αυτεπάγγελτα και όχι κατ' έγκληση. Δεν ανήκει σ' εκείνες τις -αυστηρά κατονομαζόμενες- περιπτώσεις (όπως η «εξύβριση», η «συκοφαντική δυσφήμηση» ή η «διατάραξη οικιακής ειρήνης»), όπου ο μηνυτής μπορεί, αν θέλει, να σταματήσει τη δίωξη ανακαλώντας την έγκλησή του. Ως καθηγητής ΤΕΙ, και συνεπώς κατά τεκμήριο εγγράμματος, ο κ. Κιλιπίρης θα όφειλε να τα γνωρίζει αυτά - ή, τουλάχιστον, να ρωτήσει σχετικά, προτού αρχίσει να «ερμηνεύει» τις «προθέσεις» τρίτων, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα...

2. Ισχυρίζεται ο κ. Κιλιπίρης ότι «παραπλανούμε τους αναγνώστες μας» αναφερόμενοι στην ανοχή του δικαστηρίου απέναντι στις «αυθόρμητες» παρεμβάσεις ακροατών, που προπηλάκιζαν τους μάρτυρες υπεράσπισης. Παραδέχεται, βέβαια, πως «υπήρξε μία διαμαρτυρία παρευρισκόμενου δικηγόρου, αρβανίτικης καταγωγής» όταν «κάποιος μάρτυρας υπεράσπισης υπαινίχθηκε την ύπαρξη "αρβανίτικης μειονότητας" στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής». Ομως: 

α. Ο συγκεκριμένος δικηγόρος διέκοψε την κατάθεση του μάρτυρα όταν αυτός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της προέδρου, αναφέρθηκε όχι σε «αρβανίτικη μειονότητα» αλλά στην κατανόηση των διαλέκτων της νότιας Αλβανίας από τους γνώστες της αρβανίτικης γλώσσας! Σε κανένα σημείο των καταθέσεών τους, άλλωστε, ούτε οι μάρτυρες υπεράσπισης (ανάμεσά τους και δύο συντάκτες του «Ιού») ούτε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αναφέρθηκαν σε «μειονότητες» - συν τοις άλλοις, επειδή το αντικείμενο της δίκης ήταν εντελώς διαφορετικό (αφορούσε την -παράλληλη με τα ελληνικά- ομιλία άλλων γλωσσών και μόνο). Στις καταθέσεις μας, μάλιστα, αρνηθήκαμε να απαντήσουμε στις επίμονες σχετικές ερωτήσεις της προέδρου, που ζητούσε να της πούμε «τι εθνική συνείδηση έχουν οι ομιλητές αυτών των γλωσσών»...

β. Η πιο ενδιαφέρουσα αποσιώπηση του κ. Κιλιπίρη αφορά όμως το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς που διέκοψαν τη διαδικασία για να ισχυριστούν ότι λέμε ψέματα! Συγκεκριμένα, όταν το δικαστήριο μας ρώτησε σχετικά με το χαρακτηρισμό της βλάχικης γλώσσας (στο επίδικο έντυπο του EBLUL) ως «arumanian», επικαλεστήκαμε συνέντευξη του κ. Κιλιπίρη στην εφημερίδα «Αρμανικά Χρονικά» (φ.5, 3-4.1995), όπου αυτός αναφέρεται στη «βλάχικη γλώσσα» και εξηγεί ότι «ο όρος Αρμάνος και όχι Βλάχος είναι σωστότερος, μια που και εμείς (οι Βλάχοι δηλαδή) αποκαλούμε τους εαυτούς μας Αρμάνους». 

Πέντε περίπου λεπτά μετά την ανάγνωση των εν λόγω αποσπασμάτων, ο κ. Κιλιπίρης (που ήταν παρών όλη την ώρα αλλά όχι -τυπικά- παράγοντας της δίκης) παρενέβη από το ακροατήριο και διέκοψε την κατάθεση, φωνάζοντας ότι παραποιούμε τα λόγια του! Σταμάτησε μονάχα όταν επαναλάβαμε το κείμενο της συνέντευξής του.

3. Ο κ. Κιλιπίρης θεωρεί επιλήψιμη την άρνηση του εκπροσώπου του EBLUL, ευρωβουλευτή κ. de Puig, να τον συναντήσει το 1996. Κατά τη γνώμη του, δηλαδή, ο εκπρόσωπος του Γραφείου θα όφειλε να συναντηθεί με εκείνους ακριβώς που είχαν, ήδη πριν από ένα χρόνο, βάλει μπροστά τη διαδικασία ποινικοποίησης της δραστηριότητάς του στη χώρα μας!

4. Σαφής είναι επίσης η προσπάθεια του κ. Κιλιπίρη να «δαιμονοποιήσει» το Κέντρο Ερευνας Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ), στο οποίο μετέχουν αρκετοί από τους σοβαρότερους πανεπιστημιακούς και άλλους ερευνητές της χώρας. Αυτό που ξεχνά, όταν αναφέρεται στη «γνωστή διημερίδα της Λάρισας στις 5/6/98», είναι η βίαιη διάλυσή της από τη (συνεργαζόμενη με τη «Χρυσή Αυγή») οργάνωση «Πατριωτική Ενωση Θεσσαλίας».

5. Αναφέρεται, τέλος, ο επιστολογράφος μας σε έναν (ανώνυμο) «έγκριτο ευρωβουλευτή», ο οποίος φέρεται να δηλώνει ότι «δεν ήξερε τι ψηφίζει» για το ζήτημα. 

Προς τι η ανωνυμία; Αντί να βγάλει άσχετους όλους συλλήβδην τους εκπροσώπους του ελληνικού λαού, ας είχε ο κ. Κιλιπίρης το θάρρος να κατονομάσει το -συγκεκριμένο- αυτογελοιοποιούμενο συνομιλητή του.

Οσο για τον κατόπιν εορτής «προβληματισμό», για το «αν τελικά ωφελεί τη χώρα μας η εξέλιξη της δίκης», μάλλον αργά το σκέφτηκαν οι αυτόκλητοι υπερασπιστές του έθνους απέναντι στα ενοχλητικά «ιδιώματα»...


(Ελευθεροτυπία, 23/2/2001)

www.iospress.gr