ΟΙ ΣΛΑΒΟΦΩΝΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
 

Η υπαρκτή-ανύπαρκτη μειονότητα

 

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την ελληνική Μακεδονία. Δεν υπάρχει, κι όμως όλοι ασχολούνται μαζί του. Από τα ΜΜΕ και τις εντεταλμένες υπηρεσίες ώς την ειδική εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ.
 

Κάνοντας, εν έτει 1995, τον απολογισμό της διαχείρισης του «Σκοπιανού» κατά τα χρόνια της πρωθυπουργίας του, ο Κων/νος Μητσοτάκης είχε προβεί σε μια ενδιαφέρουσα εξομολόγηση: «Το θέμα των Σκοπίων το είδα από την πρώτη στιγμή στις πραγματικές του διαστάσεις. Αυτό που με απασχόλησε από την αρχή δεν ήταν το όνομα του κράτους αυτού. Το πρόβλημα για μένα ήταν να μη δημιουργηθεί ένα δεύτερο μειονοτικό ζήτημα στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Αυτό ήταν το κλειδί της ελληνοσκοπιανής διαφοράς» (Θ. Σκυλακάκης, «Στο όνομα της Μακεδονίας», Αθήνα 1995, σελ. 3).

Η επισήμανση του παλαίμαχου πολιτικού διατηρεί ατόφιο το ενδιαφέρον της, καθώς τους τελευταίους μήνες το κέντρο βάρους του Μακεδονικού μετατοπίζεται σταδιακά από την αντιπαράθεση για το όνομα της γειτονικής μας χώρας στην «εσωτερική» (και σε μεγάλο βαθμό αποσιωπημένη) πτυχή του: την ταυτότητα και τη μεταχείριση από το ελληνικό κράτος των σλαβόφωνων Μακεδόνων της ελληνικής επικράτειας, οι οποίοι υπολογίζονται σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες άτομα, καθώς και των στενών συγγενών τους που -ως μετανάστες ή πολιτικοί πρόσφυγες- στερήθηκαν, στο παρελθόν, την ελληνική ιθαγένεια.

Οπως είναι γνωστό, το ζήτημα τέθηκε επίσημα με τον ιδιότυπο διπλωματικό διάλογο μεταξύ Καραμανλή - Γκρούεφσκι, το περασμένο καλοκαίρι.

*Με επιστολή του προς τον Καραμανλή, ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ έθεσε στις 10 Ιουλίου ζήτημα «αναγνώρισης της μακεδονικής μειονότητας» από την Ελλάδα, «διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων της» (εισαγωγή της μητρικής γλώσσας στο σχολείο, χρήση της στην τοπική αυτοδιοίκηση κ.λπ.), επιστροφή των περιουσιών των πολιτικών προσφύγων του εμφυλίου που είναι σήμερα πολίτες της ΠΓΔΜ και χορήγηση διπλής υπηκοότητας σε όσους απ' αυτούς το επιθυμούν.

*Στην επίσημη απάντησή του (18.7.08), ο έλληνας πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι όχι μόνο «δεν υπάρχει "μακεδονική" μειονότητα στην Ελλάδα» αλλά επίσης ότι «ποτέ δεν υπήρξε» και «κάθε αντίθετος ισχυρισμός είναι απόλυτα αθεμελίωτος και πολιτικά υποκινούμενος, χωρίς σεβασμό στην ιστορική πραγματικότητα της περιοχής». Για το ζήτημα των περιουσιών παρέπεμψε αντίθετα κάθε ενδιαφερόμενο «να κάνει χρήση της δυνατότητας νομίμου προσφυγής στα Δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο».

*Ακολούθησαν η γνωστή αλυσίδα επιστολών του Γκρούεφσκι προς τον ΟΗΕ και την Ε.Ε., η επετειακή συνάντηση σλαβομακεδόνων πολιτικών προσφύγων για τα 60χρονα από τη φυγή τους από την Ελλάδα και το ψήφισμα της νέας Βουλής της ΠΓΔΜ υπέρ της «ανάκτησης των περιουσιακών δικαιωμάτων» των πολιτικών προσφύγων στην Ελλάδα (27.8.08).

Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ίσως αναμενόμενη μετά το άτυπο ελληνικό βέτο στο Βουκουρέστι, τον περασμένο Απρίλιο. Τι πιο φυσικό για τη στριμωγμένη και συνάμα «εθνικά υπερήφανη» κυβέρνηση των Σκοπίων, από το να μεταθέσει τη γραμμή αντιπαράθεσης σ' ένα θέμα όπου η Αθήνα είναι η αμυνόμενη; Ιδίως αν λάβουμε υπόψη ότι (εν αντιθέσει προς τα καραγκλιοζιλίκια των εθνικιστών της ΠΓΔΜ και της σλαβομακεδονικής διασποράς περί Φίλιππου, Μεγαλέξανδρου και «μακεδονικής καταγωγής» φυλάρχων του Πακιστάν) οι αναφορές σε μειονοτικά δικαιώματα αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα από τη διεθνή κοινότητα, που διατηρεί πάμπολλες -και συχνά τεκμηριωμένες- επιφυλάξεις για την εγκυρότητα της επίσημης ελληνικής επιχειρηματολογίας. Ο πομπώδης ισχυρισμός π.χ. του Καραμανλή ότι «ουδέποτε υπήρξε στο παρελθόν» μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία, μόνο γέλια μπορεί να προκαλέσει σε όσους έχουν μια στοιχειώδη εικόνα ακόμη και της ημιεπίσημης ελληνικής βιβλιογραφίας.

Πανηγύρια και ρόπαλα


Πριν Γκρούεφσκι λαλήσαι τρις, ωστόσο, ήρθε η σειρά των ελληνικών ΜΜΕ να εγγράψουν με τον τρόπο τους το μειονοτικό στην ατζέντα της «ελληνοσκοπιανής» διαφοράς. Αναφερόμαστε στη γενικευμένη υστερία του περασμένου Ιουλίου γύρω από το παραδοσιακό πανηγύρι του χωριού Μελίτη (πρώην Οφτσάρανι) της Φλώρινας, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη γιορτή του προφήτη Ηλία.

*Η υπόθεση ξεκίνησε από τον ακροδεξιό «Στόχο», που από τις 26 Ιουνίου είχε «αποκαλύψει» πως «οι Γυφτοσκοπιανοί ετοιμάζουν μεγάλη προβοκάτσια στις 20 Ιουλίου στη Φλώρινα», με «"απόβαση" ψευτομακεδόνων από όλο τον πλανήτη για να γιορτάσουν με εκατοντάδες άλλους μπερδεμένους» και «να αποδείξουν την ύπαρξη της... πολυπληθούς "μακεδονικής μειονότητας"». Καλούσε δε «όλους τους Ελληνες πατριώτες να εντάξουν τους εαυτούς τους σε κατάσταση ετοιμότητας και εγρήγορσης για οποιασδήποτε μορφής κινητοποίηση χρειαστεί».

*Τη σκυτάλη πήρε το «Εθνος» (13.7), επικαλούμενο έγγραφο της ελληνικής πρεσβείας στα Σκόπια (3.7) σύμφωνα με το οποίο επίκειτο «ξαφνική "εισβολή" Σκοπιανών στη Φλώρινα», «με επίκεντρο τη Μελίτη», «σε μια προσπάθεια να εμφανιστεί διεθνώς ότι υπάρχει θέμα "μακεδονικής" μειονότητας».

*Τις επόμενες μέρες, τα «Νέα» μετέθεσαν κι αυτά τη συνάντηση των «Αιγαιατών» πολιτικών προσφύγων από τα Σκόπια στη Μελίτη (14.7), διαβεβαιώνοντάς μας μάλιστα πως «οι εκδηλώσεις στη Φλώρινα» θα γίνουν «παρουσία» του προέδρου της ΠΓΔΜ Μπράνκο Τσερβένκοφσκι (17.7)!

*Εντυπωσιακή υπήρξε, τέλος, η ομόθυμη εκτίμηση των αθηναϊκών εφημερίδων, απ' την «Αυριανή» ώς το «Ριζοσπάστη», ότι «περίπου 300» πολίτες της ΠΓΔΜ επρόκειτο να παρευρεθούν στις γιορτές της Μελίτης (17.7). Η ακριβής πατρότητα αυτής της προκαταβολικής «καταμέτρησης» παραμένει, προς το παρόν, αδιευκρίνιστη.

*Ακολούθησε η ανάδειξη του θέματος από τα αθηναϊκά κανάλια. Επί μία βδομάδα, οι τηλεθεατές βομβαρδίζονταν από σχεδόν «πολεμικά» ρεπορτάζ με κοινό χαρακτηριστικό την κινδυνολογία (χωρίς όμως η ακριβής ταυτότητα του «κινδύνου» να κατονομάζεται σαφώς) και την προχειρότητα.

Το βραδινό δελτίο του MEGA έκανε έτσι λόγο (18.7) για «το πανηγύρι που οργανώνουν οι Σκοπιανοί», ενώ οργανωτής ήταν -όπως πάντα- ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού. Το ίδιο βράδυ στον ΑΝΤ-1 ο Γιώργος Δελαστίκ κάλεσε «τις ελληνικές αρχές και τους υπεύθυνους» να έχουν «άκρως τεταμένη την προσοχή τους» απέναντι στους πανηγυριώτες, καθώς είναι «άλλο πράγμα πέντε θερμοκέφαλοι μόνοι τους, και άλλο πράγμα πέντε θερμοκέφαλοι οι οποίοι ενδέχεται να κατευθύνονται αμέσως ή εμμέσως από υπηρεσίες της γειτονικής χώρας».

Ευτυχώς ο παρουσιαστής (Γιάννης Παπαδόπουλος) έσπευσε να τον καθησυχάσει με τη διαβεβαίωση ότι «φαίνεται, πάντως, ότι οι ελληνικές αρχές έχουν το νου τους». Κλείνοντας το ρεπορτάζ απ' τη Μελίτη, ο τελευταίος εξήγησε ότι επιστρέφει «στην εσωτερική πολιτική επικαιρότητα» - λες και η Φλώρινα βρίσκεται εκτός ελληνικής επικράτειας!

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που το συγκεκριμένο πανηγύρι γίνεται στόχος των αθηναϊκών αρχών και καναλιών. Ισως αυτό οφείλεται (και) στο ότι η γιορτή του Προφήτη Ηλία συμπίπτει με την επέτειο της τοπικής αντιοθωμανικής εξέγερσης του 1903, γνωστής ως Ιλιντεν, γεγονός που στα μάτια πολλών της προσδίδει έναν λανθάνοντα «εθνικό» χαρακτήρα.

*Το 1990 ο νομάρχης της κυβέρνησης Μητσοτάκη επιχείρησε ν' απαγορεύσει τη γιορτή με τα ΜΑΤ.

*Το καλοκαίρι του 1991 ο στρατός πραγματοποίησε εκφοβιστική παρέλαση στο χωριό, με σκοπό «τον εντυπωσιασμό» των κατοίκων «για να σταματήσουν τις [υποτιθέμενες] βλέψεις προσάρτησης στα Σκόπια» (επιστολή φαντάρου στην «Εποχή» 10.11.91).

*Το 1994, η «Εκπομπή» του Νάσου Αθανασίου στο MEGA έκανε λόγο για «γλέντι εχθρότητος» - με μοναδικό «αποδεικτικό» στοιχείο τη συμμετοχή (ως χορευτή) ενός ντόπιου ακτιβιστή του μειονοτικού κόμματος «Ουράνιο Τόξο»! Φυσικά, ο «Στόχος» και τα συναφή ένυπα παρότρυναν τακτικά τους «ελληνόψυχους» να «διαλύσουν το πανηγύρι».

*Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Θέμος Αναστασιάδης καλούσε φέτος τις αρχές να απαγορεύσουν στο εξής κάθε παρόμοια εκδήλωση: «Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει ένα κράτος που σέβεται τον εαυτό του, είναι να πει: "Α, έτσι είστε; Εχετε και απαιτήσεις; Ε, κομμένα τα λαογραφικά πανηγύρια και οι δήθεν αθώοι χοροί μέχρι να χαλαρώσετε, κι αν έρθετε στα σύγκαλά σας το ξανασυζητάμε"» («Πρώτο Θέμα» 27.7.08). Δεν διευκρινίζεται πάντως επαρκώς αν η προτεινόμενη «δήλωση» απευθύνεται στην κυβέρνηση Γκρούεφσκι ή στους πολιτιστικούς συλλόγους ελληνικών χωριών, τους αποτελούμενους από έλληνες πολίτες, που οργανώνουν τα «δήθεν αθώα λαογραφικά πανηγύρια»...

Τελικά, το όλο θέμα εξαφανίστηκε από την επικαιρότητα εξίσου ξαφνικά κι αδικαιολόγητα όπως ήρθε. Παρά την ετοιμότητα και τις τόσες «ζωντανές συνδέσεις» τους, τα αθηναϊκά κανάλια απαξίωσαν τελικά να δείξουν έστω κι ένα πλάνο (με ήχο) από το «εθνικά ύποπτο» γλέντι. Εμειναν έτσι μόνο η «Χρυσή Αυγή» κι ο «Στόχος» να πανηγυρίζουν καλοκαιριάτικα για την «εθνική νίκη» τους, επειδή εμπόδισαν ένα (1) «σκοπιανό πούλμαν» με μετανάστες από την Αυστραλία να μπει στο ελληνικό έδαφος.

Ο,τι δεν έγινε τον Ιούλιο συνέβη ωστόσο στις 31 Αυγούστου, μετά τις «γιορτές μίσους» στο Βίτσι: Υπό την προστασία περιπολικού της ΕΛ.ΑΣ. και συνοδευόμενοι από τηλεοπτικές κάμερες, οι χρυσαυγίτες κι οι συνοδοιπόροι τους του Πατριωτικού Ελληνικού Συνδέσμου επέδραμαν στη Μελίτη και σ' άλλα επιλεγμένα χωριά της Φλώρινας, σκορπώντας απειλητικά φέιγ-βολάν. Στο Ξινό Νερό, χωριό που έχει αποκρούσει στο πρόσφατο παρελθόν επανειλημμένες επιδρομές τους («Ιός» 29.11.98, 19.12.98 & 20.2.99), οι νεοναζί κατέλαβαν μεσημεριάτικα με στρατιωτικό σχηματισμό την κεντρική πλατεία βρίζοντας τους κατοίκους σαν «Γυφτοσκοπιανούς» και «Βουλγάρους» κι υψώνοντας θριαμβευτικά μια ελληνική σημαία στο κτίριο της παλιάς κοινότητας.

Οι κάτοικοι αντέδρασαν κι ακολούθησαν επεισόδια με δύο τραυματίες.

Οπως διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι, κυρίαρχη αίσθηση στην περιοχή ήταν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε παρακρατική επιστράτευση των (εισαγόμενων) νεοναζί από τις επίσημες αρχές. Δεν ήταν μόνο οι γιαγιάδες στην πλατεία της Μελίτης που εκείνο το απόγευμα σχολίαζαν μεγαλόφωνα, στην τοπική σλαβική γλώσσα, ότι «τους κουβάλησε η αστυνομία».

Το ίδιο υποστηρίζει και η Ν.Ε. Φλώρινας του ΣΥΝ, στην ανακοίνωση που εξέδωσε για τα γεγονότα: «Ελπίζουμε πως δεν αναβιώνουν άλλες εποχές με παρακρατικούς δολοφόνους και πως δεν υπάρχει κανένα γενικότερο σχέδιο "τρομοκράτησης" του ντόπιου πληθυσμού. Αλλωστε ένα τέτοιο σχέδιο θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι Ξινονερίτες δεν τρομοκρατήθηκαν σε πολύ πιο άγριες εποχές με πάρα πολύ μεγάλη κρατική καταπίεση».

Η ίδια ανακοίνωση επισημαίνει με ικανοποίηση ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, «ευτυχώς οι κάτοικοι αυτοοργανώθηκαν και κατάφεραν να αμυνθούν στις δολοφονικές αυτές επιθέσεις».

Οι διοργανωτές αυτών των επιδρομών έχουν, άλλωστε, προειδοποιήσει για τις διαθέσεις τους: «Η νύχτα που θα αναγκαστούμε να φύγουμε οπλισμένοι για να σώσουμε τη Μακεδονία δεν θα αργήσει», διακηρύσσει απροκάλυπτα ο «Στόχος» (17.7.08). «Η νύχτα που δεν θα μιλάμε για προκλήσεις, επεισόδια και πανηγύρια, αλλά για ένοπλες συγκρούσεις και ανορθόδοξες τακτικές πολέμου δεν θα αργήσει».

Διεθνές ενδιαφέρον


Μέσα σ' αυτό το κλίμα, η επίσκεψη στην Ελλάδα της ανεξάρτητης εμπειρογνώμονος του ΟΗΕ για θέματα μειονοτήτων, Γκέι Μακ Ντούγκαλ, δύσκολα θα περνούσε απαρατήρητη. Καλεσμένη επίσημα εδώ και μήνες (έπειτα από αίτημά της) απ' την κυβέρνηση, κατά την οκταήμερη παραμονή της στη χώρας μας (8-16.9.08) ασχολήθηκε όχι μόνο με τη μειονότητα της Θράκης και τους Τσιγγάνους, αλλά και με αυτό που η ίδια άκρως διπλωματικά (και άχρωμα), ύστερα από συνεννόηση με το ΥΠΕΞ, αποκάλεσε «κοινότητες στο νομό Φλώρινας».

Αυτό το τελευταίο προκάλεσε έντονο εκνευρισμό, αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις κατά τη συνέντευξη τύπου που παραχώρησε στην Αθήνα (16.9) αλλά κι από τις σχετικές διαρροές σε στρατευμένα ακροδεξιά έντυπα. Μιλώντας στους δημοσιογράφους, η ίδια τόνισε πάντως ότι έλαβε γνώση όλου του εύρους των στάσεων της τοπικής κοινωνίας.

Απ' ό,τι γνωρίζουμε, εκτός από την ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη και το Συνήγορο του Πολίτη, μίλησε εκτενώς με τις τοπικές αρχές (νομάρχη, δημάρχους κ.λπ.), με επιλεγμένους (απ' το ΥΠΕΞ) πανεπιστημιακούς και με μέλη του «Ουράνιου Τόξου», ενώ εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φαίνεται πως υπήρξε η τρίωρη συνάντησή της στους «Καταρράκτες» της Εδεσσας με μερικές δεκάδες εκπροσώπους πολιτιστικών συλλόγων σλαβόφωνων χωριών από επτά διαφορετικούς νομούς (Θεσ/νίκης, Ημαθίας, Πέλλας, Φλώρινας, Κοζάνης, Σερρών, Κιλκίς).

Τα συμπεράσματα της Μακ Ντούγκαλ θα υποβληθούν στο Συμβούλιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ το Μάρτιο του 2009. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, στο κείμενο που διανεμήθηκε στη συνέντευξη τύπου διευκρινίζεται πως «τα μέλη των μειονοτήτων υπόκεινται στην προστασία των δικαιωμάτων που διατυπώνονται στη διακήρυξη του ΟΗΕ, ανεξάρτητα από επίσημη αναγνώρισή τους».

Ακολούθησε, την περασμένη Πέμπτη, η αντίστοιχη επίσκεψη στην Αθήνα αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) του Συμβουλίου της Ευρώπης, για την κατάρτιση της τέταρτης κατά σειράν έκθεσής της για την Ελλάδα. Οπως είναι γνωστό, οι δύο τελευταίες εκθέσεις αναφέρονται ρητά (και) στην επίμαχη πληθυσμιακή ομάδα.

Η φωνή των ντόπιων


Τι, όμως, συμβαίνει ακριβώς με τους ίδιους τους σλαβόφωνους Μακεδόνες της ελληνικής επικράτειας, που συνήθως αυτοπροσδιορίζονται συνθηματικά ως «ντόπιοι»; Πώς αντιμετωπίζουν τη νέα κατάσταση;

Επισκεφτήκαμε αρχές Σεπτεμβρίου κάμποσες σλαβόφωνες κοινότητες των νομών Φλώρινας, Πέλλας, Κοζάνης, μιλώντας με ανθρώπους κάθε πολιτικής προέλευσης και στάσης απέναντι στο ζήτημα. Οι διαπιστώσεις μας:

*Παρά το σχεδόν πολεμικό κλίμα των αθηναϊκών και σαλονικιώτικων καναλιών, το «εθνικό θέμα» του ονόματος δεν φαίνεται να βασανίζει ιδιαίτερα τους κατοίκους. Το κλίμα είναι αναμφίβολα βαρύ, καθώς τα οξύτατα οικονομικά και περιβαλλοντικά προβλήματα δεν αφήνουν πολύ χώρο για τέτοιες «πολυτέλειες».

Το διαπίστωσε μεταξύ άλλων και ο πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Νικόλαος Μέρτζος, όταν το πρωί της 31ης Αυγούστου βρέθηκε αντιμέτωπος με τα μισοάδεια έδρανα του «Αριστοτέλη», κατά την ομιλία του στο «3ο Παγκόσμιο Συνέδριο των Απανταχού Φλωρινιωτών»: «Νε γκρέντιτ» είπε σε άπταιστα (σλαβο)μακεδονικά, προκαλώντας τα γέλια του (λιγοστού) ακροατηρίου, για να μεταφράσει αμέσως μετά στα ελληνικά: «δεν τραβάει»! Κατσαδιάζοντας, μάλιστα δήμαρχο και νομάρχη για τη χαμηλή προσέλευση του κόσμου, δεν παρέλειψε να κινδυνολογήσει:

«Ερχεται ο αρχηγός του κράτους κι η μισή κυβέρνηση σε τούτο το κτίριο κι ήταν μια χούφτα άνθρωποι, εκ των οποίων οι μισοί γραμματείς και φαρισαίοι. Πρέπει να το αξιολογήσουμε. Γιατί θα υπάρχουν και οι άλλοι που θα πουν "ήρθαν οι γκρέκοι εδωπέρα κι εμείς απέχουμε γιατί είμαστε άλλο έθνος". Είναι κι αυτό μια μαρτυρία που πρέπει να ληφθεί υπόψη».

*Ορατό είναι ένα κάποιο μούδιασμα, οφειλόμενο στην αίσθηση πως οι τρέχουσες εξελίξεις ενδέχεται να σηματοδοτούν μιαν ακόμη οπισθοδρόμηση μετά τη σχετική φιλελευθεροποίηση της τελευταίας δεκαετίας.

Στα τοπικά ΜΜΕ κυριαρχούν συντριπτικά οι ακραίες εθνικιστικές φωνές. Ως και ο πρώην νομάρχης της Ν.Δ. και στέλεχος πλέον του ΛΑ.ΟΣ. Παύλος Αλτίνης εκφράζει δημόσια τη δυσφορία του επειδή κάποιοι μειονοτικοί ακτιβιστές μπόρεσαν παλιότερα να διοριστούν στο Δημόσιο («Ανατροπή» Φλώρινας 1.8.08). Οσοι αρθρογραφούσαν σε άλλους τόνους, αποφεύγουν πια να «εκτεθούν».

Η μόνιμη συμβουλή των παλιότερων γενιών -«μαλτσί!» (σιώπα!)- επανέρχεται τακτικά στις κατ' ιδίαν αφηγήσεις, μαζί με την υπενθύμιση του προσωνυμίου «νεζνάμηδες» (από το «νε ζναμ» = δεν ξέρω) με το οποίο αποκαλούνταν παλιότερα οι ντόπιοι.

*Παρά την αδιαμφισβήτηση αίσθησή τους ότι αποτελούν ενιαία πληθυσμιακή ομάδα με ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή, πολλοί συνομιλητές μας είναι επιφυλακτικοί (ή αντίθετοι) στο χαρακτηρισμό τους ως μειονότητας.

Το συνηθέστερο επιχείρημα είναι πως μια τέτοια «αναγνώριση» θα λειτουργούσε τελικά ως μηχανισμός αποκλεισμού των «στιγματισμένων» ως μειονοτικών και των οικογενειών τους.

Εξαιρετικά συχνή είναι, ωστόσο, η προβολή και μιας άλλης, αμφίσημης εξήγησης: «Δεν είναι δυνατό να είμαστε μειονότητα, αφού οι παππούδες μας ήταν αυτοί που ζούσαν σε τούτο τον τόπο πολύ πριν έρθει η Ελλάδα». Ανησυχία προκαλεί τέλος σε αρκετούς αριστερούς, που δηλώνουν ανοιχτά Σλαβομακεδόνες, η δημόσια υποστήριξη των μειονοτικών δικαιωμάτων από τις ΗΠΑ.

*Κάθε άλλο παρά ενιαία, η στάση των σλαβόφωνων Μακεδόνων απέναντι στην ΠΓΔΜ και το ελληνικό κράτος σπάνια καθορίζεται από μια ρητή «επιλογή στρατοπέδου». Τις περισσότερες φορές οι συνομιλητές μας ξεκαθαρίζουν ότι αισθάνονται Ελληνες, αναπόσπαστα δεμένοι με την ευρύτερη ελληνική κοινωνία μέσα στην οποία γεννήθηκαν, γαλουχήθηκαν και ζουν.

*Εξίσου σαφής είναι, ωστόσο, η αίσθηση κοινότητας με τους «μέσα» (όπως αποκαλείται η ΠΓΔΜ): κοινή γλώσσα, κοινά έθιμα, τραγούδια και χοροί, κοινή μέχρι κάποιο σημείο ιστορική διαδρομή. Αυτό που διαφέρει από άτομο σε άτομο, είναι ο ακριβής προσδιορισμός της σχέσης: ορισμένοι σου ξεκαθαρίζουν ρητά ότι δεν θεωρούν την ΠΓΔΜ ως «δεύτερη πατρίδα» τους, ενώ άλλοι υπονοούν ποικιλότροπα το αντίθετο.

*Εξίσου πλουραλιστικός είναι και ο σχολιασμός της επίκλησης του μειονοτικού απ' την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ. Κάποιοι διαβεβαιώνουν (σε τρίτο πρόσωπο) ότι «πολύς κόσμος είναι ευχαριστημένος» με τις επιστολές Γκρούεφσκι, άλλοι τις αποδίδουν κριτικά στο «συναισθηματισμό» του ή διαπιστώνουν πως οι γείτονες «αποδείχθηκαν τελικά πολύ καλοί μαθητές του ελληνικού εθνικισμού», ενώ δεν λείπουν κι εκείνοι που θεωρούν πως έτσι προβοκάρεται η προσπάθεια των ντόπιων να «αποενοχοποιηθούν γι' αυτό που είναι». Οι περισσότεροι πάντως αναρωτιούνται ρητορικά, «πώς είναι δυνατόν να δηλώνουν Μακεδόνες ο Πόντιος Ψωμιάδης κι ο Πελοποννήσιος Ανθιμος, και να μην έχει αυτό το δικαίωμα ο Γκρούεφσκι, που η οικογένειά του κατάγεται απ' το Σκοπό και την Αχλάδα της Φλώρινας»; Ακόμη κι ο Κυριάκος Βελλόπουλος, που λόγω συζύγου συνδέεται με την περιοχή, θα τονίσει στο τοπικό «Ελεύθερο Βήμα» (9.7.08) πως «οι Σκοπιανοί έχουν ιστορικό δικαίωμα να διεκδικούν το όνομα Μακεδονία», έστω και ως «γενίτσαροι»: «Είναι Μακεδόνες και ο Μιλόσοσκι και ο Γκρουέφσκι».

*Καθολικό είναι, τέλος, το παράπονο των ντόπιων για το διαρκή εξαναγκασμό τους να «επιβεβαιώνουν την ελληνικότητά» τους απέναντι σε κάθε λογής εθνικόφρονες. Οπως καταιγιστικές είναι και οι αφηγήσεις τους για ποικίλες διώξεις (του παρελθόντος) και διακρίσεις (του παρόντος): από τη συνεχιζόμενη επιτήρηση των πανηγυριών τους απ' την ΕΥΠ ώς την αδυναμία τους να αποκτήσουν μέσω ΚΕΠ ένα πιστοποιητικό γέννησης χωρίς το Ο.Κ. των μυστικών υπηρεσιών.

Κατά τα άλλα, σύμφωνα με την επίσημη ρητορεία, είναι «οι ακρίτες μας» και «περισσότερο Ελληνες» από κάθε άλλον...



«Μη Ελληνες το γένος»

Μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο στους περισσότερους, όμως η υφιστάμενη ελληνική νομοθεσία εδώ και δεκαετίες αναγνωρίζει την ύπαρξη μιας «μη ελληνικής» μειονότητας στην ελληνική Μακεδονία. Και μάλιστα με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: όχι με το σεβασμό της ιδιαίτερης ταυτότητας των μελών της (που θα επέφερε την πλήρη ενσωμάτωσή τους), αλλά με μια διαδικασία αποκλεισμού, που διαιωνίζει τη βεβαιότητα ότι κάποιοι αποτελούν ακόμη και σήμερα πολίτες β' κατηγορίας.

Αναφερόμαστε φυσικά στην Κοινή Υπουργική Απόφαση 106841 της 29.12.1982, με την οποία αποκλείστηκαν από τον επαναπατρισμό οι «μη Ελληνες το γένος» πρόσφυγες του Εμφυλίου, και τους νόμους 1540/1985 (για τις επιστροφές περιουσιών) και 1863/1989 (για την εξάλειψη των συνεπειών του εμφυλίου), που επικύρωσαν αυτό τον αποκλεισμό.

Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, αυτή η διάκριση «προστάτευσε» απλά τη χώρα από την «επανεισαγωγή» μιας ξένης μειονότητας, που θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και την πληθυσμιακή της ομοιογένεια. Στην πραγματικότητα, όμως, απλώς επικύρωσε την ανισότητα μεταξύ των σλαβόφωνων «ντόπιων» και των υπόλοιπων πληθυσμιακών ομάδων της ελληνικής Μακεδονίας. Από τη στιγμή που οι 35.000 περίπου «αλλογενείς» πολιτικοί πρόσφυγες είχαν αφήσει πίσω τους στενούς συγγενείς (συζύγους, παιδιά, γονείς, αδέρφια), η «ελληνικότητα» όλων αυτών αμφισβητήθηκε πανηγυρικά.

Καθοριστική επ' αυτού είναι η νομική έννοια του «αλλογενούς», βάσει της οποίας διαχωρίζονται τα «πρόβατα» από τα «ερίφια». Σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, «ως αλλογενής νοείται ο καθ' οιονδήποτε τρόπον αποκτήσας την ελληνικήν ιθαγένειαν, έλκων την καταγωγήν, απωτέραν ή ου, εκ προσώπων ανηκόντων εις διαφορετικήν εθνότητα», ο οποίος «διά των συναφών ενεργειών του και της εν γένει συμπεριφοράς του εξέφρασε αισθήματα μαρτυρούντα έλλειψιν ελληνικής εθνικής συνειδήσεως, εις τρόπον ώστε να μην δύναται να θεωρηθεί αφομοιωθείς εις την ελληνικήν εθνότητα, την οποίαν απαρτίζουν τα συνδεόμενα διά κοινών ιστορικών παραδόσεων, πόθων και ιδανικών πρόσωπα» (ΣτΕ 57/1981). Συνδυασμός, μ' άλλα λόγια, της «μη ελληνικής καταγωγής» των κατοίκων με μια διαρκή επιτήρησή τους από τις υπηρεσίες ασφαλείας, για να διαπιστωθεί η ενδεχόμενη «έλλειψις εθνικής συνειδήσεώς» τους και να αποβληθούν από τον εθνικό κορμό.

Γιατί η έννομη αυτή εθνοκάθαρση δεν περιορίστηκε μονάχα στους «συμμορίτες» του Εμφυλίου. Μέχρι το 1998, το άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας πρόβλεπε την απώλεια της ιθαγένειας κάθε «αλλογενούς» (και μόνο) έλληνα πολίτη που «εγκατέλειπε το ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως παλιννοστήσεως». Η τυπική διαπίστωση της «απουσίας προθέσεως» για επιστροφή γινόταν αυτόματα, με την αναχώρηση του «αλλογενούς» για το εξωτερικό, βάσει συγκεκριμένων απόρρητων κανονιστικών εγκυκλίων του υπουργείου Εσωτερικών. Συνήθως «τεκμηριωνόταν» από τον εφοδιασμό του μετανάστη με διαβατήριο «δι' έν ταξείδιον», το οποίο υπηρεσιακά (και σιωπηλά) ερμηνευόταν σαν «άνευ δικαιώματος επιστροφής» (Εγκύκλιος 21/13.8.1959).

Η συντριπτική πλειοψηφία των 13.406 μη μουσουλμάνων «αλλογενών» που έχασαν την ιθαγένειά τους με το άρθρο 19 ήταν έτσι σλαβόφωνοι Μακεδόνες, ενώ χιλιάδες άλλοι έπαθαν το ίδιο βάσει ενός πανομοιότυπου Π.Δ. του 1927 που είχε προηγηθεί. Οσο για τα τεκμήρια τα «μαρτυρούντα την έλλειψιν ελληνικής συνειδήσεως» των θυμάτων, αυτά σύμφωνα με (ισχύουσες μέχρι σήμερα) εγκυκλίους του 1961-1965 περιλαμβάνουν την «επί μακρόν διακοπή πάσης επαφής με τας ελληνικάς προξενικάς αρχάς», τη μη «συμμετοχή εις εκδηλώσεις εθνικής σημασίας» ή «Ελληνοχριστιανικάς Κοινότητας και Συλλόγους», ακόμη και τη μη «παρακολούθησιν θείων λειτουργιών» (Στ. Γραμμένος, «Η ελληνική ιθαγένεια», Αθήνα 2000, σ. 239-44)!

Μετά την κατάργηση του ρατσιστικού άρθρου 19, η αφαίρεση ιθαγενειών σλαβόφωνων μεταναστών συνεχίζεται μέχρι σήμερα με χρήση του άρθρου 20.1.γ του Κώδικα Ιθαγένειας, για «πράξεις ασυμβιβάστους προς την ιδιότητα του Ελληνος και αντιθέτους προς τα συμφέροντα της Ελλάδος».

Πρόκειται για διάταξη καταφανώς αντισυνταγματική, αφού το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας μονάχα ύστερα από ανάληψη συγκεκριμένης «υπηρεσίας σε ξένη χώρα αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα» (άρθρ. 4§3), και όχι βάσει των αυθαίρετων εκτιμήσεων κάθε κυπατζή περί ελληνοφροσύνης. Η δυνατότητα άμυνας των θιγόμενων είναι ωστόσο μηδαμινή, καθώς η όλη διαδικασία του εξοβελισμού τους απ' τον εθνικό κορμό θεωρείται «απόρρητη».




ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Τάσος Κωστόπουλος
«Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία»

(Αθήνα 2000, εκδ. Μαύρη Λίστα, 4η έκδοση Αθήνα 2008, εκδ. Βιβλιόραμα).
Η πολιτική του ελληνικού κράτους απέναντι στους σλαβόφωνους Μακεδόνες της Βόρειας Ελλάδας, όπως προκύπτει από αριθμό υπηρεσιακών ντοκουμέντων.

Ευάγγελος Κωφός
«Ελληνικό κράτος και μακεδονικές ταυτότητες (1950-2005)»

(στο συλλογικό «Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο», Αθήνα 2008, εκδ. Πατάκης, σ. 355-418). Ημιεπίσημη εξιστόρηση της ίδιας διαδικασίας από τον επί τρεις δεκαετίες (1963-1995) εμπειρογνώμονα του ΥΠΕΞ.

Claudia Rossini
«Graecophiles and Macedophiles: Greek Macedonia's Slavic-Speakers, the minority identity question and the clash of identities at village level»

(Jahrbucher fur Geschichte und Kultur Sudosteuropas, 5/2003, σ. 161-72). Ανατομία προβληματισμών και αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό σλαβόφωνης κοινότητας, από ελβετή κοινωνική ανθρωπολόγο που έκανε έρευνα πεδίου στη Μελίτη της Φλώρινας.

Τραϊανός Πασόης
«Η ιστορία της Μακεδονικής Κίνησης Βαλκανικής Ευημερίας (ΜΑΚΙΒΕ - Ουράνιο Τόξο)»

(Πόζαρ [Λουτράκι Αριδαίας] 2007). Βιώματα και σκέψεις ενός από τους πρώτους μειονοτικούς ακτιβιστές της δεκαετίας του '90.



ΔΕΙΤΕ

Θόδωρου Αγγελόπουλου
«Το μετέωρο βήμα του πελαργού»

Οι παραμεθόριοι πληθυσμοί, η γλώσσα τους και τα σύνορα. Ταινία γυρισμένη στη Φλώρινα σε συνθήκες ημιπαρανομίας, καθώς οι εθνικόφρονες μηχανισμοί την κατήγγειλαν σαν «εθνικά επικίνδυνη».

Μίλτσο Μάντσεφσκι
«Σκιές»
(Senki) (2007)
Οι «Αιγαιάτες» πρόσφυγες ως ιστορία που, εν είδει «σκελετού στην ντουλάπα», στοιχειώνει την καθημερινότητα των εξευρωπαϊσμένων στρωμάτων της ΠΓΔΜ.


 

Ελευθεροτυπία, 28/9/2008

 

www.iospress.gr