ΜΙΑ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Ο εφιάλτης του Φάλκεναου
 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

 

1. / 2.

 


Εξήντα χρόνια πριν, Ρώσοι και Αμερικανοί ανακαλύπτουν κάπου στην Τσεχοσλοβακία τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων. Φαντάρος τότε, ο διάσημος σκηνοθέτης Σ. Φούλερ αποτυπώνει με την κάμερα τη συγκλονιστική τελετουργία που διοργανώνει ο λοχαγός του για να τιμήσει τους νεκρούς και να τιμωρήσει τους έμμεσους θύτες τους.

 

 

8 Μαΐου 1945, η ημέρα που σήμανε το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Κάπου κοντά στα γερμανικά σύνορα, αμερικανοί και ρώσοι στρατιώτες προελαύνουν στο έδαφος της Τσεχοσλοβακίας και καταλαμβάνουν την πόλη Φάλκεναου.

Εκεί, την ώρα που υπογραφόταν η παράδοση της Γερμανίας, έμελλε να βρεθούν αντιμέτωποι με τη φρίκη των ναζιστικών εγκλημάτων: δίπλα ακριβώς στη σουδητική πόλη, σε ένα μικρό, «άσημο», στρατόπεδο, αντικρίζουν ανθρώπους ημιθανείς και πτώματα στοιβαγμένα σε μια παράγκα, πεταμένα σαν σκουπίδια. Οι ζωντανοί σκελετοί στέκονται με δυσκολία στα πόδια τους, τσακισμένοι από την ασιτία και τις αρρώστιες. Πολλοί δεν πρόκειται να συνέλθουν ποτέ. «Ελεύθεροι» πια, θα περιμένουν στο στρατόπεδο το αναπότρεπτο τέλος.

Το σοκ είναι μεγάλο για τους στρατιώτες, Ρώσους και Αμερικανούς. Και η οργή ξεχειλίζει, όταν οι κάτοικοι του Φάλκεναου τους διαβεβαιώνουν ότι αγνοούσαν τι συνέβαινε τα τελευταία χρόνια σε απόσταση αναπνοής από τα σπίτια τους. Ψεύδονται οι «φιλήσυχοι» αυτοί πολίτες που παριστάνουν τους ανίδεους, καθώς απλώς και μόνον η δυσοσμία από τις σαπισμένες σάρκες αρκούσε για να μαρτυρήσει την ύπαρξη ενός τόπου μαρτυρίου στη γειτονιά τους.

Παρά την τραγικότητά της, η ιστορία μοιάζει κοινότοπη. Δεν φαίνεται να διαφοροποιείται από τις σχεδόν πανομοιότυπες εμπειρίες των συμμαχικών στρατευμάτων από άλλα, σημαντικότερα, ναζιστικά στρατόπεδα.

Μόνο που εδώ, στο Φάλκεναου, τα γεγονότα θα εξελιχθούν κατά έναν μάλλον παράδοξο τρόπο, ανεπανάληπτο στα χρονικά του Β' Παγκόσμιου Πολέμου: μη έχοντας πια τη δυνατότητα να καταφύγει στη γλώσσα των όπλων, ο αμερικανός λοχαγός Κίμπαλντ Ρίτσμοντ επιλέγει καμιά δεκαριά πρόκριτους της πόλης και τους διατάσσει να ετοιμάσουν τους πεταμένους στα σκουπίδια νεκρούς για μια αξιοπρεπή κηδεία: να τους τοποθετήσουν προσεκτικά πάνω σε καθαρά σεντόνια, να φέρουν ρούχα και να τους ντύσουν και στη συνέχεια να σύρουν οι ίδιοι το κάρο με τις σορούς στο σημείο της ταφής. Η νεκρώσιμη πομπή περνά μέσα από την πόλη, για να «μάθουν» όλοι αυτοί «που δεν ήξεραν».

Μετουσιώνοντας το θυμό και την ανημπόρια του σε μια συγκλονιστική τελετουργία πένθους, ο λοχαγός ζητά από έναν 33χρονο στρατιώτη, τον Σάμιουελ Φούλερ, να κινηματογραφήσει ό,τι βλέπει. Ως τότε, ο Φούλερ δεν έχει γυρίσει καμιά ταινία. Αστυνομικός ρεπόρτερ και σεναριογράφος προτού καταταγεί, είχε ζητήσει από τη μητέρα του μια κινηματογραφική μηχανή από τότε που η μονάδα του βρισκόταν ακόμη στην Τυνησία, στα 1943. Παραλαμβάνει το πολύτιμο δέμα λίγο πριν από την κατάληψη του Φάλκεναου.

Πρώτη παρουσίαση

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, ο στρατιώτης με την ερασιτεχνική κάμερα θα εξελιχθεί σε σημαντικό σκηνοθέτη. Θα πειραματιστεί με όλα τα κινηματογραφικά είδη, αλλά δεν θα γυρίσει μια ταινία εμπνευσμένη από την πρώτη εκείνη κινηματογραφική εμπειρία του στο Φάλκεναου, τότε που, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, είχε την τύχη να απασχολείται με κάτι την ώρα που οι άλλοι ήταν καταδικασμένοι να βλέπουν. Κι όταν τριάντα πέντε χρόνια αργότερα θα παρουσιάσει μια ταινία βασισμένη στις μνήμες του από τον Πόλεμο («The Big Red One», 1980), θα περιλάβει το Φάλκεναου, αλλά θα αποφύγει να ανασυνθέσει στη γλώσσα της μυθοπλασίας την ταφή των νεκρών του στρατοπέδου.

Ετσι, το εικοσάλεπτο φιλμάκι του 1945 που ο Φούλερ θεωρούσε την καλύτερη ταινία που γύρισε ποτέ, παρέμενε άγνωστο. Εξήντα χρόνια μετά, κι ενώ ο σκηνοθέτης δεν βρίσκεται πια στη ζωή, από την αφάνεια το βγάζει ένα ντοκιμαντέρ του Εμίλ Βάις («Φάλκεναου, η μαρτυρία του Σάμιουελ Φούλερ», 2004) που προβλήθηκε στις 26 Ιανουαρίου από το γαλλογερμανικό κανάλι Arte με αφορμή τη φετινή Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Η αρχική μορφή του ντοκιμαντέρ είχε προβληθεί το 1988 («Falkenau, Vision de l'impossible»).

Στο ντοκιμαντέρ του Βάις, ο Φούλερ επιστρέφει στο Φάλκεναου και περιγράφει επιτόπου τις επιχειρήσεις της τελευταίας ημέρας του Πολέμου. Σκηνές από την ταινία του 1980 εισάγουν το θεατή στην αφήγηση. Ακολουθεί το φιλμ του 1945. Καθισμένος σε μια πολυθρόνα σκηνοθέτη, ο Φούλερ παρακολουθεί την προβολή με την πλάτη γυρισμένη στην κάμερα και σχολιάζει με το γνώριμο ελλειπτικό ύφος του τις εικόνες που εναλλάσσονται αργά στην οθόνη. Το αποτέλεσμα είναι ένα ντοκουμέντο-μαρτυρία για μια μοναδική, όσο και αγνοημένη, ιστορική στιγμή.

«Ο λοχαγός Ρίτσμοντ είναι ο πραγματικός δημιουργός της ταινίας, αλλά μπορεί κανείς να πει ότι η ιστορία γράφτηκε μόνη της. Οι άνδρες αυτοί με τα φτυάρια επιλέχθηκαν από τον Ρίτσμοντ, γιατί ισχυρίζονταν ότι δεν έχουν ιδέα για το στρατόπεδο που βρισκόταν δίπλα ακριβώς στην πόλη, παρά τη μυρωδιά. (σκηνή 1) Πήγε ο ίδιος και τους βρήκε, τους πρόκριτους του Φάλκεναου, δώδεκα δεκαπέντε, όχι μόνο για να τους δείξει πώς πετούσαν ανθρώπους στα παραπήγματα για να τους σκοτώσουν λες και ήταν σκουπίδια, αλλά έκανε και κάτι που δεν συνέβη σε κανένα στρατόπεδο εργασίας ή συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια της χιτλερικής ιστορίας της εξόντωσης. [...] Οι κρατούμενοι είναι παρόντες στο θέαμα. (2)

Η αφήγηση του Φούλερ

Ο λοχαγός διέταξε να βγάλουν όλα τα πτώματα, να τα τοποθετήσουν πάνω σε σεντόνια και να τα ντύσουν ώστε να εγκαταλείψουν με αξιοπρέπεια τον κόσμο τούτο. Οπως βλέπετε, έχουν μαζέψει πουκάμισα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, και, υπακούοντας στις διαταγές, έπρεπε να ντύσουν τα σώματα που είδαμε να βγαίνουν από το νεκροθάλαμο - και το έκαναν. Το έκαναν με τη φροντίδα μιας μάνας που ντύνει το παιδί της. (3, 4) Η ένταση ήταν απίστευτη: θα 'λεγες ότι βρισκόμαστε σε πυριτιδαποθήκη ή ναρκοπέδιο. Με την παραμικρή αντίδραση, τα πράγματα θα έπαιρναν δραματική τροπή. Επικρατούσε δυσοσμία από τις σαπισμένες σάρκες. Στην τρελή αυτή ιστορία, αγνοούσαμε την εθνικότητα των φυλακισμένων. Απ' όσα ξέρουμε, πρέπει να εκπροσωπούσαν οκτώ, δέκα ή δώδεκα διαφορετικές χώρες. Για μας δεν είχε καμία σημασία αν επρόκειτο για στρατόπεδο εργασίας, συγκέντρωσης ή τιμωρίας: τους φέρθηκαν σαν ζώα - κι έτσι πέθαναν. (5)

Το τμήμα αυτό της Τσεχοσλοβακίας κατέλαβαν οι Ρώσοι αφού απελευθερώσαμε εμείς το στρατόπεδο, αλλά αμερικανική ήταν η ιδέα να διδάξουμε στους ανθρώπους αυτούς να μην ψεύδονται, να μην αρνούνται ότι ανθρώπινα όντα κακοποιήθηκαν, μαστιγώθηκαν, πέθαναν εκεί της πείνας. Αν το είχαμε δει πριν από τις 8 Μαΐου, θα τα είχαμε σκοτώσει τα καθάρματα. Από τη στιγμή όμως που υπογράφεται το χαρτί που λέει ότι ο πόλεμος τέλειωσε, το να σκοτώσεις κάποιον μετατρέπεται σε έγκλημα. [...]

Το πλάνο δείχνει πόσο κοντά ήταν το στρατόπεδο στην πόλη. Εδώ είναι τα σπίτια. Το στρατόπεδο βρισκόταν πίσω τους. Το πλάνο είναι πανοραμικό από τα σπίτια ώς το στρατόπεδο. (6) [...]

Εδώ τους συγκέντρωσαν όλους για να ακούσουν κάποια λόγια φρικτά που δεν ξανάκουσα. Κάθε στρατιώτης θα προτιμούσε να πολεμήσει παρά να αναγκαστεί να μιλήσει στους κρατούμενους όπως τους μίλησε αυτός ο ρώσος αξιωματικός. Του χρειάστηκε απίστευτο κουράγιο. Εδειξε ηρωισμό στη μάχη, και τώρα πρέπει να μιλήσει σαν το μάγο της φυλής. Στην πρώτη ομάδα λέει ότι υπέφεραν τόσο από την ασιτία ώστε δεν γίνεται να τους σώσουν. Στη δεύτερη ομάδα λέει ότι έχουν προσβληθεί από ανίατες μολυσματικές αρρώστιες κι ότι πρέπει να μείνουν στη φυλακή και να πεθάνουν εκεί. Στην τρίτη ομάδα λέει ότι αυτοί θα ζήσουν. [...] Ηταν μια από τις πιο σκληρές αλλά και πιο αναγκαίες αποφάσεις που έπρεπε να πάρει ένας γιατρός, κι αυτός ο άνθρωπος την ανέλαβε. Αυτός που χαιρετάει -"Ατσάλινο Μάικ" τον φώναζα- χαιρετάει τους νεκρούς αυτού του στρατοπέδου, αλλά και εκείνους όλων των στρατοπέδων, όλης της βρομιάς των στρατοπέδων.

Χαιρετισμός απλός, χωρίς πάθος και ηρωισμό. Τίποτα περισσότερο από μια μαρτυρία. (7) Είχα το πλεονέκτημα να απασχολούμαι με την ταινία μου, αλλά οι άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν. Ηταν μια δοκιμασία για όλους.

Εδώ συζητούν για να διαλέξουν τους κρατούμενους που θα σχηματίσουν τη συνοδεία προς το νεκροταφείο. Θα δείτε τώρα αυτό που πρέπει να βιώθηκε σαν ακραία ταπείνωση: να είσαι πρόκριτος του Φάλκεναου και να υποχρεωθείς να κουβαλήσεις αυτούς τους νεκρούς. (8) Η δυσοσμία επιδεινωνόταν.

Να, τώρα, η αναχώρησή τους από το στρατόπεδο και η αρχή της εξόδου τους. Το κόκκινο αστέρι είχε υψωθεί από τους Ρώσους την ώρα που πήγα να φέρω την κάμερα. Ιδού και η σκάλα. Ο άνδρας με τα γκρίζα μαλλιά και το μακρύ πανωφόρι ήταν ένας μεγάλος τραπεζίτης του Φάλκεναου. Οι άλλοι ήταν κι αυτοί σημαντικές προσωπικότητες. Ο Ρίτσμοντ τούς διάλεξε μόνος του. Δεν τους απείλησε, απλώς τους διέταξε στα αγγλικά - κι αυτοί κατάλαβαν.

Μόλις βγήκαν από το στρατόπεδο. (9) Η απόσταση είναι μικρή ώς το νεκροταφείο. Εδώ είναι οι γερμανοί αιχμάλωτοι, στημένοι στη σειρά για να δουν τι παθαίνουν εκείνοι που ψεύδονται για την πραγματικότητα των στρατοπέδων. Θα τους κρατούσαμε ή θα τους αφήναμε στους Ρώσους; Το αγόρι αυτό νομίζει ότι πρόκειται για παιχνίδι. Παίζει με το ξύλινο τουφέκι του. Ο ανήφορος πρέπει να τους ήταν επώδυνος εξαιτίας του βάρους, αλλά κυρίως εξαιτίας της ντροπής που ένιωθαν μπροστά στους συντοπίτες τους. (10) Ο λοχαγός Ρίτσμοντ αρνήθηκε να χρησιμοποιηθούν οχήματα για να μεταφερθούν τα πτώματα. [...] Αυτό είναι το σημείο που διάλεξε για έναν αξιοπρεπή ενταφιασμό των νεκρών. Ο Ρίτσμοντ διέταξε κάποιον να βγάλει το καπέλο του, αυτόν τον άνδρα δεξιά. Οπως έλεγα, πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς, τους φασίστες, τους ναζί, πώς θέλετε να τους ονομάσουμε, παρίσταναν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένας μύθος.

«Δεν ήξεραν τίποτα»

Δεν ήξεραν τίποτα. Εξι εκατομμύρια Εβραίοι; Τέσσερα εκατομμύρια προτεστάντες, τρία εκατομμύρια βαπτιστές ή δεκαοκτώ λουθηρανοί; Ξεχνούσαν ακόμη και τις σφαγές του Χίτλερ κατά του ίδιου του του λαού. Τα ξεχνούσαν όλα.

Σήμερα υπάρχουν κάποιοι, ο Λεπέν για παράδειγμα, που λένε ότι όλα αυτά ήταν μια "λεπτομέρεια"! Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ένας μύθος, ότι δεν σκοτώθηκαν ούτε 1.000 Εβραίοι, ούτε 500 ή 200 άνθρωποι. [...] Δεν πρόκειται παρά για το παράδειγμα μιας μικρής πόλης, αλλά στην περιοχή υπήρχαν πάμπολλα άλλα στρατόπεδα που ονομάζονταν "στρατόπεδα εργασίας".

Εδώ οι πιο υγιείς κρατούμενοι, τιμητική φρουρά, ρίχνουν χώμα, όπως συνηθίζεται σε όλες τις θρησκείες, που δεν πέφτει πάνω σε φέρετρα, αλλά σε σεντόνια του Φάλκεναου. (11, 12) Είναι ένα σύντομο μάθημα, σε είκοσι ένα λεπτά, για να φανεί ότι άνθρωποι μπόρεσαν να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους, να τους κάψουν, καταστρατηγώντας τα όρια της ανθρωπιάς. Ελπίζω οι σημερινοί ναζί να το ξανασκεφτούν προτού αρνηθούν ή πουν ότι "δεν είχαμε ιδέα" ή "δεν το έκανα εγώ". Κι όταν λέω "ναζί" εννοώ κάθε έναν που συγχωρεί ή αρνείται τα ναζιστικά εγκλήματα. Οι Αμερικανοί που αρνούνται την ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι άρρωστοι και θα έπρεπε να μπουν σε άσυλο. Αυτά τα πρόσωπα τα κράτησα μέσα μου. Είναι ένας αδιανόητος εφιάλτης που δεν γίνεται να λησμονηθεί».
 

 

(Ελευθεροτυπία, 8/5/2005)

 

www.iospress.gr                                                                                    ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ