ΨΙΧΟΥΛΑ ΚΑΙ ΑΠΕΛΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟΥΣ

Πρόσφυγες; Ποιοι πρόσφυγες;

1.   2.   

Πολλοί μιλούν για τη χαμηλή επίδοση της χώρας μας στην απόσπαση ευρωπαϊκών πόρων. Ομως ποιοι νοιάζονται για τα χρήματα που θα μπορούσε να εκταμιεύσει από την Ε.Ε. για τη φροντίδα των προσφύγων; Η κυβέρνηση μιλά για κύματα λαθρομεταναστών κι αγοράζει νάρκες - πυραυλακάτους.
 

Εξ ορισμού ο πρόσφυγας κινείται «χωρίς χαρτιά». Προερχόμενος από ζώνες πολέμου και χώρες στις οποίες επικρατεί κάθε είδους καταπίεση, στέρηση και καταστροφή, προφανώς δεν μπορεί να διαθέτει βίζα, συνάλλαγμα, πιστωτικές κάρτες και βαλίτσα σαμσονάιτ. Επομένως, περνώντας τα σύνορα μιας άλλης χώρας και μάλιστα ευημερούσας και οργανωμένης, είναι καταδικασμένος ως «λαθραίος» να τιμωρηθεί και να εξοστρακιστεί. Εκτός αν, στη χώρα όπου καταφεύγει ο πρόσφυγας, οι κρατικές αρχές και η κοινωνία σεβαστούν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους, ξοδέψουν μέρος από τον πλούτο τους για τη φροντίδα του. 

Στη σημερινή Ελλάδα η λέξη πρόσφυγας έχει σκοπίμως αντικατασταθεί με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «λαθρομετανάστης». Οι πρόσφυγες τιμώνται στα φιλανθρωπικά τσάγια κοσμικών σαν ένα ακόμα διεθνές λυπηρό φαινόμενο. Πρόσφυγες υπάρχουν μόνο στις τηλεοπτικές οθόνες, όταν βεβαίως τους βλέπουμε να μετακινούνται δυστυχισμένοι και πεινασμένοι σε μακρινούς τόπους με εξωτικές ονομασίες. Οταν ναυαγούν στα Γιούρα, όπως πρόσφατα, παραμονές της Πρωτοχρονιάς, «επαναπροωθούνται» στο... πουθενά με εισαγγελική απόφαση.

Κλίνατε επί δεξιά!

Το σύνθημα για οριστικό τέλος του όρου πρόσφυγας, την ουσιαστική κατάργηση της υπόστασής του στην Ελλάδα (και την καταστρατήγηση της διεθνούς σύμβασης του 1951 για την προστασία του), το έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός στις 5/12. Τότε, μιλώντας με τη γλώσσα του μέσου ξενόφοβου δημαγωγού, ο Κ. Σημίτης κήρυξε τον αγώνα του με τη φράση «δεν θα επιτρέψουμε να γίνει η Ελλάδα ξέφραγο αμπέλι».

Μετά και τη «συμφωνία επαναπροωθήσεων» που υπογράφτηκε με την Τουρκία, η «ισχυρή Ελλάδα» μπορεί, χωρίς ενοχές πια, να υπερηφανεύεται για τα ναρκοπέδια του Εβρου και για τις κανονιοφόρους του λιμενικού, πολεμώντας τον κάθε «λαθρομετανάστη» που απειλεί να διαταράξει τον πλούτο και την εθνική μας ομοιογένεια.

Η μετάλλαξη του μεταπολιτευτικού σκηνικού, το οποίο περιείχε μεγάλες δόσεις ρητορικής για τη διεθνιστική αλληλεγγύη, ολοκληρώνεται. Η πολιτική συμμαχία των ανερχόμενων και καλοζωισμένων μικροαστικών στρωμάτων με τις φτωχότερες και ανασφαλείς λαϊκές τάξεις (δηλαδή, η συγκρότηση του κρίσιμου αθροίσματος που εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία) επιτυγχάνεται μέσω ενός μεταμοντέρνου ξενοφοβικού ιδεολογήματος.

Αλλωστε, εδώ και χρόνια, το αρχικά αντιιμπεριαλιστικό σύνθημα του παλιού ΠΑΣΟΚ «η Ελλάδα στους Ελληνες» έχει υιοθετηθεί με το σύγχρονο, ξενοφοβικό πλέον, περιεχόμενό του και από τους ακραιφνείς εθνικιστές και ρατσιστές. Ανάλογες ανακατατάξεις παρατηρούνται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα κλασικά ακροδεξιά ιδεολογήματα (με τα απάνθρωπα αποτελέσματα) έρχονται να εξυπηρετήσουν τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και συμφέροντα που ηγεμονεύουν στις μητροπόλεις της παγκοσμιοποίησης. Η ζώνη της ευημερίας γίνεται ταυτόχρονα και υγειονομική ζώνη. Η «αρρώστια» που πρέπει να αποκρουστεί είναι η προσφυγιά. 

Η ελληνική κυβέρνηση αναφέρεται συστηματικά τον τελευταίο καιρό σε αστρονομικά νούμερα «λαθρομεταναστών» που υποτίθεται ότι αποκρούει, συλλαμβάνει ή επαναπροωθεί. Τα ΜΜΕ αναπαράγουν αυτή την ανυπόστατη εικόνα μιλώντας για 250.000 έως 500.000 που περνούν κάθε χρόνο την «πύλη του Αιγαίου».

Πρόκειται για μια συγχυτική επιλογή που απευθύνεται κυρίως στο ευρωπαϊκό διαπραγματευτικό τραπέζι. Αλλά σε ποιο απ' όλα; Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ειδική πληροφόρηση για να αντιληφθεί ότι η κυβέρνηση ζητάει πολιτική και οικονομική ενίσχυση των συνόρων. Το είπε σχεδόν ανοιχτά ο Κ. Σημίτης στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής του Λάακεν. Η χώρα απαιτεί, στο κεντρικό διαπραγματευτικό τραπέζι, ευρωπαϊκά λεφτά και θεσμούς αποκλειστικά για την αποτροπή και την καταστολή των όποιων μεταναστευτικών ή προσφυγικών ρευμάτων.

Η χρήση των αριθμών

Ομως, σε ένα άλλο τραπέζι της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η ελληνική κυβέρνηση κρατάει την εντελώς αντίθετη στάση. Εκεί, ως διά μαγείας, τα τριτοκοσμικά μεταναστευτικά ρεύματα δεν συνιστούν «πρόβλημα». Εξαφανίζονται. Σ' αυτό το διαπραγματευτικό πλαίσιο οι κυβερνητικοί απεσταλμένοι δεν εμφανίζουν καμιά ανησυχία για «τα κύματα των προσφύγων που μας απειλούν» και «βρίσκονται στα μικρασιατικά παράλια έτοιμα για απόβαση» (όπως συστηματικά λένε τα εγχώρια ΜΜΕ).

Τα νούμερα που παρουσιάζονται στους εταίρους είναι ελάχιστα. Η στάση αυτή γίνεται ακόμα πιο παράδοξη εφόσον γνωρίζουμε ότι και σε εκείνο το τραπέζι λεφτά του κοινοτικού προϋπολογισμού μοιράζονται. Ο γρίφος λύνεται μόνο όταν αποκαλύπτεται ο προορισμός των κονδυλίων. Είναι τα χρήματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες.

Αυτά τα χρήματα η ελληνική κυβέρνηση δεν τα διεκδικεί. Αρκείται στις 630.000 περίπου ευρώ το χρόνο, όσα δηλαδή αντιστοιχούν από την πίτα του ταμείου, με βάση τα στοιχεία που δίνει το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, για τους επισήμως αναγνωρισμένους πρόσφυγες ή τους καταγεγραμμένους αιτούντες άσυλο (ούτε 4.000 άνθρωποι). Στο ευρωπαϊκό ποσό προστίθενται και άλλα από τον ΟΗΕ, τον προϋπολογισμό των ελληνικών υπουργείων, χρήματα από ιδιώτες, φιλανθρωπικά ιδρύματα κ.λπ., που συνολικά δεν ξεπέρασαν τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ ολόκληρο το 2001. Για το 2002 προβλέπονται πολύ λιγότερα.

*Στα ερωτήματα που γεννήθηκαν από το ρεπορτάζ όφειλε να απαντήσει ο υφυπουργός Υγείας και Πρόνοιας, αρμόδιος για την κοινωνική αλληλεγγύη, Δημ. Θάνος.

«Τα ποσά που εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες προς τη χώρα μας», του σημειώσαμε σε ένα fax, ήδη από τις 21/12, «συναρτώνται με τον αριθμό των προσώπων τα οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει ως πρόσφυγες ή ως αιτούντες άσυλο. Οσο λιγότεροι εμφανίζονται στα επίσημα στοιχεία που δίνει η Ελλάδα στην Ε.Ε., τόσο λιγότερα ευρωπαϊκά χρήματα (αλλά κατ' αναλογίαν και εθνικά) θα κατευθυνθούν προς την υποδοχή και την ένταξη των προσφύγων. Ενώ λοιπόν η χώρα μας θεωρεί ότι αντιμετωπίζει "κύματα προσφύγων", στα επίσημα στατιστικά εμφανίζονται ελάχιστα πρόσωπα και συνεπώς διατίθενται αναλόγως και ελάχιστα χρήματα. Πώς σχολιάζετε αυτό το αντιφατικό δεδομένο;» Από το γραφείο τύπου του υπουργείου δεν καταφέραμε να μάθουμε ούτε καν αν το διάβασε...

Η οικονομία της προσφυγιάς 

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα όλο και λιγότερα χρήματα κατευθύνονται για την υποδοχή, τη νομική υποστήριξη και την κοινωνική ένταξη των προσφύγων. Κάθε χρόνο η ελληνική κυβέρνηση αφήνει όλο και περισσότερο την ευθύνη της φροντίδας των προσφύγων στις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ). Κάθε χρόνο όμως επενδύει όλο και περισσότερα για το κυνήγι και το διώξιμό τους. Αποφεύγει συστηματικά να δημιουργήσει κέντρα φιλοξενίας που να ανήκουν στη δική της αποκλειστική αρμοδιότητα.

Προτιμά να δίνει στους πρόσφυγες (όταν δεν καταφέρνει να τους «επαναπροωθήσει» στα κρυφά) μια δεκαπενθήμερη «άδεια απέλασης» και να τους αφήνει να ξεπαγιάζουν στα πάρκα και τις πλατείες, εφόσον τα κέντρα φιλοξενίας των ΜΚΟ δεν επαρκούν. (Περισσότερα στον «Ιό» 20 και 27 Οκτωβρίου 2001). 

*Ζητήσαμε τη γνώμη της αντιπροσώπου στην Ελλάδα της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Παρά τη διπλωματική της γλώσσα, η Φλορίντα Ρόχας-Ροντρίγκες δεν φαίνεται να συμφωνεί με τις κυβερνητικές επιλογές:

«Οι άνθρωποι νομίζουν ότι, όταν μιλάμε για πρόσφυγες στην Ελλάδα, αναφερόμαστε σε εκατοντάδες χιλιάδες, αλλά δεν είναι έτσι. Ο αριθμός των προσφύγων που πληρούν τις προϋποθέσεις για να αποκτήσουν άσυλο στην Ελλάδα είναι μικρός. Φέτος περίπου 4.000 άνθρωποι έχουν κάνει αίτηση παραχώρησης ασύλου στην Ελλάδα. Το να επιτρέψουμε σε όλους αυτούς που χρειάζονται διεθνή προστασία να εγγραφούν ως αιτούντες άσυλο θα ήταν εύκολο. Η Ελλάδα θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει αίτηση για επιπλέον οικονομική βοήθεια από το Ταμείο για τους Πρόσφυγες της Ευρωπαϊκής Ενωσης». 

*Σύμφωνα με υπαλλήλους του υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας που έχουν και την ευθύνη του συντονισμού και της χρηματοδότησης των ΜΚΟ, «η πολιτική του υπουργείου, η οποία ενθαρρύνεται και από την Ε.Ε., είναι να αγοράζει το υπουργείο υπηρεσίες από τις εξειδικευμένες και αξιόπιστες ΜΚΟ, αντί να τις προσφέρει το ίδιο το υπουργείο στους πρόσφυγες». Η επιλογή αυτή δεν θα ήταν άσχημη:

1. Εάν οι συνοριακές, λιμενικές, αστυνομικές και δικαστικές αρχές έδιναν την ευκαιρία στους πρόσφυγες να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, αφήνοντάς τους να καταθέτουν αίτηση ασύλου, χωρίς το φόβο της φυλακής και της απέλασης, πάντοτε με τη στήριξη των ειδικών από τις ΜΚΟ,

2. αν οι ΜΚΟ είχαν χρηματοδοτηθεί επαρκώς (από κρατικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους) ώστε να εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες προστασίας, φιλοξενίας και κοινωνικής ένταξης των προσφύγων.

Καμία όμως από τις δύο προηγούμενες προϋποθέσεις δεν ισχύει ούτε κατ' ελάχιστο. Νομίζουμε ότι το «αποκεντρωμένο» σύστημα απλώς προσφέρει άλλοθι στην κυβέρνηση και στον κρατικό μηχανισμό. Οι εκπρόσωποι των ΜΚΟ, οι οποίοι ζουν το καθημερινό δράμα των προσφύγων και τις εγκληματικές αυθαιρεσίες των ελληνικών αρχών, βρίσκονται σε απόγνωση. Τρέχουν και δεν φτάνουν.

*«Μας έχουν βάλει σε ένα περίπλοκο σύστημα, ευρωπαϊκό και εθνικό, να κυνηγάμε τα κονδύλια. Τα χρήματα φτάνουν μετά από πολλές περιπέτειες, κατανέμονται πολλές φορές με πελατειακά κριτήρια, πάντοτε καθυστερημένα, και ποτέ δεν επαρκούν για να κάνουμε σοβαρά τη δουλειά μας».

Η διασπορά των πενιχρών οικονομικών ενισχύσεων σε πολλούς φορείς (από τις αξιόπιστες ΜΚΟ έως μια νομαρχία ή ένα εκκλησιαστικό φιλανθρωπικό ίδρυμα), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 30% της συνολικής δαπάνης διατίθεται προς τα πάσης φύσεως «ερευνητικά προγράμματα για πρόσφυγες», χειροτερεύει ακόμα περισσότερο την εικόνα.

Η φτώχεια της όλης υποδομής για τους πρόσφυγες εντέλει έρχεται να ενισχύσει (και να «νομιμοποιήσει») την ακριβώς αντίθετη πολιτική: την αδιαφορία και τον αγριανθρωπισμό της καταστολής.

Κρατικοί φορείς αλλά και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας κάθε φορά που καλούνται να αντιμετωπίσουν, δίχως υλικά μέσα και οργάνωση, π.χ. μια ψαρόβαρκα με πρόσφυγες, πανικοβάλλονται. Ολοι βιώνουν την παρουσία του Αλλου, του ρακένδυτου πρόσφυγα, σαν βάρος. Οσοι δεν νιώθουν αποστροφή, σπεύδουν να ζητήσουν να «κάνει κάτι το κράτος».

Το κράτος δεν κάνει τίποτα, γιατί δεν θέλει -όπως είπαμε- να αναλάβει την ευθύνη. Ο ένας αρμόδιος παραπέμπει στον άλλο και όλοι μαζί περιμένουν να φτάσει μια ΜΚΟ που όμως δεν έχει και εκείνη τα υλικά μέσα, ούτε και την εξουσία, ώστε να εμπνεύσει ανθρωπισμό σε κάθε λιμενοφύλακα ή να επιτάξει φούρνους, μαγειρεία και ξενώνες. 

Η πρόσφατη περίοδος υπήρξε διαφωτιστική. Η γενική κυβερνητική στάση (και σε πολλές περιπτώσεις η ανάλογη της τοπικής αυτοδιοίκησης) είναι να πάψουμε να βλέπουμε τους πρόσφυγες. Να μη μαθαίνουμε γι' αυτούς. Να «επαναπροωθούνται» προτού αποκτήσουν ανθρώπινη υπόσταση. Να είναι χωρίς σώματα, προσωπικότητα και δικαιώματα. Αψυχοι και χαρακτηρισμένοι ως «απειλητικοί λαθρομετανάστες».

Οπως βλέπουμε και σε διπλανή στήλη, ακόμα και σε περιπτώσεις που δόθηκε θετική δημοσιότητα, η μοίρα που τους επιφυλάσσεται απέχει πολύ απ' αυτήν που προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις και η «πατροπαράδοτη φιλοξενία μας». 

(Ελευθεροτυπία, 6/1/2002)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ