Ο ΝΕΟΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ


Η Θεολογία της Υποδούλωσης

1.   2.

 

Ο Ιωάννης Παύλος Β' έχει συνδέσει το όνομά του με μια σημαντική «νίκη» του Βατικανού: Κατόρθωσε να συντρίψει τη σημαντικότερη προσπάθεια να δημιουργηθεί μια «λαϊκή εκκλησία», κοντά στους αγώνες των φτωχών και των καταπιεζόμενων του Τρίτου Κόσμου.

Η κίνηση πήρε το όνομα «Θεολογία της Απελευθέρωσης» από το ομότιτλο βιβλίο (1972) του περουβιανού κοινωνικού επιστήμονα και θεολόγου Γκουστάβο Γκουτιέρες.

Τη δυνατότητα να υπάρξει μια θεολογία της απελευθέρωσης την έδωσε η ίδια η Καθολική Εκκλησία με την προσπάθεια ανανέωσης και εκσυγχρονισμού που επιχείρησε κατά τη δεκαετία του '60. 

Η Β' Σύνοδος του Βατικανού (1962-1965) που συγκλήθηκε από τον πάπα Ιωάννη ΙΒ' ξεπέρασε ίσως και τις προθέσεις των οργανωτών της, αναδεικνύοντας τη σημασία των λαϊκών μέσα στην εκκλησία, επιχειρώντας να πλησιάσει η εκκλησία την πραγματικότητα και να ενσωματωθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Το σημαντικότερο ήταν ότι αμφισβητήθηκε η ύπαρξη «μίας» θεολογίας και άνοιξε ο δρόμος για αυτόνομους γόνιμους προβληματισμούς. Ετσι γεννήθηκε η θεολογία της απελευθέρωσης. Κεντρικό της αίτημα η προσαρμογή του λυτρωτικού χριστιανικού μηνύματος στην αναγκαιότητα της κοινωνικής απελευθέρωσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η νέα ανάγνωση των ιερών κειμένων ταυτίζει την Εξοδο με την απελευθέρωση, τον Ιησού με τους φτωχούς και αναδεικνύει την αντίστασή του στους εξουσιαστές του καιρού του ως δικαίωση του κοινωνικού και πολιτικού αγώνα των καταπιεζομένων. 

Ενας από τους πρώτους που επιχείρησαν να περάσουν στην πράξη το μήνυμα αυτό ήταν ο νεαρός οραματιστής ιερέας Καμίλο Τόρες από την Μπογκοτά της Κολομβίας. 

Υποστήριξε ότι είναι καθήκον κάθε χριστιανού να αντιτίθεται στους θεσμούς που αναπαράγουν και μεγεθύνουν την οικονομική και κοινωνική ανισότητα. Κάλεσε τους πιστούς σε κοινωνική επανάσταση και προειδοποίησε ότι όσοι αρνούνται να ελαττώσουν τη φτώχεια διαπράττουν θανάσιμο αμάρτημα. Θέλοντας να δώσει πρώτος το παράδειγμα, εντάχθηκε στο νεοσύστατο αντάρτικο κίνημα και σκοτώθηκε στη μάχη εναντίον των δυνάμεων ασφαλείας του καταπιεστικού καθεστώτος.

Τη χρονιά των παγκόσμιων αναζητήσεων, το 1968, συνήλθε στο Μεντεγίν της Κολομβίας η δεύτερη σύνοδος των επισκόπων της Λατινικής Αμερικής για να συζητήσει τα συμπεράσματα της συνόδου «Βατικανό Β'». Συγκεντρώθηκε σχεδόν το ένα τέταρτο των επισκόπων της περιοχής και κατέληξαν στην πρώτη θεσμική κατοχύρωση του απελευθερωτικού κινήματος. 

Στο τελικό κείμενο της διάσκεψης διαβάζουμε: «Στο φως της πίστης που διακονούμε ως πιστοί, επιχειρήσαμε μια προσπάθεια για να ανακαλύψουμε το "σχέδιο του θεού" στα σημεία των καιρών μας. Ερμηνεύουμε τη λαχτάρα και την κραυγή της Λατινικής Αμερικής ως αποκαλυπτικές για το θείο σχέδιο, το οποίο εντάσσεται στη λυτρωτική αγάπη του Χριστού».

Ακολούθησαν δέκα χρόνια γόνιμων αναζητήσεων και μιας ευρείας διάδοσης των ιδεών της θεολογίας της απελευθέρωσης.

Η παπική αντίδραση

Η ανάρρηση του Κάρολου Βοϊτίλα στο θρόνο του πάπα το 1978 ήταν η αρχή των «ριζικών» λύσεων. Ο νέος πάπας διαδέχθηκε τον Αλμπίνο Λουτσιάνι, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τις φιλελεύθερες αναζητήσεις και φαινόταν ότι θα άνοιγε το Βατικανό στην κοινωνία. Ομως ο Λουτσιάνι, ο οποίος ονομάστηκε Ιωάννης Παύλος, έμεινε στον παπικό θρόνο μόλις 33 ημέρες. Πέθανε ξαφνικά και ανεξήγητα για να ανοίξει το δρόμο στον υπερσυντηρητικό Βοϊτίλα. Ο νέος πάπας κληρονόμησε μόνο το όνομα του προκατόχου του (Ιωάννης Παύλος Β'). 

Κατά τα άλλα, ακολούθησε μια πολιτική επιθετική προς κάθε νεωτερισμό και απαγόρεψε κάθε σκέψη για μια «Εκκλησία των καταπιεζόμενων». Πρώτα πρώτα στηρίχθηκε σε στελέχη της ακροδεξιάς παραεκκλησιαστικής οργάνωσης Opus Dei, διορίζοντας στελέχη της στις ανώτερες θέσεις της ιεραρχίας. 

Φρόντισε να ενισχύσει το Σαντ Οφίτσιο, την υπηρεσία δηλαδή του Βατικανού που σήμερα ονομάζεται «Ιερά Σύνοδος για τη διδασκαλία της πίστης» και είναι ένα είδος σύγχρονης Ιεράς Εξέτασης. Επικεφαλής τοποθέτησε το γερμανό καρδινάλιο Γιόζεφ Ράτσινγκερ, ο οποίος κρατάει το πόστο μέχρι σήμερα με στιβαρότητα και σκληρές τοποθετήσεις απέναντι στους κάθε λογής «αναθεωρητές θεολόγους». 

Λίγους μήνες μετά την εκλογή του Βοϊτίλα συγκλήθηκε η τρίτη σύνοδος των επισκόπων της Λατινικής Αμερικής στην Πουέμπλα του Μεξικού (1979). Η σύνοδος επισημοποίησε τις ριζοσπαστικές κατευθύνσεις που είχαν διαγραφεί το 1968 στο Μεντεγίν, όμως ο Βοϊτίλα άρχισε να δρα υπογείως. 

Πολύ γρήγορα προσεταιρίστηκε τον αιδεσιμότατο Λόπες Τρουχίλο, ο οποίος από το 1980 ανέλαβε καθήκοντα προέδρου στη σύνοδο. Για τις υπηρεσίες του ο Τρουχίλο τιμήθηκε με το αξίωμα του καρδιναλίου το Φεβρουάριο του 1984. Στην επίσημη τελετή ο πάπας εξήρε «τη συμβολή του στο ξεκαθάρισμα της θεολογίας και ειδικά στη λεγόμενη θεολογία της απελευθέρωσης». 

Τον ίδιο στόχο είχε η παρέμβαση του Βοϊτίλα και στην Εκκλησία του Σαλβαδόρ: Η χώρα μαστιζόταν από έναν αιματηρό εμφύλιο με κύριο στοιχείο τις σφαγές των αγωνιζόμενων εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος. 

Στον αγώνα αυτό σημαντικό ρόλο έπαιζαν ιερωμένοι και μοναχοί, επηρεασμένοι από το κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης. Επικεφαλής της Εκκλησίας του Σαλβαδόρ ήταν ο αρχιεπίσκοπος Οσκαρ Ρομέρο, τον οποίο είχε τοποθετήσει το Βατικανό ως «μετριοπαθή», προκειμένου να ελέγξει την κοινωνική και πολιτική δράση της εκκλησίας. 

Ομως γρήγορα ο Ρομέρο ταυτίστηκε με τους εξεγερμένους, διακρίνοντας μεταξύ βίας των επιτιθεμένων και αυτοάμυνας του λαού. Αρχισε να διδάσκει ότι η επανάσταση είναι «δίκαιη» απέναντι σε ένα «διαβολικό» καθεστώς. 

Η αντίστροφη μέτρηση για τον Ρομέρο άρχισε με την επίσκεψη που επιχείρησε στο Βατικανό, στο νέο πάπα: Ο Βοϊτίλα τον άφησε να περιμένει πολλές ώρες στον προθάλαμο και στο τέλος του αρνήθηκε κάθε υποστήριξη και τον κατσάδιασε επειδή ήταν πολύ «μαλακός» απέναντι στον κομμουνισμό. 

Απογοητευμένος ο Ρομέρο θα επιστρέψει στο Σαλβαδόρ και θα απευθύνει ραδιοφωνικό μήνυμα στο στρατό να καταθέσει τα όπλα και να μην τα στρέφει ενάντια στους αδελφούς του. 

Λίγες μέρες αργότερα, το Μάρτιο του 1980, ο αρχιεπίσκοπος θα δολοφονηθεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Η κηδεία του θα συνοδευτεί από λαϊκή διαδήλωση 100.000 ατόμων. Οι δυνάμεις ασφαλείας θα επιτεθούν στο πλήθος. Τουλάχιστον 20 άτομα θα σκοτωθούν και άλλα 200 θα τραυματιστούν σοβαρά. 

Με παρόμοιο τρόπο αντιμετώπισε ο Βοϊτίλα το κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Το Μάρτιο του 1983 ο καρδινάλιος Ράτσινγκερ θα βάλει στο στόχαστρο της υπηρεσίας του τον Περουβιανό Γκουστάβο Γκουτιέρες και ζητεί από τους επισκόπους να τοποθετηθούν εναντίον του. Ακολούθησαν οι παπικές «νουθεσίες» προς τον βραζιλιάνο θεολόγο Λεονάρντο Μποφ, τον οποίο ο μηχανισμός του Βατικανού κατορθώνει τελικά να συντρίψει, υποχρεώνοντάς τον να παραιτηθεί «εκουσίως» από το πόστο του. 

Ο πρόεδρος της Αϊτής Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ αντιστέκεται στην παπική επιβολή και θα το πληρώσει: Οταν επιχειρείται η βίαιη ανατροπή του, το Βατικανό θα είναι το μοναδικό κράτος που θα αναγνωρίσει το παράνομο καθεστώς που θα τον διαδεχθεί. 

Κατά την επίσκεψή του στη Νικαράγουα (4/3/1983), ο πάπας επέπληξε τον επαναστάτη ιερέα Ερνέστο Καρντενάλ, επειδή συμμετείχε στην κυβέρνηση των Σαντινίστας. 

Τον Απρίλιο του 1985 ο Βοϊτίλα ονόμασε καρδινάλιο τον Νικαραγουανό Ομπάντο ι Μπράβο, με καθαρά πολιτικά κριτήρια. Αποστολή του νέου καρδινάλιου ήταν να πολεμήσει όσους κληρικούς έπαιρναν το μέρος των επαναστατών. 

Σήμερα ο Μιγκέλ Ντ' Εσκότο, ιερωμένος κι αυτός που συμμετείχε στην κυβέρνηση των Σαντινίστας κάνει τον απολογισμό της περιόδου: «Η απόπειρα ανάδειξης του Ευαγγελίου είναι δύσκολη, όταν ο κύριος εχθρός του Ευαγγελίου είναι η ίδια η ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Αυτό είναι πολύ καθαρό εδώ. Πολλές φορές προσευχήθηκα στον Κύριο: Σου προσφέρω τη ζωή μου. Πάρ' την, αλλά δώσε λίγη καρδιά στον καρδινάλιο Ομπάντο! Αυτό που κάνει ο καρδινάλιος καταστρέφει τη χριστιανική πίστη των ανθρώπων».

Μια πολιτική απειλή

Το πρόβλημα για τον Βοϊτίλα δεν ήταν απλά θεολογικό ή αυστηρά εκκλησιαστικό. Η συντριβή της θεολογίας της απελευθέρωσης ήταν πρώτα απ' όλα ένα πολιτικό αίτημα της περιόδου. Την άνοδο του Ιωάννη Παύλου Β' ακολουθεί η εκλογή του προέδρου Ρέιγκαν. Ηδη πριν από την ανάδειξη του ρεπουμπλικανού προέδρου, οι σύμβουλοί του είχαν συντάξει ένα μνημόνιο για την ακολουθητέα πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική. 

Το κείμενο αυτό (που έχει πάρει το όνομα της πόλης Σάντα Φε του Νέου Μεξικού, όπου συντάχθηκε) αναφέρεται βέβαια στην ενδοχριστιανική απειλή: «Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται (και όχι να αντιδρά εκ των υστέρων) εναντίον της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Στη Λατινική Αμερική ο ρόλος της εκκλησίας είναι ζωτικός για την έννοια της πολιτικής ελευθερίας. Δυστυχώς οι μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις κάνουν χρήση της εκκλησίας ως όπλου κατά της ατομικής ιδιοκτησίας και του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, διοχετεύοντας στη θρησκευτική κοινότητα ιδέες μάλλον κομμουνιστικές παρά χριστιανικές». Οκτώ χρόνια αργότερα, το ίδιο θινκ τανκ του ρεϊγκανισμού (Council for Interamerican Security) συνέταξε το μνημόνιο «Σάντα Φε ΙΙ». 

Οι διατυπώσεις είναι ανάλογες: «Η θεολογία της απελευθέρωσης είναι μια πολιτική διδασκαλία με μια τάση εναντίον του πάπα και εναντίον της ελεύθερης αγοράς, η οποία καμουφλάρεται ως θρησκευτική πίστη».

Ο Βοϊτίλα συναντήθηκε το 1982 με τον Ρέιγκαν και συνεργάστηκε στενά μαζί του για τη νίκη του «ελεύθερου κόσμου» στη Λατινική Αμερική. Μέσα σε δέκα χρόνια κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει ένα κίνημα που ευαγγελιζόταν μια εκκλησία κοντά στους λαούς του Τρίτου Κόσμου. 

Τον Οκτώβριο του 1992 η τέταρτη σύνοδος των επισκόπων της Λατινικής Αμερικής συνέρχεται στον Αγιο Δομίνικο. Οι σύνοδοι του Μεντεγίν και της Πουέμπλα με το απελευθερωτικό μήνυμα είναι πια παρελθόν. Τώρα πια είναι παρών και ο πάπας, ο οποίος έχει προετοιμάσει προσεκτικά τη σύνοδο από τη Ρώμη. Από τη συνάντηση των επισκόπων δεν λείπουν οι συγκρούσεις, όμως οι αντιθέσεις είναι ποικίλες και επιτρέπουν στους εκπροσώπους του Βατικανού να τις διαχειριστούν προς όφελός τους. 

Τα προσχήματα σώζονται μόνο από τους εκπροσώπους της βραζιλιανής Εκκλησίας, η οποία έχει μια βαθιά παράδοση συλλογικών διαδικασιών, παρά το γεγονός ότι ακόμα και σ' αυτήν οι προοδευτικές κοινωνικές απόψεις είναι πλέον μειοψηφικές. 

Ο πάπας αναγγέλλει ότι θα ζητήσει «συγνώμη» εκ μέρους της Εκκλησίας από τους ιθαγενείς πληθυσμούς με την ευκαιρία των 500 χρόνων από την «ανακάλυψη», δηλαδή την κατάκτηση της ηπείρου. Η υπόθεση καταλήγει σε φάρσα. Οι τολμηρές αρχικές διατυπώσεις των «σχεδίων συγνώμης» δίνουν τελικά τη θέση τους σε λόγια αυταρχικής κοροϊδίας: 

«Η Εκκλησία με τους μοναχούς, τους ιερείς και τους επισκόπους της στάθηκε πάντα στο πλευρό των ιθαγενών. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να λησμονήσει τις τεράστιες οδύνες που προκλήθηκαν στους πληθυσμούς της ηπείρου την περίοδο της κατάκτησης και της αποικιοκρατίας;»

Αυτή ήταν η πολιτεία του Βοϊτίλα απέναντι στους καταδυναστευόμενους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Οταν επισκέφθηκε τη Χιλή, φρόντισε να χαιρετίσει τους πιστούς έχοντας πλάι του τον Πινοσέτ. Και το 1999 στο Μεξικό χοροστάτησε σε μια ιδιωτική ειδική λειτουργία προς τιμήν των εκατομμυριούχων της χώρας.

Η εικόνα αυτή του πάπα υποστηρικτή όλων των αντιδραστικών καθεστώτων στη Λατινική Αμερική διασκεδάστηκε πριν από τρία χρόνια με την εντυπωσιακή επίσκεψη του Βοϊτίλα στην Κούβα. Τον Ιανουάριο του 1998 τα μέσα ενημέρωσης όλου του κόσμου στράφηκαν με αναμενόμενη περιέργεια στην αναπάντεχη σύγκλιση του υπερσυντηρητικού ποντίφικα με τον «τελευταίο κομμουνιστή ηγέτη». 

Πέρα από την αναμφισβήτητη χρησιμότητα της επίσκεψης στις διπλωματίες και των δύο πλευρών, εκείνος που βγήκε κερδισμένος ήταν ο πάπας και η εικόνα του στην ευρύτερη περιοχή. 

Για να προετοιμάσει (και να δικαιολογήσει) την επίσκεψη, ο Κάστρο δεν αρκέστηκε στους ύμνους για την αντιφασιστική δράση του πάπα την περίοδο της αντίστασης. Ανέδειξε τον καλεσμένο του ως πολέμιο του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και αγωνιστή υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και του «Τρίτου Κόσμου». Δεν δίστασε ακόμα και να ταυτίσει τις ιδεολογικές θέσεις του Αγίου Πατέρα με τα πολιτικά ιδανικά και του στόχους της κουβανικής επανάστασης! Ας όψεται το άτιμο το εμπάργκο.

Τραγική ειρωνεία, αλλά όχι σύμπτωση: τις μέρες που ο Κάστρο τιμούσε τον «επαναστάτη» πάπα, οι επίσημες αρχές του Βατικανού επαναβεβαίωναν την καταγγελία της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης». 

Η περιβόητη Ιερά Σύνοδος για τη Διδασκαλία της Πίστης ειδοποίησε τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο του Γκουστάβο Γκουτιέρες ότι οι δογματικές παρατηρήσεις που είχαν γίνει στο κλασικό βιβλίο του περουβιανού θεολόγου δεν έχουν ακόμα αρθεί και ότι η «θεολογία της απελευθέρωσης παραμένει υπό (ιερά) εξέταση».

(Ελευθεροτυπία, 6/5/2001)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ