Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΥΡΩΝΕΙ



1.   2.   3.

 

Οι σατανομάχοι δωσίλογοι


Με τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, τα πράγματα είναι σχετικά εύκολα: εντοπίστε την τρέχουσα πολιτική επιλογή του διαβόλου, ψηφίστε (τους αντιπάλους της), τελειώσατε... Τι γίνεται όμως σε λιγότερο ομαλούς καιρούς, όταν η καταπολέμηση του Εωσφόρου απαιτεί πολύ πιο δραστικές μεθόδους; Στη μακρινή για μας δεκαετία του '40, όταν ο αριστερός εξαποδώ είχε πάρει τη διευρυμένη μορφή της εαμικής Αντίστασης και χιλιάδες λαού ενέδιδαν στα κηρύγματά του, μια πλειάδα ιεραρχών δε δίστασαν να επιλέξουν. Mπροστά στον κομμουνιστικό Σατανά, μοναδική αξιόπιστη επιλογή υπήρξε γι' αυτούς η συστράτευση με το Τρίτο Ράιχ. Ο γερμανικός στρατός, διακήρυξαν, αποτελεί την προφυλακή του παγκόσμιου χριστιανικού πολιτισμού απέναντι στην επιβουλή του Βελζεβούλ και των (τι άλλο;) εβραίων συνεργατών του. 

Το γεγονός αποσιωπάται διακριτικά στην πρόσφατη εγκύκλιο του Αρχιεπισκόπου, από την οποία πληροφορούμαστε ότι "συστηματικώς εις τας εκδηλώσεις διά την Εθνικήν Αντίστασιν η Εκκλησία αγνοείται παντελώς", και ως εκ τούτου η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να θεσπίσει διακριτή γιορτή, κοντινή αλλά όχι ταυτόσημη με την πανεθνική, για την εκκλησιαστική ειδικά πτυχή της Αντίστασης. Πιστός στις απόψεις του για το φλερτ ανάμεσα στον Εωσφόρο και την Αριστερά, ο κ. Χριστόδουλος φροντίζει άλλωστε να απαλείψει από τη σχετική ιστορική αναδρομή του όχι μόνο τους δωσίλογους ιεράρχες αλλά ακόμη και τους εαμίτες εκείνους παπάδες που δεν χωράνε στο σχήμα του, σύμφωνα με το οποίο η εκκλησία παρέμεινε μέσα στην κοσμοχαλασιά της Κατοχής ένας στρατός ενιαίος, ταυτισμένος με τους προκαθήμενούς της και (προπαντός) "ειρηνικός"... Τα γραπτά, παρόλα αυτά, μένουν -και η φωνή των ποιμεναρχών που συστρατεύθηκαν με τους ναζί ενάντια στον "κομμουνιστικό σατανά" έχει αποτυπωθεί εσαεί στα ντοκουμέντα της γερμανικής προπαγάνδας εκείνων των χρόνων. 

Δεν πρόκειται για κάποιες βεβιασμένες εκδηλώσεις νομιμοφροσύνης προς τους κατακτητές -όπως λ.χ. το μήνυμα με το οποίο ο μητροπολίτης Πατάρων Μελέτιος, ως επίτιμος πρόεδρος μιας "Κεντρικής Επιτροπής Λαού Αλεξανδρουπόλεως", έσπευσε να απευθύνει "προς την Αυτού Εξοχότητα τον Φύρερ του Γερμανικού Ράϊχ, Κύριον Κον Αδόλφον Χίτλερ", εκφράζοντας "τας ολοψύχους ευχαριστίας και την εις το διηνεκές αναλλοίωτον ευγνωμοσύνην" του ποιμνίου του "διά την άκραν ευγένειαν και τον ιπποτισμόν τον οποίον επεδείξαντο απέναντί του τα ηρωικά στρατεύματα της κατοχής" (10/4/41)- αλλά για δημόσιες τοποθετήσεις που έγιναν από το 1943 και μετά, όταν το αντάρτικο είχε φουντώσει στην Ελεύθερη Ελλάδα και η επερχόμενη ήττα του ’ξονα ήταν πλέον ορατή στον ορίζοντα. 

Η πιο χαρακτηριστική ίσως περίπτωση αφορά τις πανηγυρικές ομιλίες τεσσάρων τουλάχιστον ιεραρχών της Βόρειας Ελλάδας κατά την περιφορά της προπαγανδιστικής έκθεσης "ο σοβιετικός παράδεισος", η οποία προσπαθούσε να πείσει τον πληθυσμό για την αναγκαιότητα του (πανευρωπαϊκού) αντικομμουνιστικού αγώνα. Εξηγώντας το νόημα του συμβάντος, η σχετική μπροσούρα σπεύδει να "καθησυχάσει" το ελληνικό κοινό με τη διαβεβαίωση πως η Βέρμαχτ πολεμά για δικό του λογαριασμό: "Στην Ανατολή δεν βρίσκεστε εσείς, με το πρόσωπο γυρισμένο προς το θάνατο. Ένας από τους γενναιότερους, τους δικαιότερους και νοημονέστερους λαούς της Ευρώπης, ο γερμανικός λαός, φρουρεί εκεί και πεθαίνει για σας". Στο ίδιο μήκος κύματος, οι τέσσερις μητροπολίτες θα καταφερθούν κι αυτοί κατά του κοινού εχθρού, συντασσόμενοι -σε διαφορετικό ο καθένας τους βαθμό- με το Γ΄ Ράιχ ενάντια στον διεθνή και εγχώριο "εβραιομπολσεβικισμό".

Πιο συγκρατημένος απ' όλους, ο Σερρών & Νιγρίτης Κωνσταντίνος περιορίζεται στην καταγγελία του κομμουνισμού, αναπολώντας νοσταλγικά την "παλαιά ευτυχία των Ρώσων" επί τσάρου και διατυπώνοντας την άποψη ότι "ο μπολσεβικισμός δέον να θεωρηθή μία κίνησις παρά κατωτέρω λαώ, ανίκανος να ηλεκτρίση άλλους λαούς προηγμένους εις τον πολιτισμόν", όπως ο ελληνικός (σ.11-12). Συνοπτικότερος αλλά σαφώς πιο εκδηλωτικός είναι ο Εδέσσης Παντελεήμων: "Ο Ελλην", δηλώνει, "όστις υπήρξε πάντοτε λαός με ανώτερα πνευματικά ιδεώδη, δεν είνε δυνατόν να ανεχθή τοιούτον καθεστώς το οποίον αφαιρεί από τον άνθρωπον το ουσιαστικόν του διακριτικόν από τα ζώα. Ενεκα τούτου τάσσεται παρά το πλευρόν των δυνάμεων αίτινες καταπολεμούν το υλιστικόν τούτο σύστημα και ελπίζει ότι ούτω θα επιτύχη να εξασφαλίση έν ελεύθερον και ευτυχές μέλλον εν τω πλαισίω της νέας Ευρώπης" (της Ευρώπης της χιτλερικής Νέας Τάξης, δηλαδή). Ακόμη πιο εύγλωττος, ο Φλωρίνης Βασίλειος θα θεωρήσει το Χίτλερ όργανο του Θεού κατά του διαβόλου: "Κατά τους νεωτέρους χρόνους ενεφανίσθη ένας από τους μεγίστους διωγμούς, τους οποίους εγνώρισεν η ιστορία: είνε ο Κομμουνισμός, ο οποίος έστησε την έδραν του εις την Ρωσίαν. [...] Καθώς όμως άλλοτε η Θεία Πρόνοια, εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου, εθριάμβευσε κατά των διωγμών της ειδωλολατρείας, τοιουτοτρόπως σήμερον, εν τω προσώπω του Μεγάλου Ηγέτου του ενδόξου Γερμανικού έθνους, θα θριαμβεύση και κατά του διωγμού τούτου. Και η τιμή και η δόξα του μεγάλου Γερμανικού Έθνους και η προς αυτό ευγνωμοσύνη απάντων των λαών, και ιδιαιτέρως του ελληνικού, θα είνε αιωνία" (σ.8-9).

Καταλυτικότερος απ' όλους θα αποδειχθεί, ωστόσο, ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος, που όχι μόνο καταγγέλλει τον διεθνή κομμουνισμό σαν "σιωνιστικό προϊόν" αλλά σπεύδει και να ασπαστεί όλο το βασικό ιστό της χιτλερικής κοσμοθεωρίας: "Ευνόητος η χαρά και ανακούφισις ήν ησθάνθην", τονίζει, "όταν ο Μέγας Φύρερ του Γερμανικού Ράιχ εκήρυξε τον κατά των Μπολσεβίκων πόλεμον, προς απαλλαγήν της Αγίας Ορθοδόξου Ρωσίας από των σκληρών και αφορήτων αυτών τυράννων και βασανιστών. Μπολσεβικισμός και Μασσωνισμός ή κεφαλαιοκρατία [sic], είνε δύο δυσώδεις πληγαί άι οποίαι εκβράζουσιν όλας τας δολοπλοκίας, ψεύδη, δυστυχήματα, συμπλοκάς, αιματοχυσίας, καταστροφάς και δεινοπαθήματα υπό των οποίων πάσχει η σύγχρονος ανθρωπότης. Ο κατ' αυτών πόλεμος είνε φιλάνθρωπος, ευγενής και σωτήριος. Ας ευχηθώμεν εις τα γερμανικά όπλα επιτυχίαν, καίτοι αναλογιζόμενοι το μέγεθος του αναληφθέντος αγώνος ιλιγγιώμεν και σταματώμεν, διότι αναντιρρήτως το ήμισυ του επί της επιφανείας της γης υπάρχοντος παντοδυνάμου χρυσού ευρίσκεται εν ταις χερσί των Εβραίων, ο δε χρυσός είνε το ισχυρότερον των εν τω κόσμω τούτω υλικών όπλων. [...] Οφείλομεν λοιπόν μεθ' υπομονής και ησυχίας να επιδιδώμεθα εις τα ειρηνικά ημών έργα, παρέχοντες προθύμως την προσωπικήν ημών εργασίαν δι' έργα οδοποιίας και οχυρωματικά τοιαύτα, αφ' ου μάλιστα διά των τοιούτων ποικίλως ωφελείται και προάγεται η γλυκεία ημών Πατρίς, της οποίας την ελευθερίαν και διακυβέρνησιν υπό της ελευθέρας θελήσεως του Ελληνικού Λαού, μετά την πολυπόθητον ειρήνην ολοκλήρου της ανθρωπότητος, υπεσχέθησαν οι ευγενείς κατακτηταί μας, διά του γνωστού διαγγέλματος του σοφού και φιλοπάτριδου πρωθυπουργού ημών κ. Λογοθετοπούλου"...



Ο Βενιζέλος-Βελζεβούλ

Στις θεαματικότερες πρωτοβουλίες της Εκκλησίας κατά του Σατανά και της πολιτικής εκπροσώπησής του ανήκει αναμφισβήτητα το περιβόητο "ανάθεμα" κατά του Βενιζέλου-Βελζεβούλ που οργανώθηκε τον Δεκέμβριο του 1916 στο κέντρο της Αθήνας. Την εποχή αυτή, ο Διχασμός βρισκόταν στο αποκορύφωμά του: ο Βενιζέλος παρέμενε ακόμη στη Θεσσαλονίκη επικεφαλής της κυβέρνησης της Εθνικής ’μυνας, ενώ στη βασιλική και μόλις βομβαρδισμένη από τον γαλλικό στόλο Αθήνα επικρατούσε πλήρης ακυβερνησία. Στο κλίμα αυτό, οργανώνεται στην πρωτεύουσα μια ογκώδης αντιβενιζελική πορεία που, με την Ιερά Σύνοδο στην κορυφή της, κατευθύνεται στο Πεδίο του ’ρεως για να αναθεματίσει τον Σατανά της πολιτικής ζωής του τόπου. Εκεί, ο καθένας ρίχνει μια πέτρα και επαναλαμβάνει την κατάρα του Αθηνών Θεόκλητου κατά του Βενιζέλου: "Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα ανάθεμα έστω". Στις γραμμές που ακολουθούν, η Πηνελόπη Δέλτα, οικογενειακή φίλη και συνεργάτρια του Βενιζέλου, θυμάται το "ανάθεμα" και το περιγράφει με αηδία:

Οταν, μετά τα Νοεμβριανά του 1916, ο αξιοθρήνητος μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος έκανε το περίφημο ανάθεμα, άντρες, γυναίκες, παιδιά, κυρίες και κύριοι του λεγομένου 'καλού κόσμου', πήγαν φορτωμένοι πέτρες μεγάλες και μικρές και τις έριξαν, μάζα άμορφη, στο Πεδίον του ’ρεως, αναθεματίζοντας το 'Σατανά', το 'Βελζεβούλ', τον 'προδότη', που εκείνη την ώρα, με όλη τη δύναμη του δαιμόνιου μυαλού του, με όλη την ένταση της θελήσεώς του, μάζευε και οργάνωνε στρατό, για ν' απωθήσει τους Βουλγαρο-Τούρκο-Γερμανούς και να ελευθερώσει την Ανατολική Μακεδονία, που είχε δώσει ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνησή του στους Βουλγάρους.

Η άμορφη αυτή, σιχαμένη μάζα από πέτρες όλων των μεγεθών και σχημάτων, άσπριζε εκεί, όλη μέρα, στα χώματα του Πεδίου του ’ρεως. Τη νύχτα, πιστοί, θλιμμένοι πατριώτες, πήγαιναν κρυφά και στόλιζαν με λουλούδια της εποχής, τις άσχημες πέτρες. Το πρωί, οι αρχές έβαζαν και μάζευαν βιαστικά τ' αφιερώματα αυτά των πιστών. [...]

Η μητέρα μου έφερε βαριά το ανάθεμα. Το θεωρούσε ασχημιά και ντροπή και, θεοσεβούμενη όπως ήταν, έτρεμε μην πάθει τίποτε ο Βενιζέλος, που τον αναθεμάτισε η εκκλησία. 

Ένα από τα πρώτα βράδια που ήμαστε όλοι συναγμένοι στο πατρικό, έφερε την ομιλία αυτήν και παρακάλεσε το Βενιζέλο να προκαλέσει μια τελετή, όπου πάλι η εκκλησία να σηκώσει το ανάθεμα.

Ο Βενιζέλος άναψε.

-"Όχι, βέβαια, κυρία Μπενάκη, δε θα το κάνω αυτό ποτέ!", αναφώνησε. "Το ανάθεμα θα μείνει, και κάτω από το ανάθεμα θα νικήσομε, θα ελευθερώσομε τη Μακεδονία και θα τσακίσομε τους Βουλγάρους. Όχι μόνο δε θα ζητήσω να σηκωθεί το ανάθεμα, αλλά και θα μείνουν οι πέτρες εκεί που έπεσαν στοίβα, να ξέρει και να θυμάται ο κοσμάκης πως είμαι αναθεματισμένος, και όμως πως η νίκη θα είναι δική μας..."

Κάποιος είπε: "Δε θα μείνουν πολύ οι πέτρες! Ήδη μίκρανε η στοίβα, και κάθε νύχτα μικραίνει..."

Ο Βενιζέλος έβγαλε τις φωνές.

-"Δεν εννοώ να γίνει αυτό!", αναφώνησε. "Δε θέλω να χαθεί η απόδειξη αυτή του αναθέματος! Θα βάλω φύλακες! Εννοώ να μείνουν οι πέτρες όπως είναι, να τις βλέπουν κάθε μέρα οι περαστικοί και να ξέρουν τι ανόητα, τι μάταια πράγματα που είναι οι κατάρες της εκκλησίας!"

-"Είναι όμως μια ασχημιά στο Πεδίο του ’ρεως, κύριε Πρόεδρε", είπε ο πατέρας μου, που αν και παραιτημένος, δεν ξεχνούσε πως υπήρξε Δήμαρχος Αθηναίων.

-"Θα υποστούμε και την ασχημιά αυτή, κύριε Μπενάκη", αποκρίθηκε ο Βενιζέλος, "θα την υποστούμε για την ανατροφή του λαού, που πρέπει να μάθει την αξία της εκκλησιαστικής κατάρας όσο και της ευλογίας της, όταν γίνεται η εκκλησία όργανο πολιτικών παθών".

(Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα, Α΄, "Ελευθέριος Βενιζέλος", επιμέλεια Π. Α. Ζάννας, Ερμής, Αθήνα 1978, σ. 279-280).

(Ελευθεροτυπία, 9/4/2000)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -   ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ