ΜΠΑΛΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ


Η φανέλα μας είναι η ψυχή μας 

1.   2.   3.

 

Το σορτσάκι του Βουλγαροκτόνου

Η μυριόστομη (ποδοσφαιρική) ιαχή "κάψτε τα εθνικώς ύποπτα λήμματα των λεξικών", που κυριάρχησε τις περασμένες ημέρες, δεν ακύρωσε απλώς τη νηφάλια αντιμετώπιση του όποιου ζητήματος ανέκυψε με τους "Βούλγαρους" του καθηγητή Μπαμπινιώτη. Μετέφερε τη γλώσσα της κερκίδας στη συζήτηση περί των "πολιτικώς ορθών" λεξικογραφικών επιλογών, ανακηρύσσοντας μάλιστα σε καθ' ύλην αρμόδιους συνομιλητές τα αθλητικά σωματεία και τους πολιτικούς άνδρες που εκλέγονται με τις βορειοελλαδικές ψήφους. Στο κλίμα αυτό, η "επιστημονική" προσέγγιση απέδειξε για μία ακόμη φορά τις μειωμένες της αντοχές, όταν πρόκειται για θέματα που άπτονται των ευαίσθητων "εθνικών συμφερόντων".
Αυτοί, λοιπόν, που σήμερα αφρίζουν με τον πασίγνωστο χαρακτηρισμό "Βούλγαροι", ξέρουν πολύ καλά τι γίνεται κάθε Κυριακή στα γήπεδα. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς συμμετέχουν στο απίστευτο σεξιστικό και ρατσιστικό πανηγύρι που συνοδεύει τελετουργικά κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα ή, τουλάχιστον, έχουν αποδεχθεί ότι δεν γίνεται αλλιώς. Σε τι ωφελεί, επομένως, η αποσιώπηση μιας εμπειρίας που μοιράζονται οι δεκάδες χιλιάδες φίλαθλοι που γεμίζουν κάθε βδομάδα τις κερκίδες;
Το ερώτημα είναι προφανώς ρητορικό. Αντίστοιχη αναταραχή δεν επρόκειτο να προκληθεί ποτέ για τις λοιπές "αβρότητες" που ακούγονται συστηματικά από τις ομάδες των φιλάθλων και αφορούν για παράδειγμα τα θηλυκά μέλη της οικογένειας των αντιπάλων. Η κοινωνική ευαισθησία -και η συνεπαγόμενη ανάγκη εξορκισμού του κακού- αρχίζει και τελειώνει στα "εθνικά" θέματα, καθώς μόνο με αυτά μοιάζει να ιδρώνει το αφτί των ανησυχούντων. Εκτός αυτού, η αντίδραση μοιάζει ακόμη περισσότερο υποκριτική, εφόσον στην ουσία δεν προτείνεται η απαγόρευση της ίδιας της "ένοχης" πρακτικής, αλλά η ποινικοποίηση της "δημοσιοποίησής" της.
Σημείο των καιρών, θα είχε κανείς την τάση να υποθέσει, αντλώντας τα συμπεράσματά του από το ασφυκτικό κλίμα που δημιουργείται κάθε τόσο τα τελευταία χρόνια γύρω από τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα. Και ναι και όχι. Αν και βρίσκεται εσχάτως σε έξαρση, το φαινόμενο δεν ήταν άγνωστο και σε παλαιότερες εποχές. Το ίδιο και τα σχετικά συνθήματα, τα οποία ψευδώς αντιμετωπίζονται ως απότοκα της σημερινής συγκυρίας. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην περιβόητη έκθεση της της ΥΠΕΑ του 1982 με τίτλο "Επιβουλή κατά της Μακεδονίας" για να δούμε ότι "το 1981, κατά τους διεξαχθέντας ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ των ομάδων ΠΑΟ-Πανσερραϊκού και Ολυμπιακού-Δόξα Δράμας, εκ μέρους πολλών φιλάθλων εκτοξεύτηκαν ορισμένες υβριστικές φράσεις αντεθνικού περιεχομένου (Βούλγαροι, Βούλγαροι), με αποτέλεσμα να προκληθούν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους του τύπου και των Δ.Σ. των εν λόγω Συλλόγων της Μακεδονίας" (περ. "Σχολιαστής", Σεπτ. 1989). "Το έχω εισπράξει κι εγώ (το "Βούλγαρος") ως οπαδός της Δόξας Δράμας το 1959 και το 1962", δήλωνε από την πλευρά του ο καθηγητής Ν. Βαγενάς στην "Καθημερινή" (26/5). Αλλά μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο. Το χαρακτηριστικό σχόλιο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο "Ταχυδρόμο Εδέσσης" στις 30 Ιουνίου 1929: "Φέρων βαρείαν την ήτταν της ποδοσφαιρικής ομάδος Ναούσης `Αθηνά' κατά την συνάντησιν μετά της ενταύθα τοιαύτης, του `Μ. Αλεξάνδρου', ο αθλητικός συνεργάτης της εφημερίδος `Λαού Ναούσης', τις οίδε πώς σκεπτόμενος και υπό ποίας ψυχολογικάς συνθήκας ευρεθείς, προσάπτει βαρείαν προς τους Εδεσσαίους μομφήν, ονομάζων αυτούς ούτε πολύ ούτε λίγο Βουλγάρους!"
Ας μην πάμε μακριά. Το γήπεδο συνιστά εμπόλεμο πεδίο και οι οπαδοί κάθε ομάδας, προκειμένου να κατασκευάσουν τη διαφορετικότητά τους από τον αντίπαλο, του αποδίδουν τα φαντασιακά χαρακτηριστικά (εθνικά, φυλετικά κ.λπ.) ενός πραγματικού "εχθρού". Μόνον έτσι μπορούν να τον μισήσουν και να δικαιολογήσουν την επιθυμία αφανισμού του. Η διαδικασία είναι απλή και συνιστά ένα μηχανισμό νομιμοποίησης του ακραίου ποδοσφαιρικού πάθους: Ο Εαυτός ορίζεται ως ο προφανής κάτοχος της υγιούς εθνικής ταυτότητας, ενώ ο Αλλος καταγγέλλεται ως "πράκτορας" ενός εκ προοιμίου μισητού ξένου έθνους. Τη βασική αυτή σύμβαση ακολουθούν, ως παρεπόμενά της, κάποιες επιμέρους συμπεριφορές που, όπως στον πόλεμο, έχουν στόχο τα ιερά και τα όσια του αντιπάλου: την τιμή (δηλαδή τις γυναίκες του) και τον ανδρισμό του.
Εξυπηρετώντας τις ανάγκες ενός πολεμικού παιχνιδιού, οι χλευαστικές ή/και υβριστικές εθνικές προσωνυμίες των ομάδων χρησιμοποιούνται μεταφορικά και είναι λάθος να εκλαμβάνονται ως κυριολεκτική αμφισβήτηση της ελληνικότητάς τους. Γι' αυτό και είναι τόσο ρευστές και προσαρμόσιμες, κάτι που δεν πρόσεξε ο καθ. Μπαμπινιώτης. Οι παίκτες και οι οπαδοί του ΠΑΟΚ, για παράδειγμα, δεν χαρακτηρίζονται πλέον μόνον "Βούλγαροι". "Γαμιέται ο ΠΑΟΚ και η Τουρκία", υποστηρίζουν τον τελευταίο καιρό οι αντίπαλοί τους, μαρτυρώντας ότι τα συνθήματα ξέρουν να προσαρμόζονται στη συγκυρία, χωρίς να χάνουν την κύρια στόχευσή τους: την πρόσληψη δηλαδή του Αλλου ως εχθρού.


Το "ψωμί" των νεοναζί

Πολύ πριν ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης εισπράξει την οργή των "Βουλγάρων" του ΠΑΟΚ, κάποιοι άλλοι είχαν ανακαλύψει τις αρετές του οργανωμένου σκληρού πυρήνα των οπαδών όχι μόνο της συγκεκριμένης ομάδας αλλά και πολλών άλλων. Ο λόγος για τους νεοναζί της "Χρυσής Αυγής", που εδώ κι αρκετούς μήνες έχουν εξηγήσει δημόσια πώς και γιατί θεωρούν τις "δυναμικές" κερκίδες σαν προνομιακό χώρο ζύμωσης και στρατολόγησης!
Η ευκαιρία δόθηκε από μία ανακοίνωση της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνδέσμων Φιλάθλων ΠΑΟΚ `Οι Βόρειοι'", την επαύριο της ανάληψης της Ολυμπιάδας του 2004 από την Αθήνα, στην οποία ανακυκλώνονται όλα τα κλισέ της εθνικής έξαρσης των τελευταίων χρόνων (από το "όνομα" μέχρι τα Ιμια) για να ακολουθήσει η γνωστή καταγγελία της "αθηναϊκής πόλης-κράτους". Ενθουσιασμένη, η χιτλερική εφημερίδα αναδημοσιεύει μεγάλο μέρος της ανακοίνωσης, κάτω από τον τίτλο "Φίλαθλοι και Εθνικισμός" ("Χρυσή Αυγή" 19/9/1997). Αμέσως μετά, ο υπεύθυνος νεολαίας της ναζιστικής οργάνωσης, Γιώργος Μάστορας, περνά στο ψητό: "Ενα τέτοιο κείμενο έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία όταν προέρχεται από τους οπαδούς μιας εκ των μεγαλυτέρων Ελληνικών Ομάδων, του ΠΑΟΚ. Οι οργανωμένοι φίλαθλοι της λαοφιλούς Θεσσαλονικιώτικης ομάδας `δεν μασάνε' τα λόγια τους. Λένε τα πράγματα με το όνομά τους εκφράζοντας ξεκάθαρες εθνικιστικές απόψεις γύρω από αρκετά θέματα και φυσικά δεν είναι οι μόνοι. Πριν από λίγες μέρες, σε ποδοσφαιρικό αγώνα του Αρη δεκάδες φίλαθλοί του χαιρετούσαν με δεξί χέρι υψωμένο, κάτι που άλλωστε αποτυπώθηκε και σε φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν την επομένη σε αθλητικές εφημερίδες. Το φαινόμενο της έντονης παρουσίας εθνικιστών φιλάθλων δεν περιορίζεται φυσικά σε καμιά περίπτωση σ' αυτές τις δύο ομάδες. Τόσο στις μεγάλες ομάδες των Αθηνών όσο και στις επαρχιακές ομάδες, υπάρχουν ισχυροί πυρήνες εθνικιστών οπαδών. Εχουμε διατυπώσει και στο παρελθόν την άποψή μας πως οι χώροι των αθλητικών συναντήσεων προσφέρονται για την προώθηση των εθνικιστικών θέσεων και ιδεωδών και φυσικά δεν θα μείνουμε άπραγοι στον συγκεκριμένο τομέα. Το θέμα αυτό έχει πολύ `ψωμί' για να το αφήσουμε ανεκμετάλλευτο"...

To όπιο του πατριώτη


Οι αθλητικές συναντήσεις που διακυβεύουν το κύρος ή την τιμή μιας συλλογικότητας (έθνος, πόλη, χωριό, οργάνωση, θεσμός, ομάδα, κλπ) προκαλούν σχεδόν σε κάθε περίπτωση φαινόμενα εθνικισμού, σοβινισμού και πατριωτισμού μεταξύ γειτόνων, αρκετά μαζικά. Η ταύτιση με τους πρωταγωνιστές οδηγεί σχεδόν πάντα στην πράξη σε εκδηλώσεις συγκινησιακής πόλωσης, μεροληψίας και εν τέλει αθλητικής αγωνιστικότητας που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε "υποστηρικτισμό". Πρόκειται γενικά για συλλογικές αδημονίες που προκαλούνται από τη νίκη πάνω σ' έναν αταβιστικό "εχθρό" (τη γειτονική ομάδα, το αντίπαλο έθνος, κλπ) ή από τη χειροτονία -με την ελπίδα της επιτυχίας- ενός τοπικού ή εθνικού ειδώλου. Το λαϊκό πανηγύρι, το ξεφάντωμα του μπετοναρισμένου πλήθους, της "αθλητικής αγέλης" για να επαναλάβουμε την υποβλητική έκφραση του Ελίας Κανέτι, των ενθουσιασμένων, εντυπωσιασμένων μαζών, των υπνωτισμένων ακόμη από τη "φλεγόμενη ατμόσφαιρα του σταδίου", οι αγελαίες συναθροίσεις οπαδών που κραυγάζουν και διακηρύσσουν την ένταξή τους σε εχθρικά στρατόπεδα επιστρατευμένα στον αθλητικό πόλεμο, τόσα σημάδια που δείχνουν καλά ότι η ανάγκη διάχυσης στο Ολο που ανέφερε ο Φρόιντ έχει τα ίδια αποτελέσματα με ένα ναρκωτικό.
Το αθλητικό ναρκωτικό λειτουργεί διαλυτικά για την κριτική συνείδηση. Οι συνδυασμένες επιπτώσεις της συσπείρωσης και της έξαψης που συναντάμε στα παραληρούντα πλήθη και τις συλλογικές εκστάσεις παράγουν όλα τα φαινόμενα, που έχουν επισημανθεί πολύ καλά μέχρι τώρα, των αθλητικών μαζών εν κινήσει.
Σεκταριστικός φανατισμός εναντίον του μισητού εχθρού, τυραννία της συμμετοχής σε μια "ορδή" (λέσχη, πατρίδα, ομάδα, κλπ), υπνωτιστικές τελετουργίες κατά τις μεγάλες θρησκευτικές τελετές του ολυμπισμού και του ποδοσφαίρου, όρεξη για δημόσια βία, συγκρούσεις και βιαιοπραγίες των "μανιακών της μπάλας", τελετουργίες καθορισμού των αποδιοπομπαίων θυμάτων (αγώνες μποξ, αυτοκινητοδρομίες ταχύτητας), πάθος μόλις απωθημένο για το αίμα, τις μονομαχίες, τις θανάσιμες αναμετρήσεις, τους ακραίους κινδύνους, υστερικός θαυμασμός των ηγετών, των βεντετών, των πρωταθλητών (οι άγιοι του αθλητισμού), τόσα και τόσα γεγονότα που δείχνουν ότι ο αθλητικός θεσμός παίζει το ρόλο ενός ιδεολογικού μηχανισμού ένταξης σε συστήματα πίστης (με τα συνακόλουθα φαινόμενα αποκλεισμού, αδιαλλαξίας και ταύτισης με τους θρυλικούς ήρωες που οροθετούν την ιστορία του αθλητικού μύθου) και πως η μαζική αθλητική πρακτική -με τα θεάματά της, τις σκηνοθεσίες της, τις μυστικιστικές χορογραφίες της, τα θέατρα μάχης και τα πεδία περιπετειών της- παίζει το ρόλο μιας βέβηλης θρησκείας (με τα δόγματά της, τους αρχιερείς της, τις ιερές εκκλησίες της, τη λειτουργία της, το ημερολόγιό της, τις θρησκευτικές εορτές της, τον παράδεισό της, τα αμαρτήματά της, τα κηρύγματά της). Οπως κάθε κατανάλωση ναρκωτικών ή λήψη παραισθησιογόνων, το αθλητικό όπιο ένα ντοπάρισμα με την πλήρη έννοια του όρου, το οποίο μεταφράζεται είτε σε κρίσεις έξαψης και κινητοποίησης, είτε σε συμπτώματα νάρκωσης, ύπνωσης της κριτικής συνείδησης, ευφορικής αναισθησίας και στη συνέχεια ψυχικής και σωματικής εξάρτησης. (...)
Η σύγχρονη ιστορία του διεθνούς ανταγωνιστικού αθλητισμού σημαδεύεται από αναρίθμητα γεγονότα, επεισόδια, καταστροφές, φασαρίες, ταραχές που αποκαλύπτουν πολύ καλά τη θανατηφόρα φύση του αθλητικού θεάματος. Τόσο στις εκβιομηχανισμένες καπιταλιστικές χώρες όσο και στις αφρικανικές ή τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι αθλητικές συναντήσεις είναι η ευκαιρία για τις ερεθισμένες -δηλαδή φανατισμένες- λαοθάλασσες να διακηρύξουν τη συλλογική τους ταυτότητα (αυτοεπιβεβαίωση) και την απόρριψη από μέρους τους, λιγότερο ή περισσότερο σαφή και συνειδητή, του Αλλου που αντιμετωπίζεται και θεωρείται σαν αντίπαλος (πάλη για την υπεροχή, ξενοφοβία, ρατσισμός, φυλετικός διαχωρισμός, εθνικιστικό μίσος, άγριοι ανταγωνισμοί μεταξύ γειτόνων). Σε όλα τα κράτη, οι αθλητικοί αγώνες επιτρέπουν στις κατεστημένες δυνάμεις, ιδιαίτερα στα αυταρχικά καθεστώτα και κυβερνήσεις, να επιβεβαιώσουν την κυριαρχία τους ενισχύοντας τον εθνικισμό και τους ιερούς πατριωτικούς δεσμούς.
Jean-Marie Brohm
("Les meutes sportives", σ. 283-284)

 



(Ελευθεροτυπία, 7/6/1998)

 

www.iospress.gr                                   ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  -  ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ