Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ


Ανθρωποι και σκουπίδια

1.  /  2.

 

Το ότι διώχνουνε τα τσιγγανόπουλα από τα σχολεία το γνωρίζαμε. τώρα μαθαίνουμε ότι τα διώχνουν κι απ' τα σκουπίδια. Τα ΜΑΤ επεμβαίνουν στη χωματερή της Αθήνας για να εμποδίσουν την περισυλλογή των ανακυκλώσιμων υλικών. Η υπόθεση ανακύκλωση έχει γίνει καθώς φαίνεται πολύ σοβαρή για να την εγκαταλείπουμε στα χέρια των πρώτων "οικολόγων".


Οικολόγοι της ανάγκης

Οσο πλησιάζεις τη χωματερή των Ανω Λιοσίων το τοπίο σε προετοιμάζει για το τελικό θέαμα. Γυμνοί βράχοι, δρόμοι κακοφτιαγμένοι, ερείπια κάθε λογής και χώροι συγκέντρωσης χρήσιμων απορριμμάτων. Τα φορτηγά και τα απορριμματοφόρα τρέχουν ιλιγγιωδώς. Οι οδηγοί γνωρίζουν καλά κάθε σπιθαμή της διαδρομής και προσπαθούν να ελαττώσουν όσο γίνεται το χρόνο παραμονής τους σ' αυτό το τυφλό σημείο του Λεκανοπέδιου. Πριν περάσεις την είσοδο της χωματερής, δεν είναι δυνατόν να εντοπίσεις την ακριβή της χωροθέτηση. Σε υποψιάζει μόνο το κοπάδι με τους αμέτρητους γλάρους που φέρνει συνεχώς κύκλους πάνω από ένα σημείο της περιοχής.
Ανάμεσα σε δυο φυσικούς λόφους υψώνεται το τεχνητό σκουπιδοβούνι. Από την πλαγιά του κατεβαίνει μια ομάδα τσιγγάνων -κυρίως γυναίκες και παιδιά- με μεγάλες σακούλες στην πλάτη. Δεν ακολουθούν το δρόμο, και μόλις μας βλέπουν κοντοστέκονται. Αποφεύγουν να μας πλησιάσουν. Περιμένουν να περάσουμε. Η δουλειά τους έχει τελειώσει. Εχουν γεμίσει τις σακούλες τους και πάνε τώρα να πουλήσουν την πραμάτια τους. Τα πόδια τους βυθίζονται στο μαλακό χώμα που μόλις σκεπάζει τις παλιές στρώσεις σκουπιδιών.
Δίπλα στο δρόμο ένα μικρό σκουρόχρωμο ποταμάκι με ανυπόφορη οσμή: ο αποστακτήρας της χωματερής. Ο απότομος δρόμος οδηγεί στην κορυφή του λόφου. Εδώ είναι στρωμένο το τελευταίο επίπεδο απορριμμάτων. Τα φορτηγά δεν σταματούν ούτε στιγμή να περνάνε δίπλα μας και να αδειάζουν το περιεχόμενό τους σε μικρούς λοφίσκους που περιμένουν τη σειρά τους να ισοπεδωθούν από τις μπουλντόζες. Από μακριά δεν διακρίνονται παρά μόνο οι οδηγοί των αυτοκινήτων και ένας "κουμανταδόρος", υπάλληλος της χωματερής που τους κατευθύνει. Πρέπει να πλησιάσεις πάρα πολύ και να κατανικήσεις τη λιποθυμική τάση που σου φέρνει η αβάστακτη μυρωδιά, για να αντιληφθείς ότι πάνω στους σωρούς των φρέσκων σκουπιδιών κάτι κινείται. Καμιά δεκαπενταριά αγόρια και κορίτσια, σκαρφαλωμένα πάνω στους σωρούς, γεμίζουν τις σακούλες τους με ό,τι τους μοιάζει χρήσιμο. Οι κινήσεις τους είναι βιαστικές. Πρέπει να προλάβουν να σώσουν ό,τι μπορούν, πριν φτάσει η μπουλντόζα.
Η σκηνή δεν είναι καινούρια. Από τότε που πρωτοδημιουργήθηκε η χωματερή, σε μια εποχή που η λέξη "ανακύκλωση" ήταν ακόμα εντελώς άγνωστη, οι απόκληροι της μεγαλούπολης αναζητούσαν στα σκουπίδια τους πεταμένους "θησαυρούς". Το καινούριο είναι ότι αυτή η δραστηριότητα είναι αυστηρά απαγορευμένη. Μόλις συγκεντρωθούν μερικές δεκάδες τσιγγάνοι, επεμβαίνουν τα ΜΑΤ για να τους απωθήσουν έξω από το χώρο της απόθεσης. "Δεν μας αφήνουν. Μας διώχνουν. Μας κυνηγάει η αστυνομία. Γιατί να μας κυνηγάει; Μεροκάματο δεν υπάρχει. Τι να κάνουμε οι κακόμοιροι;" Οι διαμαρτυρίες της μεσόκοπης τσιγγάνας καταλήγουν στο αφοπλιστικό επιχείρημα: "Μήπως προτιμάνε να πάμε να κλέψουμε; Ας μας βρουν μια δουλειά να πάμε να δουλέψουμε για να μην πηγαίνουμε στα σκουπίδια." Τα παιδιά ξεθαρρεύουν και πλησιάζουν κι αυτά: "Προχτές μας κυνηγούσαν μέχρι πάνω στο βουνό. Πείτε κι εσείς μια κουβέντα. Γιατί να μας κυνηγάνε;"
Ενα απορριμματοφόρο ετοιμάζεται να αδειάσει το φορτίο του και οι συνομιλητές μας τρέχουν να ξεδιαλέξουν το περιεχόμενό του. Εχουν το άγχος ότι μπορεί από στιγμή σε στιγμή να εμφανιστεί η αστυνομία. Μέχρι πριν από λίγο καιρό δεν τους πείραζαν. Ηταν εγκατεστημένοι σε δυο καταυλισμούς. Οι μισοί προς τον Ασπρόπυργο, και οι υπόλοιποι στο "κάμπινγκ" προς τα Ανω Λιόσια. Δεν θυμούνται πώς άρχισαν οι προστριβές με την αστυνομία. Εδώ και λίγες μέρες υπάρχει πλέον μόνιμη βάρδια δύο περιπολικών έτοιμων να επέμβουν. Το τελευταίο επεισόδιο προκλήθηκε όταν ένας οδηγός απορριμματοφόρου πάτησε τις σακούλες μιας ομάδας τσιγγάνων γεμάτες με το ανακυκλώσιμο υλικό. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τις είδε σαν απλές σακούλες με σκουπίδια, οι τσιγγάνοι όμως τον περικύκλωσαν για να του ζητήσουν το λόγο. Ακολούθησε επέμβαση της αστυνομίας. Οι τσιγγάνοι δίνουν τη δική τους εκδοχή για το επεισόδιο: "Επίτηδες τις πάτησε τις σακούλες μας. Θέλουν να μας διώξουν."
Το ερώτημα παραμένει. Ποια σκοπιμότητα κινητοποιεί ολόκληρο αστυνομικό μηχανισμό για να εμποδίσει τους τσιγγάνους να μαζέψουν λίγο γυαλί ή μερικές σακούλες με αλουμινένια τενεκεδάκια; Οι επίσημες δικαιολογίες είναι αντιφατικές. Οι εργαζόμενοι στη χωματερή υποστηρίζουν ότι οι τσιγγάνοι τους εμποδίζουν στη δουλειά τους. Οι πολιτικοί προϊστάμενοι της αστυνομίας αναφέρονται στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία που κρύβει η ανεξέλεγκτη ανακύκλωση. "Παίρνουν χαλασμένα τρόφιμα από τις χωματερές και τα πουλάνε στις λαϊκές", καταγγέλλει στη Βουλή η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, όσο κι αν δεν υπάρχει καμιά επίσημη επιβεβαίωση για κυκλοφορία τέτοιων ακατάλληλων προϊόντων.
Το ανθρωποκυνηγητό στις χωματερές παραμένει ανεξήγητο. Γνωρίζουμε ότι ξοδεύονται τεράστια ποσά για να οργανωθεί και να προπαγανδιστεί η ιδέα της ανακύκλωσης. Και την ίδια στιγμή μπαίνουν στο στόχαστρο οι πρώτοι διδάξαντες, εκείνοι που είναι έτοιμοι να ζουν μέσα στα σκουπίδια για να εξασφαλίσουν κάποιο ελάχιστο εισόδημα από την αξιοποίηση των πεταμένων υλικών. Η ανακύκλωση, προτού γίνει σύνθημα της μόδας και συνδυαστεί με μοντέρνους κάδους απορριμμάτων στις "καλές" συνοικίες, ήταν επιβεβλημένη από την ανέχεια στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Τα Ηνωμένα Εθνη υπολογίζουν ότι στις πόλεις του Τρίτου Κόσμου το 1-2% των κατοίκων ζουν αποκλειστικά από τη συλλογή και την πώληση απορριμμάτων. Εξίσου παγκόσμιο είναι όμως και το πρόσφατο φαινόμενο της παρεμπόδισης των ρακοσυλλεκτών και η απαγόρευση της παραδοσιακής αυτής ανακύκλωσης. Μόνο που αυτή η απαγόρευση είναι προνόμιο των "προηγμένων" χωρών.
Δεν είναι λοιπόν μόνο οι τσιγγάνοι της χωματερής στην Αθήνα που έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την αστυνομική καταστολή. Στη μητρόπολη του σκουπιδιού, τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια μια ιδιότυπη αστυνομική επιχείρηση με στόχο την ανακάλυψη και την "εξάρθρωση" των ομάδων ρακοσυλλεκτών που πληθαίνουν στις μεγαλουπόλεις. Ο λόγος είναι απλός. Οι τιμές των πρώτων υλών που προκύπτουν από την ανακύκλωση έχουν ανέβει εντυπωσιακά. Ενας τόνος εφημερίδες πουλιόταν 25 δολάρια στις αρχές του 1994, και έχει φτάσει σήμερα τα 200. Ενας τόνος αλουμίνιο ανέβηκε από 650 σε 1.100 δολάρια και ορισμένα πλαστικά από 160 σε 640. Ο τζίρος των επιχειρήσεων ανακύκλωσης φτάνει πλέον σε εκατομμύρια δολάρια. Τα έσοδα των δήμων πολλαπλασιάζονται. Δεν υπάρχει χώρος για απλούς ρακοσυλλέκτες. Θεσπίζονται λοιπόν νέοι νόμοι για τη δίωξή τους. Στην Καλιφόρνια λειτουργεί και ειδική τηλεφωνική γραμμή της αστυνομίας για τους πολίτες που θέλουν να καταδώσουν κάποιον ρακοσυλλέκτη. Προβλέπονται ποινές φυλάκισης έξι μηνών και πρόστιμο 1.000 δολαρίων.
Ακούγονται και στις ΗΠΑ τα ίδια στερεότυπα επιχειρήματα. Οτι οι ρακοσυλλέκτες δεν είναι πλέον απλοί άποροι αλλά ολόκληρες συμμορίες, ότι κινδυνεύει η υγεία των πολιτών, κ.ο.κ.. Οι αρμόδιοι φορείς δεν μπορούν ωστόσο να αρνηθούν την πραγματικότητα. "Είναι άστεγοι και άποροι", παραδέχεται ο επιθεωρητής ανακύκλωσης του Μπέβερλι Χιλς Τζόε Ντελάνι. "Ισως όμως αυτό που κάνουν δεν είναι το καλύτερο για όλους μας". Για ποιους άραγε;


Η τελευταία μάχη στο "Καπνοβούνι"


Μέχρι τα τέλη του περασμένου φθινοπώρου, ήταν το σύμβολο μιας πολωμένης κοινωνίας: ένα πραγματικό βουνό, ύψους δεκάδων αν όχι εκατοντάδων μέτρων, φτιαγμένο από αλλεπάλληλες στρώσεις σκουπιδιών κι απλωμένο σε έκταση 210 στρεμμάτων στη μέση μιας τριτοκοσμικής μεγαλούπολης. Στους πρόποδές του απλώνονταν οι κατοικίες 25.000 ανθρώπων που ζούσαν απ' αυτό - ανεβαίνοντας κάθε πρωί στα μονοπάτια του και ξεδιαλέγοντας κάθε υλικό που θα μπορούσε να πουληθεί στη βιομηχανία για ανακύκλωση. Οι κάτοικοι της Μείζονος Μανίλα το ονόμασαν `Καπνοβούνι' (Smokey Mountain) και τα διεθνή ΜΜΕ το τίμησαν δεόντως.
Επισκεφθήκαμε το Smokey Mountain το Μάιο του 1987, ύστερα από προτροπή μιας από τις οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας των Φιλιππίνων. Εμπειρία συγκλονιστική: χιλιάδες παράγκες από τενεκέ, κόντρα πλακέ, χαρτόκουτες κι άλλα "διαθέσιμα" υλικά, πνιγμένες στους καπνούς των φλεγόμενων σκουπιδιών και στα μαύρα ποτάμια που σχημάτιζαν τα σιχαμερά υγρά της χωματερής. Ανθρωποι πηγαινοέρχονταν ανάμεσά τους, άλλοι φορτωμένοι με σακιά ανακυκλώσιμων απορριμμάτων κι άλλοι αφοσιωμένοι σε κάποια από τις συνηθισμένες ασχολίες που ακολουθούν το μεροκάματο: μια συνοικία κατοικημένη αποκλειστικά σχεδόν από scavengers, ρακοσυλλέκτες. Συνολικά 3.500 οικογένειες, συγκεντρωμένες εκεί χρόνο με το χρόνο από το 1954 που εγκαινιάστηκε η χωματερή. Αλλοι έφτασαν κατευθείαν από την επαρχία, όπου η άνιση κατανομή της γης δεν τους άφηνε και πολλά περιθώρια για επιβίωση. Αλλοι είχαν περάσει ένα ενδιάμεσο στάδιο παραμονής σε κάποια άλλη περιοχή της Μανίλα, μέχρις ότου η πολύμηνη ανεργία τους έπεισε πως η μοναδική προοπτική περνούσε γι' αυτούς από το βουνό των σκουπιδιών. Στις στατιστικές του Υπουργείου Εργασίας έπαψαν έτσι να καταγράφονται ως άνεργοι - για το κράτος ήταν πλέον "ελεύθεροι επαγγελματίες". Η δουλειά τους πληρωνόταν με το κομμάτι: 10 σεντάβος (0,6 δρχ) το κονσερβοκούτι, άλλα τόσα το γυάλινο μπουκάλι, τα διπλά ο παλιοτενεκές. Ο ανταγωνισμός σκληρός και για ένα μεροκάματο της τάξης των 25 πίζος (162 δρχ), απαιτούνταν κάπου δώδεκα ώρες πάνω στο 'βουνό'· μια 24ωρη βάρδια μπορούσε να αποδώσει μέχρι και 40 πίζος. Η αναπνοή δύσκολη, το άσθμα και γενικότερα οι πνευμονικές παθήσεις να θερίζουν. Το 90% των παιδιών που μεγάλωσαν μέσα στα σκουπίδια δεν πήγε ποτέ του σχολείο · τα υπόλοιπα απορρίπτονταν στα γρήγορα, κι έτσι από τα επτά τους χρόνια μπορούσαν πια απερίσπαστα να πιάσουν κι αυτά δουλειά επί τόπου...
Πηγή ανεπιθύμητης δημοσιότητας, το Smokey Mountain ήταν ουσιαστικά προγραμμένο από τα τέλη της δεκατίας του'70. Εκτός από τις προπαγανδιστικές ανάγκες υπήρξαν βέβαια και άλλοι λόγοι που επέβαλλαν την εξάλειψη αυτής της "εθνικής ντροπής" από το κέντρο της φιλιππινέζικης πρωτεύουσας: καθώς η μεγαλούπολη επεκτεινόταν διαρκώς, ολόκληρη η φτωχογειτονιά του Τόντο (στην οποία είχε ενοφθαλμιστεί η χωματερή) προσφερόταν πλέον για "αναβαθμισμένες" χρήσεις γης και αλλεπάλληλα σχέδια καταστρώθηκαν για τη μετατροπή της σε ένα σύμπλεγμα μικροαστικών κατοικιών και γραφείων. Το όλο πρόγραμμα προϋπέθετε βέβαια την έξωση από την περιοχή όλων εκείνων που είχαν καταφύγει εκεί ακριβώς επειδή δε μπορούσαν να πληρώνουν οποιοδήποτε νοίκι. Οπως θα περίμενε κανείς, οι κάτοικοι της χωματερής είχαν εντελώς διαφορετική γνώμη για την προοπτική "αναβάθμισής" της. Το 1987, ένα 30% των scavengers και των οικογενειών τους ήταν ενταγμένοι σε τοπικές οργανώσεις που, εκτός από τη συγκρότηση ομάδων τροφοδοσίας και τη λειτουργία ενός αυτοσχέδιου σχολικού δικτύου για την αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού, διεκδικούσαν από τις αρχές τα στοιχειώδη: η όποια μετεγκατάστασή τους να γίνει μέσα στη Μανίλα και να συνοδεύεται από συγκεκριμένη προοπτική απασχόλησης.
Ο επίλογος γράφτηκε οχτώ χρόνια αργότερα. Η κυβέρνηση του Φιντέλ Ράμος έκλεισε τη χωματερή το 1992 και το φθινόπωρο του 1995 έστειλε τα συνεργεία κατεδάφισης να "καθαρίσουν" το χώρο από τις παράγκες των "αυθαίρετων" οικιστών. Χιλιάδες κάτοικοι ανέταξαν μια αποφασισμένη αλλά άνιση αντίσταση με σφεντόνες, πετροπόλεμο και μολότοφ. Οι αστυνομικοί που συνόδευαν τις μπουλντόζες άνοιξαν πυρ, σκοτώνοντας τον 40χρονο Ρικάρντο Βιλαροέντε και τραυματίζοντας μερικές δεκάδες άτομα. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατήγγειλαν ότι η έλλειψη ψυχραιμίας των αρχών οφειλόταν στη βιασύνη τους να ξεμπερδεύουν με την υπόθεση πριν από τη φετινή συνδιάσκεψη του Συμβουλίου Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας - Ειρηνικού (APEC), ενώ ο ίδιος ο Ράμος παραδέχθηκε ότι πρόθεσή του είναι "να δώσει στον κόσμο μια καλύτερη εικόνα για τη χώρα". Μάταιος κόπος: όπως πληροφορούμαστε από τηλεγράφημα του Γαλλικού Πρακτορείου (20/1/96), το `Καπνοβούνι' απλώς μετακόμισε στη νέα χωματερή της πρωτεύουσας των Φιλιππίνων - στο προάστιο Παγιάτας. Σπρωγμένοι από την ίδια πάντοτε φτώχεια, οι scavengers εξακολουθούν να βγάζουν 20 πίζος την ημέρα...

Ανάπτυξη της φτώχειας

Η Μανίλα δεν είναι η μοναδική μεγαλούπολη του Τρίτου Κόσμου που τρέφει με τα ανακυκλούμενα σκουπίδια της ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των απόκληρων της. Τις ίδιες σκηνές συναντάμε στο Μεξικό, την Ινδία, την Κίνα, την Αίγυπτο κι ένα σωρό άλλες χώρες που συνδυάζουν εκτεταμένες ζώνες φτώχειας με κάποιες εκδοχές βιομηχανικής ανάπτυξης. Ορισμένες φορές, αυτή η ανακύκλωση παίρνει πρωτότυπες κι αρκετά απρόσμενες μορφές: όπως λχ με τις ιερές αγελάδες της Καλκούτα, τα κόκαλα των οποίων βράζονται μετά θάνατον σε τεράστια καζάνια για να εξαχθεί το λίπος τους το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιείται από τη φωτογραφική βιομηχανία δυτικών χωρών για την κατασκευή φιλμ. Μπορούμε να φανταστούμε σχετικά εύκολα τις συνθήκες περισυλλογής του ανακυκλώσιμης πρώτης ύλης... Αλλού, όπως στο Κάιρο, το επάγγελμα έχει επεκταθεί πέραν των ορίων της χωματερής: όπως μας πληροφορεί το National Geografic (Απρ.1983), οι τοπικοί scavengers (ζαμπαλίν) διασχίζουν την πόλη με κάρα ξεδιαλέγοντας τα απορρίμματα στον ίδιο το χώρο παραγωγής τους. Η όλη διαδικασία έχει περιέλθει στον έλεγχο μιας ημιεπίσημης μαφίας και "οι ζαμπαλίν πληρώνουν μεσάζοντες των σκουπιδιών 
για το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ορισμένων διαδρομών, με τις περιοχές υψηλού εισοδήματος να συγκεντρώνουν τις περισσότερες προτιμήσεις". Εσωτερικοί μετανάστες, οι περισσότεροι ζαμπαλίν ανήκουν στη χριστιανική αίρεση των μονοφυσιτών (κόπτες) κι από το μέσο μουσουλμάνο κάτοικο της πόλης αντιμετωπίζονται με ανοιχτή περιφρόνηση. Οσο για τις αρχές, κύριο μέλημά τους είναι να επαγρυπνούν - με τις μπουλντόζες - έτσι ώστε η ζώνη των σκουπιδιών να μείνει αυστηρά περιχαρακωμένη.

(Ελευθεροτυπία, 16/6/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ