Στην Τιεν Ανμέν του 1996

1.  /  2.

 

Οι εξεγέρσεις - και οι ψευδαισθήσεις - του 1989 απέχουν πολύ πιά από τον τρέχοντα κυνισμό της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Στο Πεκίνο, την Καντόνα και την απέραντη κινεζική ενδοχώρα, οι αντιφρονούντες μπορούν πλέον να εξοντώνονται εν σιωπή. Ποιός ο λόγος άλλωστε να ενδιαφερθούν γι' αυτούς τα ευαίσθητα ΜΜΕ της Δύσης; Οι ηγεμόνες του Πεκίνου είναι γνωστοί εκσυγχρονιστές και στην πόρτα τους συνωθούνται πρόθυμοι κάθε λογής επενδυτές...


Ανθρώπινα δικαιώματα στην Αγρια Ανατολή

"Στόχος μας είναι η Δημοκρατία, όμως το κράτος θα πρέπει να διατηρήσει τη σταθερότητα" έλεγε το Φεβρουάριο του 1989 ο Ντένγκ Σιαοπίνγκ στον πρόεδρο (τότε) των ΗΠΑ, Τζόρτζ Μπούς. Λίγους μήνες αργότερα, ο ηγεμόνας της μεταμαοϊκής Κίνας βρισκόταν αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο αντιπολιτευτικό κίνημα στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Με πρωτοπορία τους φοιτητές, πάνω από ένα εκατομμύριο διαδηλωτές κατέβηκαν το Μάιο στους δρόμους του Πεκίνου ζητώντας τη θέσπιση ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου κι εκφράζοντας την οργή τους για την ογκούμενη διαφθορά της άρχουσας τάξης. Η εξέγερση απλώθηκε σε πολλές επαρχιακές πόλεις, αυτόνομα συνδικάτα συγκροτήθηκαν και μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας άρχισε να επικρατεί στην πιο πολυάνθρωπη χώρα του κόσμου. Η αναμέτρηση έληξε με την επιβολή στρατιωτικού νόμου, τη μαζική σφαγή εκατοντάδων διαδηλωτών απ' το στρατό και την εξαπόλυση ενός τρομερού ανθρωποκυνηγητού κατά των "στασιαστών" σ' ολόκληρη την Κίνα - με 4.000 "αντεπαναστάτες" συλληφθέντες επισήμως μέσα σε λίγες μέρες, 28 δημόσιες και πολύ περισσότερες κρυφές εκτελέσεις. Η εικόνα του ανθρώπου που σταματά με το σώμα του το τανκ θα κάνει το γύρο του κόσμου.
Επτά χρόνια μετά, η Κίνα δεν προσφέρεται πια για εντυπωσιακά ρεπορτάζ. Η απουσία θεαματικών γεγονότων αλλά και η σαφής επιλογή των ηγετών του Πεκίνου για ολοκληρωτική ενσωμάτωση της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας εξηγούν ίσως αυτή την αδιαφορία των ΜΜΕ: πώς μπορεί κανείς να καταγγείλει σαν "ολοκληρωτική κομμουνιστική δικτατορία" ένα καθεστώς που προσφέρει τις καλύτερες δυνατές ευκαιρίες στους ξένους επενδυτές κι αναπτύσσει θερμότατες σχέσεις με την αναπτυγμένη Δύση; Απομένουν έτσι μονάχα οι αδιόρθωτοι μη-κυβερνητικοί οργανισμοί οι ασχολούμενοι με τα ανθρώπινα δικαιώματα ανά την υφήλιο, με πρώτη και καλύτερη τη Διεθνή Αμνηστία, να καταγγέλλουν τη συνεχιζόμενη βασιλεία του τρόμου στη χώρα του Ντένγκ.

Εν αρχή είναι η πολιτική καταστολή. Τον Ιανουάριο του 1995, εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης ανέφερε ότι ο αριθμός των φυλακισμένων με βάση καταδίκες για "αντεπαναστατικά" αδικήματα ανερχόταν σε 2.678. Δώδεκα τέτοια πολιτικά εγκλήματα περιέχονται στον ισχύοντα Ποινικό Νόμο του 1979, με προβλεπόμενες κυρώσεις που κυμαίνονται μεταξύ στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και θανατικής ποινής · τα "δημοφιλέστερα" στις διωκτικές αρχές είναι η "σύσταση & καθοδήγηση αντεπαναστατικής ομάδας" και η "αντεπαναστατική προπαγάνδα & διέγερση". Ανεξάρτητα πάντως από την εγκυρότητα της προαναφερθείσας επίσημης στατιστικής, η Διεθνής Αμνηστία επισημαίνει πως ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων είναι στην πραγματικότητα αρκετά μεγαλύτερος: εκτός από τους καταδικασθέντες "αντεπαναστάτες" υπάρχουν επίσης "όσοι συνελήφθησαν για πολιτικούς λόγους αλλά έχουν καταδικαστεί με βάση διατάξεις του κοινού ποινικού δικαίου (όπως "χουλιγκανισμός", "διασάλευση της τάξης", "αρπαγή πυρομαχικών ή όπλων"), αυτοί που κρατούνται βάσει διαφόρων μορφών διοικητικής κράτησης χωρίς κατηγορία ή δίκη, καθώς κι εκείνοι που κρατούνται για μεγάλες περιόδους για ανάκριση ή περιμένοντας τη δίκη τους" ("China. Six years after Tienanmen", Ιουν.1995, σ.2). Το οπλοστάσιο των διωκτικών αρχών εμπλουτίστηκε επιπλέον τα τελευταία χρόνια με δυο ακόμα δρακόντεια νομοθετήματα. Το ένα είναι ο "Νόμος για την Προστασία της Κρατικής Ασφάλειας" του Φεβρουαρίου 1993, που στα "κλασικά" εγκλήματα της εσχάτης προδοσίας και κατασκοπείας προσθέτει κάθε άσκηση των ( τυπικά αναγνωρισμένων) ελευθεριών που "θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια". Το άλλο είναι ο "Νόμος περί Κρατικών Απορρήτων" που τιμωρεί τη διαρροή όχι μόνο στρατιωτικών και διπλωματικών μυστικών αλλά και απλών οικονομικών στοιχείων, ακόμη και "μυστικών των κομμάτων" ( διάβαζε ΚΚΚ) ή "άλλων πληροφοριών που θα μπορούσαν να βλάψουν την πολιτική εξουσία του κράτους" · το ανώτατο όριο των σχετικών ποινών αυξήθηκε το 1993 από 7χρονη φυλάκιση σε θάνατο. Το πανόραμα συμπληρώνει, τέλος, η εκτεταμένη προσφυγή των αρχών στην επιβολή διοικητικών ποινών ( συνήθως καταναγκαστικά έργα) χωρίς δίκη, με βάση μιά κυβερνητική απόφαση του 1957 που ανανεώνεται διαρκώς μετά το 1979. Σύμφωνα με το υπουργείο Κρατικής Ασφαλείας, 930. 000 άτομα συνελήφθησαν το 1989 κι άλλα 902.000 το 1990 βάσει αυτών των διατάξεων για ανάκριση, που μπορεί να διαρκέσει μέχρι και 3 μήνες · περίπου ένα 10% των συλλαμβανόμενων αποδεικνύονται ένοχοι σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, ενώ 30-40% κρατούνται συνήθως και πέραν του προβλεπόμενου τριμήνου.
Γίνεται έτσι σαφές ότι η καθαρά πολιτική καταστολή δεν αποτελεί παρά την κορυφή του παγόβουνου της γενικότερης αυθαιρεσίας κι αγριότητας των διωκτικών αρχών στην "εκσυγχρονιζόμενη" Κίνα του Ντένγκ και των συνωθούμενων επίδοξων διαδόχων του. Ακόμα πιο δραματικές είναι οι επισημάνσεις της Διεθνούς Αμνηστίας για τις μεθόδους που επιστρατεύονται στην περίφημη εκστρατεία για την πάταξη της "κοινής" εγκληματικότητας - εκεί δηλαδή που αίρονται ακόμα και οι στοιχειωδέστερες εγγυήσεις, καθώς η υπόθεση των κάθε λογής κατηγορουμένων και υπόπτων δεν αφορά παρά μόνο τους ίδιους:
* τα βασανιστήρια αποτελούν ένα πολύ συνηθισμένο μέσο απόσπασης ομολογιών, συχνά με θανατηφόρα αποτελέσματα · δεκάδες περιπτώσεις τέτοιων θανάτων έχουν αναφερθεί τα τελευταία χρόνια στον τοπικό, κυρίως, κινεζικό τύπο. Παρόλο που η χρήση βίας κατά την ανακριτική διαδικασία απαγορεύεται από το νόμο ( 409 περιπτώσεις βασανισμού "ερευνήθηκαν" επίσημα το 1994), το γεγονός ότι η ομολογία του κρατουμένου αντιμετωπίζεται σαν μείζον αποδεικτικό στοιχείο από τα δικαστήρια, ενθαρρύνει αυτού του είδους τις "υπερβολές" των αστυνομικών οργάνων.
* η θανατική ποινή επιβάλλεται σε μαζική κλίμακα και για αδικήματα που εκτείνονται από την ανθρωποκτονία, την απαγωγή, τη διακίνηση ναρκωτικών και το δουλεμπόριο μέχρι τη δωροδοκία, τη χαρτοπαιξία, τη διγαμία, την πορνογραφία, τη φοροδιαφυγή ή τη μεταπώληση αποδείξεων καταβολής του ΦΠΑ... Η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε 2.783 θανατικές καταδίκες και 2.050 αναγγελθείσες εκτελέσεις μέσα στο 1994· για το πρώτο εξάμηνο του '95, οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 1865 και 1313. Οπως επισημαίνει η οργάνωση, συχνά πρόκειται για πολιτικές επιλογές σκλήρυνσης του νόμου ύστερα από την τοπική αύξηση κάποιου συγκεκριμένου τύπου εγκληματικότητας. Το ίδιο αδίκημα μπορεί έτσι να τιμωρείται στη μια επαρχία με θάνατο και στην άλλη με απλή φυλάκιση. Η ίδια η διαδικασία των εκτελέσεων συνιστά άλλωστε από μόνη της εξαιρετικά βάναυση μεταχείριση των καταδικασθέντων, που διαπομπεύονται σε δρόμους και στάδια πριν καταλήξουν με μια σφαίρα στο σβέρκο - συχνά μπροστά στο "παραδειγματιζόμενο" φιλοθεάμον κοινό. Πρακτική που φυσικά δεν αποδεικνύεται και τόσο αποτελεσματική απέναντι στο ζητούμενο, καθώς οι ρίζες για την αλματώδη αύξηση της εγκληματικότητας πρέπει να αναζητηθούν σε ένα χώρο υπεράνω πάσης έννομης υποψίας: την ίδια την κρατική πολιτική του οικονομικού ανοίγματος και της κραυγαλέας κοινωνικής ανισότητας...

Θατσερισμός αλά Κινεζικά

Σφοδρά θα πρέπει να απογοητεύτηκαν όλοι εκείνοι οι πολιτικοί αναλυτές που είχαν σπεύσει εν θερμώ να συνδέσουν τη σφαγή των διαδηλωτών της Τιεν Ανμέν με κάποια υποτιθέμενη επιστροφή της κινεζικής ηγεσίας στη "σκληροπυρηνική μαοϊκή γραμμή". Μπορεί οι ιθύνοντες της καταστολής να εμφανίστηκαν την επαύριο της 4ης Ιουνίου ντυμένοι στα χακί υπακούοντας σε μιά δύσκολα αναγνώσιμη από μάς σημειολογία, γρήγορα όμως έμελλε να αποδειχθεί ότι τα τανκς βγήκαν στους δρόμους όχι για τα ματαιώσουν αλλά για να επιβάλλουν ανεμπόδιστα τις μεταρρυθμίσεις προς την ολοσχερή ενσωμάτωση της Κίνας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Τον Οκτώβριο του 1992, το 14ο Συνέδριο του Κινεζικού ΚΚ επισφράγησε αυτή την πορεία θέτοντας επίσημα ως στόχο της κρατικής πολιτικής την οικοδόμηση του "σοσιαλισμού της αγοράς". "Χωρίς να ομολογείται", σημείωνε λίγους μήνες αργότερα ο Ρολάν Λιού στη Monde Diplomatique (4/1993), "εκείνο που επιδιώκεται είναι η αναπαραγωγή του μοντέλου της Ταϊβάν, όπου μια αντιδημοφιλής κυβέρνηση του Κουομιντάνγκ κρατά με σιδερένια πυγμή τα ηνία της εξουσίας, αφήνοντας ταυτόχρονα να αναπτυχθεί ένας ευημερών καπιταλισμός". Τα διεθνή ΜΜΕ θα χαιρετήσουν με ενθουσιασμό το γεγονός. Γκλαμουριάρικα και περισπούδαστα ρεπορτάζ θα αναλωθούν στην προβολή της νέας, χαρούμενης και καταναλωτικής Κίνας, που εξορκίζει πια τις εξισωτικές αυταπάτες του παρελθόντος. Οι επιπτώσεις αυτής της φανταχτερής αλλαγής στη ζωή των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων του πληθυσμού κατά κανόνα αποσιωπούνται.
Η πιο εντυπωσιακή συνέπεια των μεταρρυθμίσεων είναι η μαζική έξοδος του πλεονάζοντος αγροτικού δυναμικού προς τις πόλεις. Η υιοθέτηση των μηχανισμών της αγοράς στην αγροτική οικονομία είχε προβληθεί σαν το κατεξοχήν επίτευγμα της πολιτικής του Ντένγκ μετά το 1978, όμως η ανεπάρκεια της γης, η δραματική αύξηση του κόστους των μέσων παραγωγής μετά την απελευθέρωση των τιμών το 1989 και η αυξανόμενη ψαλίδα των εισοδημάτων ανάμεσα στην πόλη και το χωριό έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός "περισσευούμενου" πληθυσμού που ωθείται στη φυγή από τα χωριά του. Τριάντα εκατομμύρια το 1986, οι εσωτερικοί μετανάστες φτάνουν σήμερα τα 150.000.000 και μέχρι το 2.000 αναμένεται να έχουν ξεπεράσει τα διακόσια. Το καθεστώς αυτών των εσωτερικών μεταναστών θυμίζει έντονα τους Αλβανούς της Ελλάδας: στοιβαγμένοι σε άθλιους ξενώνες, συμπιέζοντας απίθανα τις προσωπικές τους δαπάνες για να στείλουν τις αποταμιεύσεις τους στην "πατρίδα", ζουν μονίμως με το φόβο του χωροφύλακα που θα ελέγξει τα χαρτιά τους ή θα τους συλλάβει ως ύποπτους για το πρώτο τυχαίο έγκλημα της περιοχής του. Οι αρχές κρατούν αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στο φαινόμενο - απ' τη μια το θεωρούν δείκτη επιτυχίας των μεταρρυθμίσεων, από την άλλη εντείνουν τις προσπάθειες ελέγχου. Οι "άδειες παραμονής" στα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα χορηγούνται συνήθως με το σταγονόμετρο.
Οσον αφορά τους "κανονικούς" εργαζόμενους των πόλεων, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Τεχνοκράτες και μέσα ενημέρωσης προπαγανδίζουν την επερχόμενη σαρωτική μεταρρύθμιση που "θα στρώσει τους εργάτες στη δουλειά" και "θα νοικοκυρέψει τα δημόσια ταμεία". Η συνταγή είναι γνωστή: περικοπές των κοινωνικών παροχών και μαζικές απολύσεις. Το σύστημα της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης πρόκειται να αναμορφωθεί πλήρως μέχρι το 2.000, με στόχο τη "μείωση των υπερβολών" και την "αυξανόμενη μετακύλιση του κόστους θεραπείας στους ασθενείς" (ΑΡ 19/4/96). Στις 18 Απριλίου ο υπουργός Εργασίας Τζου Τζιαντζέν εξήγγειλε την υιοθέτηση "μηχανισμών της αγοράς" για τον περιορισμό των "υπερβολικών" μισθολογικών αυξήσεων στον κρατικό τομέα · λίγο μετά, η China Daily ανακοίνωσε (2/5/96) ότι μέχρι το τέλος της χρονιάς θα έχει καταργηθεί ολοκληρωτικά η μονιμότητα των εργαζομένων στο δημόσιο, το 80% των οποίων έχει ήδη υποχρεωθεί να υπογράψει τις σχετικές συμβάσεις εργασίας. Ο αριθμός των προγραμματιζόμενων απολύσεων κυμαίνεται μεταξύ 20 και 30 εκατομμυρίων (Le Monde Diplomatique 3/1995), ο επίσημος αριθμός των ανέργων στις πόλεις φτάνει τα 5.200.000 (χωρίς τους "Αλβανούς") και πολλές κρατικές επιχειρήσεις έχουν ήδη απολύσει στην πράξη τους "πλεονάζοντες", αρνούμενες να καταβάλουν τους μισθούς τους. Το προβλεπόμενο πρόγραμμα κοινωνικής προστασίας των φτωχών των πόλεων (12.000.000 επισήμως) δε θ' αρχίσει πριν το 2.000, και τότε πάλι με ρέγουλα: "δε θέλουμε να τους εξασφαλίσουμε άνετη ζωή", δηλώνει ωμά ο υπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων Ντοτζί Τσερίνγκ (ΑΡ 29/4/96) "για να μην τους αποτρέψουμε από τη σκληρή δουλειά"...
Απέναντι σ' αυτή την επέλαση του "σταλινικού θατσερισμού" δεν απομένει παρά η αντίσταση των απειλούμενων. Αντίσταση κατακερματισμένη, "συντεχνιακή", που συχνά παίρνει απρόσμενα βίαιες μορφές. Τα ίδια τα επίσημα στοιχεία για το 1993 αναφέρουν 6.200 "κρούσματα" αγροτικής αναταραχής (με πυρπολήσεις κρατικών κτιρίων, 8.200 θύματα από την πλευρά των διαδηλωτών και 385 νεκρούς αστυνομικούς & στρατιωτικούς) και 12.000 εργατικές κινητοποιήσεις, οι 2.500 βίαιες ( καταλήψεις εργοστασίων, καταστροφές κτιρίων, κατακράτηση ή φόνοι στελεχών), τάση που εντείνεται τα επόμενα χρόνια. Ο Ντένγκ δεν επικαλείται καθόλου τυχαία την ανάγκη μιας "σιδερένιας γροθιάς"...


Η Γιουγκοσλαβία του μέλλοντος;

Οι αναγνώστες μας ίσως θα θυμούνται ότι, ως επιχείρημα για τη σφαγή της Τιεν Ανμέν, οι ιθύνοντες του Πεκίνου επιστράτευσαν την ανάγκη προστασίας όχι του κοινωνικού καθεστώτος αλλά της εθνικής συνοχής: "Αν χάσουμε χρόνο και δε συντρίψουμε χωρίς αδυναμία αυτή την αναταρραχή", δήλωνε ο Ντένγκ Σιαοπίνγκ στη σχετική εισήγησή του (25/4/1989), "θα επικρατήσει το χάος, μετατρέποντας μια Κίνα με λαμπρό μέλλον σε μια Κίνα δίχως ελπίδα. Μονάχα αν η Κίνα αναπτυχθεί θα τη σέβονται πραγματικά".
Επτά χρόνια αργότερα, η πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση μπορεί να έχει καταδικαστεί στη σιωπή, όμως οι φυγόκεντρες τάσεις ενισχύονται - αυτή τη φορά ως αποτέλεσμα της "εκσυγχρονιστικής" οικονομικής πολιτικής των νικητών του '89. Ολο και περισσότερο βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δυό διαφορετικές Κίνες, με αντίθετες δυνατότητες και προοπτικές. Δεν πρόκειται για την παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στα πεδινά παράλια (40% της συνολικής έκτασης της χώρας) όπου κατοικεί το 92% της πλειοψηφούσας εθνότητας των Χαν και την άγονη ενδοχώρα στην οποία πλειοψηφούν οι 55 εθνικές μειονότητες της επικράτειας ( θιβετιανοί, μογγόλοι, τάϊ, τουρκικά φύλα). Η νέα αντίθεση αφορά την αναπτυσσόμενη διαφοροποίηση ανάμεσα σε δυο διακριτούς κοινωνικοοικονομικούς χώρους της ίδιας της πλεοψηφούσας εθνότητας: τα αναπτυσσόμενα νοτιοανατολικά παράλια από τη Σαγκάη μέχρι την Καντόνα αφενός, τον "κρατικοδίαιτο" βορρά του Πεκίνου και της Ματζουρίας αφετέρου. Ηδη, οι πιο υποψιασμένοι από τους δυτικούς παρατηρητές αρχίζουν να προειδοποιούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της φυγόκεντρης τάσης πάνω στην πολιτική συνοχή της χώρας.
Υπερβολές; Το γλωσσοπολιτισμικό υπόβαθρο για τη μελλοντική διάσπαση της Κίνας σε βορρά και νότο υπάρχει - τα μανταρίν του Πεκίνου και τα καντονέζικα είναι αμοιβαία ακατάληπτα, η δε μεταξύ τους επικοινωνία επιτυγχάνεται χάρη στο ενιαίο σύστημα γραφής. Οσο για την ιδεολογική νομιμοποίηση της ρήξης, ήδη παρατηρείται στο νότο μια τάση αναθεώρησης της κινεζικής ιστορίας υπέρ των μακραίωνων - κι ανοιχτών στις δυτικές επιρροές - τοπικών παραδόσεων...

(Ελευθεροτυπία, 2/6/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ