ΒΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Το αθέατο έγκλημα

1.  /  2.

 

Υπάρχουν λόγοι σοβαροί που οι γυναίκες διστάζουν να καταγγείλουν το βιασμό τους. Τις αποθαρρύνει ο βέβαιος κοινωνικός στιγματισμός, αλλά και ένα ποινικό σύστημα που πολύ συχνά αντιμετωπίζει τους δράστες με εξαιρετική "κατανόηση", ενώ για τα θύματα επιφυλάσσει τη μεγαλύτερη δυνατή δυσπιστία. Μια ανέκδοτη ακόμη έρευνα εξηγεί τους μηχανισμούς που διαιωνίζουν την ατιμωρησία των βιαστών στην Ελλάδα.


Οι μηχανισμοί της σιωπής

Ποιο είναι το στατιστικό πορτρέτο του έλληνα βιαστή και ποιο του θύματός του; Πότε και πού διαπράττεται συνήθως το έγκλημα του βιασμού; Και, κυρίως, γιατί οι γυναίκες αρνούνται τόσο συχνά να αναφέρουν το βιασμό τους στην αστυνομία; Η διδακτορική διατριβή του Αγγελου Τσιγκρή με τίτλο "Βιασμός: Θεωρητική και εμπειρική προσέγγιση των παραγόντων αναφοράς στην αστυνομία" που υποστηρίχθηκε προ ημερών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τομέας Εγκληματολογίας, επιβλέπων καθ. Αντώνης Μαγγανάς) συνιστά μια πολύτιμη συμβολή στη διερεύνηση των λόγων που εμποδίζουν τις γυναίκες (και) στην Ελλάδα να καταγγείλουν το βιαστή τους. Εξαιρετικά πρωτότυπη για τα ελληνικά επιστημονικά δεδομένα, η διατριβή του κ. Τσιγκρή ανατρέπει ένα προς ένα τα πανίσχυρα στερεότυπα που επηρεάζουν την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου εγκλήματος, αποδεικνύει την ισχύ ενός θεωρητικού μοντέλου εξήγησης της διαδικασίας μέσα από την οποία το θύμα ενός βιασμού αποφασίζει κατά πόσον θα αναφέρει το γεγονός στην αστυνομία και προτείνει τη χάραξη μιας πολιτικής που θα επιτρέψει την αύξηση των ποσοστών αναφοράς των βιασμών στις αρμόδιες αρχές.
Μοναδικό παράδειγμα εγκλήματος κατά το οποίο το θύμα αντιμετωπίζεται αρνητικά ή και εχθρικά από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ο βιασμός είναι επίσης το έγκλημα με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες ως προς την ποινική του εξέλιξη. Δεν πρόκειται μόνο για τον πασίγνωστο κοινωνικό στιγματισμό του θύματος του βιασμού, αλλά και για τους αλλεπάλληλους νέους "βιασμούς" που κινδυνεύει να υποστεί αν απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές. Πράγματι, το ποινικό σύστημα χαρακτηρίζεται από μια διάχυτη κουλτούρα "ανοχής του βιασμού", καθώς αστυνομικοί, εισαγγελείς και δικαστές επιδεικνύουν συχνά μια αδικαιολόγητη ανοχή προς το συγκεκριμένο έγκλημα και έχουν την τάση να ενοχοποιούν το θύμα και να "προστατεύουν" το βιαστή.
"O βιασμός είναι το μοναδικό ποινικό αδίκημα κατά το οποίο δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στη συμπεριφορά του θύματος και μικρότερη σε εκείνη του δράστη", υπογραμμίζει στην εργασία του ο Αγγελος Τσιγκρής. "Δεν εξετάζονται οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του δράστη κατά τη διάρκεια του βιασμού, αλλά οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του θύματος. Εξετάζεται λεπτομερειακά το σεξουαλικό και ποινικό παρελθόν του θύματος και ακροθιγώς του δράστη. Αν το θύμα αντιστάθηκε σθεναρά στη σεξουαλική επίθεση, θα πρέπει να υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. σοβαρός τραυματισμός του). Ο βιασμός είναι το μοναδικό έγκλημα που ο δράστης παίζει το δεύτερο ρόλο στην ποινική αντιμετώπισή του, ενώ τον τραγικό ρόλο του πρωταγωνιστή υποδύεται το θύμα που αντιμετωπίζεται ως υπεύθυνο για τη μοίρα του. Είναι το μοναδικό έγκλημα όπου υπάρχει τόση δυσπιστία απέναντι στην κατάθεση και τις μαρτυρίες των θυμάτων. Οπου υπάρχουν οι περισσότερες μη αναφερόμενες στην αστυνομία υποθέσεις. Οπου υπάρχουν οι περισσότερες υποθέσεις που μπαίνουν στο αρχείο, λόγω έλλειψης στοιχείων για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Είναι το έγκλημα με τις λιγότερες καταδίκες, γιατί σ' ένα μεγάλο ποσοστό παύει οριστικά η ποινική δίωξη ύστερα από αίτηση του θύματος και γιατί πολλές φορές ο δράστης καταδικάζεται για άλλα εγκλήματα και όχι για το κύριο, που είναι ο βιασμός. Τέλος, είναι το μοναδικό έγκλημα που η ετυμηγορία του δικαστηρίου στηρίζεται λιγότερο σε θέματα που αφορούν στο παρελθόν, στην προσωπικότητα και στη συμπεριφορά του δράστη και περισσότερο σε θέματα που αφορούν στο θύμα".
Η εμπειρική προσέγγιση του θέματος που επιχειρείται στην εργασία του Α. Τσιγκρή, αποτελώντας και τη βασική της πρωτοτυπία, στηρίχθηκε στο συνδυασμό στοιχείων από τρεις διαφορετικές πηγές: ερωτηματολόγιο θυματολογικού περιεχομένου που απαντήθηκε από χίλιες φοιτήτριες ελληνικού πανεπιστημίου, 312 δικαστικές αποφάσεις βιασμού που εκδόθηκαν από τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια της περιφέρειας του Εφετείου της Αθήνας κατά το διάστημα 1980-1993 και 230 σηματικές αναφορές βιασμού του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, στις οποίες περιλαμβάνονται υποθέσεις βιασμού που αναφέρθηκαν στην αστυνομία το 1993.
Η επεξεργασία των στοιχείων αυτών απέδειξε την ισχύ ενός μοντέλου που περιγράφει τη διαδικασία μέσω της οποίας το θύμα του βιασμού αποφασίζει να αναφέρει το έγκλημα στην αστυνομία: Σε ένα πρώτο στάδιο το θύμα καλείται να ορίσει τη σεξουαλική επίθεση που υπέστη ως βιασμό, στο δεύτερο να προσδιορίσει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και στο τρίτο να επιλέξει κατά πόσον θα αναφέρει το έγκλημα στις αρχές. Ο καθοριστικότερος παράγοντας για τον ορισμό της επίθεσης ως βιασμού από το θύμα είναι η επίδραση των ατόμων του στενού οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος του θύματος. Τα αποτελέσματα της έρευνας του Α. Τσιγκρή δείχνουν ότι είναι πιθανότερο να οριστούν βιασμοί τα τετελεσμένα εγκλήματα (και όχι οι απόπειρες), οι επιθέσεις που περιλαμβάνουν βίαιη εξώγαμη κατά φύση συνουσία (και όχι οι ασελγείς πράξεις), οι επιθέσεις από περισσότερους από ένα δράστες, οι επιθέσεις από έναν απολύτως άγνωστο δράστη και οι επιθέσεις μετά τις οποίες το θύμα βιώνει έντονα συναισθήματα ταπείνωσης, οργής και αηδίας.
Η επίδραση του περιβάλλοντος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας και για το χαρακτηρισμό του βιασμού ως ιδιαίτερα σοβαρού περιστατικού κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας. Και πάλι, ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα είναι πιθανότερο να χαρακτηριστούν οι τετελεσμένοι βιασμοί, οι επιθέσεις που περιλαμβάνουν βίαιη εξώγαμη συνουσία, οι επιθέσεις από περισσότερους δράστες, εκείνες κατά τις οποίες απειλήθηκε η ζωή του θύματος, που συνδυάζονται με απαγωγή, που ο δράστης χρησιμοποίησε όπλο, καθώς και οι επιθέσεις κατά τις οποίες το θύμα υπέστη σοβαρό σωματικό τραυματισμό ή βιώνει έντονα συναισθήματα ταπείνωσης και οργής.
Η κοινωνική επιρροή είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας και στο τρίτο στάδιο, κατά το οποίο το θύμα θα αποφασίσει την αναφορά του εγκλήματος. Τα αποτελέσματα της έρευνας αποδεικνύουν ότι οι προϋποθέσεις της αναφοράς είναι οι εξής: Το θύμα δεν πρέπει να βιώνει έντονους φόβους για μια ενδεχόμενη κοινωνική απόρριψή του. Δεν πρέπει να υπάρχουν δυνατότητες εξωποινικού συμβιβασμού με το δράστη. Τα θύματα πρέπει να κατοικούν ή να έχουν ζήσει για μεγάλο διάστημα σε αστικές περιοχές και να είναι άγαμα.
Και μόνο από τις σύντομες αυτές νύξεις, που ασφαλώς αδικούν τον πλούτο των πορισμάτων της έρευνας του Α. Τσιγκρή, προκύπτει ότι οι κοινωνικές αγκυλώσεις είναι σε μέγιστο βαθμό υπεύθυνες για τον τεράστιο σκοτεινό αριθμό της συγκεκριμένης εγκληματικότητας. Αλλωστε ο ορισμός του βιασμού στις συλλογικές αναπαραστάσεις έχει αποδειχθεί στενότερος από τον νομικό του ορισμό, ενώ οι κυρίαρχες σχετικές αντιλήψεις εμφανίζονται προσκολλημένες σε προκαταλήψεις που διαψεύδονται από τα πραγματικά στατιστικά δεδομένα: Οι γυναίκες που υφίστανται βιασμό ανήκουν σε πολλές ηλικιακές και κοινωνικές κατηγορίες, οι βιασμοί δεν διαπράττονται μόνο τις βραδινές ώρες και σε ερημικές τοποθεσίες και οι δράστες πολύ συχνά δεν αντιστοιχούν στο τρέχον στερεότυπο που περιγράφει το βιαστή ως άτομο άγνωστο στο θύμα, νεαρό, άνεργο και με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.

Δεκαέξι μύθοι για ένα έγκλημα

Δεν είναι μόνο τα κυρίαρχα στερεότυπα για τα δύο φύλα που εμπλέκονται κατά τον πλέον άμεσο -και επώδυνο για τις γυναίκες- τρόπο στην αστυνομική και ποινική αντιμετώπιση του εγκλήματος του βιασμού. Γύρω από το συγκεκριμένο έγκλημα έχει δημιουργηθεί μια μυθολογία που επηρεάζει συστηματικά τις σχετικές συλλογικές αντιλήψεις, καθώς αναπαράγεται σχεδόν καθημερινά από τα μέσα ενημέρωσης και "επικυρώνεται" πολύ συχνά από τους αρμοδίους. Αναλύοντας την πανίσχυρη αυτή μυθολογία, ο Αγγελος Τσιγκρής εντοπίζει -και καταρρίπτει- τους δεκαέξι επιμέρους μύθους που τη συγκροτούν. Ας τον παρακολουθήσουμε:
1. Ο μύθος του γυναικείου μαζοχισμού. Η απλουστευτική μεταφορά ψυχαναλυτικών θεωριών που συνέδεσαν το μαζοχισμό με τη "γυναικεία φύση" οδήγησε στην εδραίωση της αντίληψης ότι οι γυναίκες επιθυμούν ενδόμυχα το βιασμό τους.
2. Ο μύθος της ισχυρής ανδρικής βιολογικής παρόρμησης. Ο μύθος αυτός εμφανίζει τους άνδρες ανίκανους από ένα σημείο και μετά να καταστείλουν τις σεξουαλικές τους ορμές και το βιασμό ως τη "νομοτελειακή" -αν όχι "φυσική"- εκτόνωση μιας επείγουσας βιολογικής ανάγκης.
3. Ο μύθος της ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας του μέσου βιαστή. Αντιμετωπίζοντας εκ προοιμίου κάθε βιαστή ως άτομο ψυχικά διαταραγμένο, ο μύθος συσκοτίζει την κοινωνική διάσταση του εγκλήματος και αγνοεί τα πορίσματα επιστημονικών ερευνών που απέδειξαν ότι ο βιαστής έχει συνήθως τα χαρακτηριστικά του μέσου "ευυπόληπτου" πολίτη.
4. Ο μύθος ότι βιασμός δεν μπορεί να διαπραχθεί χωρίς τη συναίνεση του θύματος. Η ευρεία αποδοχή αυτού του μύθου, σύμφωνα με τον οποίο μια νέα και υγιής γυναίκα μπορεί σε κάθε περίπτωση να αντισταθεί αποτελεσματικά στο βιαστή της, οδηγεί συχνά στη δεύτερη θυματοποίηση (ακόμη και στην αυτοενοχοποίηση) των θυμάτων.
5. Ο μύθος της πρόκλησης. Σύμφωνα με αυτόν, το θύμα ευθύνεται και το ίδιο για το βιασμό που υπέστη, καθώς η συμπεριφορά του "προκάλεσε" το βιαστή (ντύσιμο, οικειότητα κ.λπ.).
6. Ο μύθος της σπανιότητας των βιασμών. Πρόκειται για μια απολύτως λανθασμένη αντίληψη βασισμένη σε απατηλά στατιστικά μεγέθη: τα περιστατικά που αναφέρονται στις αρχές είναι ελάχιστα συγκρινόμενα με την πραγματική συχνότητα του εγκλήματος.
7. Ο μύθος ότι ο βιασμός είναι ένα μη προσχεδιασμένο έγκλημα. Τα ερευνητικά δεδομένα έχουν ανατρέψει και αυτόν τον συνήθη ισχυρισμό, ο οποίος συνδέεται στενά με το μύθο περί της ισχυρής ανδρικής βιολογικής παρόρμησης.
8. Οι μύθοι σχετικά με τη φυλετική ταυτότητα βιαστή και θύματος. Αμερικανικές έρευνες θεωρούν ανυπόστατες τις στερεοτυπικές απόψεις σύμφωνα με τις οποίες μια μαύρη γυναίκα δεν είναι δυνατό να βιαστεί από λευκό άνδρα ή ότι μια λευκή γυναίκα είναι αδύνατο να συναινέσει σε σεξουαλική επαφή με μαύρο άνδρα.
9. Ο μύθος ότι ο βιασμός είναι μια πράξη διεξόδου που οφείλεται στην έλλειψη "φυσιολογικών" σεξουαλικών σχέσεων. Κατά την άποψη αυτή, η αδυναμία μερίδας ανδρών να εξασφαλίσουν νόμιμη ερωτική διέξοδο τους οδηγεί να την απαιτήσουν με βίαιο τρόπο. Η υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται από τα ερευνητικά δεδομένα, γεγονός που μαρτυρεί ότι το πρωταρχικό κίνητρο του βιασμού δεν είναι σεξουαλικό.
10. Ο μύθος ότι ο βιασμός είναι το αποτέλεσμα της δυσαναλογίας των φύλων μέσα σε μια κοινωνία. Πρόκειται για υπόθεση που ουδέποτε αποδείχθηκε ερευνητικά.
11. Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο η νομιμοποίηση της πορνείας αποτελεί παράγοντα μείωσης των βιασμών. Πίσω από την ευρύτατα διαδεδομένη αυτή αντίληψη κρύβεται η θέση ότι ο βιασμός έχει καθαρά σεξουαλικά κίνητρα. Η νομιμοποίηση ωστόσο της πορνείας δεν συνδυάζεται με τη μείωση των βιαστών και οι βιαστές δεν αποτελούν την καλύτερη πελατεία των οίκων ανοχής.
12. Ο μύθος ότι δράστης και θύμα είναι άτομα άγνωστα μεταξύ τους. Η άποψη σύμφωνα με την οποία είναι δύσκολο να βιαστεί μια γυναίκα από άτομο του περιβάλλοντός της έχει αποδειχθεί λανθασμένη από πολλές σχετικές έρευνες.
13. Ο μύθος ότι ο βιασμός είναι έγκλημα που προσιδιάζει στις χαμηλότερες κοινωνικό-οικονομικές τάξεις. Η υπερεκπροσώπηση των τάξεων αυτών στις αστυνομικές, δικαστικές και σωφρονιστικές στατιστικές οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για μια εγκληματικότητα περισσότερο ορατή στις αρχές, καθώς αντιστοιχεί στο κυρίαρχο στερεότυπο του εγκληματία (φτωχός, αμόρφωτος και νεαρός).
14. Ο μύθος ότι ο βιασμός διαπράττεται σε δημόσιες και ερημικές τοποθεσίες και όχι σε ιδιωτικούς χώρους. Εγκυρες έρευνες έχουν δείξει ότι η εικόνα του "τυχαίου εγκλήματος στο δρόμο" είναι λανθασμένη, καθώς και ότι μεγάλο ποσοστό των βιασμών διαπράττεται στο σπίτι του θύματος.
15. Ο μύθος ότι οι βιασμοί διαπράττονται συνήθως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι έρευνες αποδεικνύουν ότι το έγκλημα δεν παρουσιάζει ειδική έξαρση κάποια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου.
16. Ο μύθος ότι οι βιασμοί διαπράττονται συνήθως το βράδυ. Εχει αποδειχθεί ότι οι περισσότεροι βιασμοί γίνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας.


Υπάρχουν και νομοταγείς βιαστές

"Κι εδώ αναρωτιέται κανείς. Γιατί καθόμαστε να βάζουμε διάταξη για το βιασμό του συζύγου ή της συζύγου, ενώ έχουμε τόσα μεγάλα ζητήματα να τροποποιήσουμε; Ταιριάζει;". Δεν ταίριαζε. Και καθώς και οι λοιποί πατέρες του έθνους μοιράζονταν ασφαλώς την αδημονία του Κώστα Λουλέ, ειδικού αγορητή του ΚΚΕ, έσπευσαν στις 13.2.84 να κλείσουν το ασήμαντο κεφάλαιο και να προχωρήσουν στα σοβαρά: Παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις, ο συζυγικός βιασμός δεν επρόκειτο να ποινικοποιηθεί κατά την αναθεώρηση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που κατέληξε στην ψήφιση του νόμου 1419/1984.
Ουδείς θυμόταν πλέον ότι τόσο οι προτεινόμενες τότε ρυθμίσεις όσο και η εισηγητική έκθεση που τις συνόδευε περιλάμβαναν ειδική μνεία για τους βιασμούς που διαπράττονται στο πλαίσιο της οικογένειας. Στις καλένδες είχε ήδη σταλεί και το σχετικό υπόμνημα της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών και άλλων γυναικείων οργανώσεων και ομάδων προς τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Γ.Α.Μαγκάκη όπου, μεταξύ άλλων, υπογραμμιζόταν: "Θεωρούμε απαράδεκτο να μην υπάρχει διάταξη η οποία να προβλέπει την τιμωρία του συζυγικού βιασμού" (Φεβρουάριος 1984).
Οταν λοιπόν η ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου υιοθετούσε στις 10 Ιουνίου '86 έκθεση, στην οποία προτεινόταν η ποινικοποίηση του συζυγικού βιασμού, στην Ελλάδα το θέμα είχε μόλις κλείσει. Ο έλληνας νομοθέτης συνέχιζε να αναγνωρίζει το δικαίωμα του συζύγου στη σεξουαλική επαφή, ακόμη και με βίαιο τρόπο και χωρίς τη συγκατάθεση της συζύγου. Ετσι, στην Ελλάδα οι γυναίκες εξακολουθούν να θεωρούνται σεξουαλική ιδιοκτησία του συζύγου τους, ο οποίος έχει το νομικό δικαίωμα (μήπως και το "καθήκον";) να τους επιβάλλει τη θέλησή του. Πάντως η εμπειρία χωρών όπως η Δανία, η Γαλλία, ορισμένες αμερικανικές Πολιτείες και η Αυστραλία μαρτυρεί ήδη ότι η ποινικοποίηση του συζυγικού βιασμού αφαιρεί ένα είδος έμμεσου δικαιώματος στη σεξουαλική βία που προσφέρει στους άνδρες η θεσμική σχέση του γάμου. Ο συζυγικός βιασμός ποινικοποιήθηκε μόλις και στη Γερμανία.

(Ελευθεροτυπία, 26/5/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ