Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ


Η κάλτσα, η μάνα, η ηρωίδα

1.  /  2.

 

Τελικά δεν έχουμε πολυκαταλάβει ποιoς είναι ο ακριβής ρόλος των γυναικών στους μεγάλους εθνικούς ξεσηκωμούς. Η πολεμική προπαγάνδα μοιάζει περισσότερο σίγουρη: Να φροντίζουν από τα μετόπισθεν τα μαχόμενα αρσενικά, να ζαλώνονται πολεμοφόδια και να πολεμούν σαν λέαινες στην πρώτη γραμμή. Αρκεί η ειρήνη να τις επαναφέρει στη θέση που τις βρήκε ο πόλεμος. Πάντως στην φετινή 8η Μάρτη εκείνο που φαίνεται να απαιτεί το εθνικό συμφέρον από τις Ελληνίδες είναι να γεννούν περισσότερο μήπως και γλιτώσουν την τιμωρία του χακί.

Δεν δικαιούνται να έχουν άποψη για τον πόλεμο, αλλά η προπαγάνδα έχει γνώμη γι' αυτές.

Πίσω από τα μετόπισθεν

Μπορεί η πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση να υπήρξε σύντομη, ωστόσο πρόλαβε να βάλει τις γυναίκες της χώρας στη θέση τους. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η "ταπείνωση" που υπέστη το εθνικό φιλότιμο μεταφράστηκε σε ένα λεκτικό αντριλίκι που άφηνε ελάχιστα περιθώρια στους ψυχραιμότερους. Το έθνος εν κινδύνω επιστράτευε για μια ακόμη φορά τους όρχεις του διατρανώνοντας ότι μόνον οι ευνούχοι δεν έχουν τιμή και πατρίδα (π.χ. "Παρόν" 4.2.96). Αρκεί να θυμηθούμε το είδος της "κριτικής" που απευθύνθηκε προς την πρωθυπουργό της Τουρκίας από όλο το φάσμα του Τύπου για να πειστούμε ότι ο εθνικώς υπερήφανος τσαμπουκάς είχε κι αυτή τη φορά φύλο. Στη συζήτηση που ακολούθησε, οι γυναίκες -ακόμη και οι συνήθεις επισκέπτριες των τηλεοπτικών παραθύρων- θεωρήθηκαν περιττές. Και μόνο κάποιες "ανώνυμες Ελληνίδες" κατόρθωσαν να τρυπώσουν στα δελτία των οκτώμισι, εκείνες που, συμμετέχοντας στον πολεμικό παροξυσμό, δήλωναν έτοιμες να "στείλουν τα παιδιά τους στο μέτωπο". Αηδιασμένος με τους άνανδρους κυβερνήτες που θα έπρεπε να φορούν φουστάνια, αφού άφησαν μια χανούμισσα "να τους πάρει τα σώβρακα", ο εθνικός φαλλός αναζητούσε και πάλι τις δόξες που γνώρισε στα πεδία των συλλαλητηρίων για τη Μακεδονία.
Δεν είναι περίεργο: όποτε επαπειλείται ένας -πραγματικός ή φανταστικός- πόλεμος, οι πολίτες γένους θηλυκού εξαφανίζονται ως διά μαγείας από το προσκήνιο για να δώσουν τη θέση τους στα γυναικεία στερεότυπα που έχει ανάγκη η στρατιωτική προπαγάνδα. Οχι πως οι γυναίκες δεν συμμετέχουν πλέον με τους πιο διαφορετικούς τρόπους στη διεξαγωγή ενός πολέμου ή πως δεν υφίστανται κι αυτές τις επιπτώσεις του. Αλλά παρόλο που οι συρράξεις του εικοστού αιώνα απέδειξαν πόσο μυθική υπήρξε η παλιά διάκριση μεταξύ της φιλοπόλεμης ανδρικής και της ειρηνικής γυναικείας φύσης, τα εμπόλεμα καθεστώτα φρόντισαν πάντοτε να καλλιεργήσουν στο επίπεδο του προπαγανδιστικού τους λόγου τη διχοτομία μεταξύ ανδρισμού και θηλυκότητας, υπογραμμίζοντας ότι κάθε φύλο έχει τον δικό του τομέα δραστηριότητας: οι άνδρες το μέτωπο και τον πόλεμο, οι γυναίκες τα μετόπισθεν και την ειρήνη. Λες και η "φυσική" αυτή αντίθεση μεταξύ των δύο φύλων είναι εκείνη που διασφαλίζει την κοινωνική σταθερότητα και εγγυάται τη μεταπολεμική επιστροφή στην ομαλότητα.
Κάθε φορά, λοιπόν, που θα υπάρξει κάποιου τύπου πολεμικός αναβρασμός, οι επίσημοι ορισμοί της θηλυκότητας επανέρχονται δριμύτεροι, επαναφέροντας ρόλους, συμπεριφορές και πρότυπα που θεωρούσαμε λησμονημένα. Ποιος για παράδειγμα περίμενε ότι στον πόλεμο της πρώην Γουγκοσλαβίας οι γυναίκες θα μετατρέπονταν μαζικά σε "πολεμική λεία"; Και ποιος θα φανταζόταν ότι οι περιοδικές εθνικιστικές εξάρσεις που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα θα συνοδεύονταν από τις "μεταμοντέρνες" παραλλαγές των πιο αρχαϊκών αντιλήψεων για τα δύο φύλα και τα όρια της δράσης τους;
Ισως όμως δεν θα έπρεπε να νιώθουμε πια έκπληξη. Και η πιο πρόχειρη ματιά στις πολεμικές περιόδους των τελευταίων εκατό χρόνων θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για τους μηχανισμούς που επιστρατεύει κάθε φορά ο προπαγανδιστικός λόγος, επίσημος και ανεπίσημος, προκειμένου να καθορίσει τα θεμιτά πλαίσια της γυναικείας συμμετοχής στην πολεμική μηχανή. Από τη μάνα που αποχωρίζεται δακρυσμένη αλλά περήφανη το γιο που φεύγει για το μέτωπο έως τις κοπέλες που σκύβουν πάνω στην "κάλτσα του στρατιώτη" και από τις ζαλωμένες πυρομαχικά γυναίκες της Πίνδου έως τις λιγοστές ηρωίδες που θεωρήθηκαν άξιες να απασχολήσουν τη μεταπολεμική μυθολογία, οι κυρίαρχες γυναικείες εικόνες παραπέμπουν πάντοτε στους παραδοσιακούς γυναικείους ρόλους αδιαφορώντας για τις εμπειρίες των ίδιων των γυναικών που, πολύ συχνά, έζησαν τον πόλεμο ως πλήρη ανατροπή της ζωής τους τον καιρό της ειρήνης.
"Η Ηλέκτρα με συγκίνηση θα θυμάται το λόγο του σοβιετικού ναύτη που είπε ότι δε θα πρέπει να δουλεύουν οι κοπέλες σε βαριές δουλειές για να μη χάσει το κορμί τους τη γυναικεία γραμμή και χάρη", έγραφε πριν από χρόνια ο Βασίλης Μπαρτζιώτας για την Ηλέκτρα Αποστόλου, επιχειρώντας προφανώς να εξάρει τη "θηλυκή" πλευρά της ηρωίδας ("Ηλέκτρα. Αδελφή του κόμματός μας", 1981, σ. 97). Εξάλλου, αν οι "ήρωες πολεμούν σαν Ελληνες", οι ελάχιστες γυναίκες που έγιναν κατά καιρούς αποδεκτές ως φωτεινά πολεμικά παραδείγματα αγωνίστηκαν πάντοτε "σαν άντρες". Το σχήμα διευκόλυνε τη μεταπολεμική επιστροφή στα καθιερωμένα: Οι γυναίκες που μάχονται αποτελούν την εξαίρεση, μια θαυμαστή αλλά προσωρινή "ανωμαλία" της φυσικής τάξης των πραγμάτων.
Πράγματι, αν ο εθνικιστικός και ο μιλιταριστικός λόγος πλέκουν ακατάπαυστα το εγκώμιο μιας εξιδανικευμένης γυναικείας μορφής, τις γυναίκες με σάρκα και οστά τις θέλουν καθηλωμένες στα -κάπως διευρυμένα- οικιακά και μητρικά τους καθήκοντα. Στο κλίμα αυτό, ακόμη και οι πιο δειλές απόπειρες των ίδιων των γυναικών να παρεισφρήσουν στον δημόσιο χώρο τον καιρό του πολέμου αντιμετωπίστηκαν συχνά με το χλευασμό που αρμόζει σε κάθε "παρά φύση" απαίτηση. Αλλωστε η έμφαση στην εθνική ομοψυχία που χαρακτηρίζει τις πολεμικές περιόδους αποθαρρύνει πάντοτε τη διεκδίκηση "επιμέρους" δικαιωμάτων, χαρακτηρίζοντάς τα ως μικρόψυχα και εγωιστικά. Ετσι, όταν η "Ενωσις των Ελληνίδων", απολύτως εναρμονισμένη με την εθνική έξαψη της στιγμής αποφάσιζε να οργανώσει την αποστολή χειρουργείων και γυναικών νοσοκόμων στο μέτωπο του πολέμου του 1897, η αντίδραση ήταν άμεση και και ρητή: Τι χειρουργεία και πράσινα άλογα. Οι γυναίκες όφειλαν να κεντήσουν "μανδηλάκια διά τους εν Μακεδονία μέλλοντας να αγωνισθούν αδελφούς των". Ηταν βέβαια η πρώτη φορά. Τις επόμενες, ο προπαγανδιστικός λόγος θα ήξερε πολύ καλά να εκμεταλλευθεί τις πρωτοβουλίες των "καλών κυριών" που "παρήτησαν την χλιδήν και το ιοστέφανον άστυ και τρέχουν παντού όπου ακούγονται στεναγμοί των θυμάτων της Μεγάλης Ιδέας" ("Καιροί" 1.9.1913). Στους Βαλκανικούς Πολέμους, είχαν πλέον διαγραφεί τα επιτρεπτά όρια της γυναικείας συμμετοχής στους πολεμικούς αναβρασμούς: Φλόρενς Νάιτιγκεϊλ αλά ελληνικά στα μέτωπα, έρανοι, αλληλογραφία με τους στρατιώτες, πλεκτά και περίθαλψη των προσφύγων στα μετόπισθεν.
Η πραγματικότητα θα διέψευδε συχνά την ενιαία αυτή εικόνα της Ελληνίδας που εν καιρώ πολέμου εγκαταλείπει σπίτι και παιδιά για να μεταμορφωθεί σε μητέρα του έθνους. Η ανάκληση της Αννας Παπαδοπούλου, της περίφημης "Μάνας του Στρατιώτη", από το μικρασιατικό μέτωπο με την κατηγορία ότι ασκούσε βενιζελική προπαγάνδα, συνιστούσε έμμεση αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα της "εθνικής" ή "μητρικής" συμμετοχής στα πολεμικά έργα. Στο εξής, παρά την πάντοτε γενικευτική αναφορά στις ελληνίδες μάνες, συζύγους και αδελφές, οι γυναίκες θα συμμετείχαν και πολιτικά στους πατριωτικούς αναβρασμούς. Ετσι, η μαζική συμμετοχή των γυναικών στις εθνικές περιπέτειες του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και των χρόνων που τον ακολούθησαν, θα μετουσιωθεί στον προπαγανδιστικό λόγο σε ένα ειδικό "κεφάλαιο" εξαιρετικής λαμπρότητας ικανό όχι -όπως ίσως θα περίμενε κάποιος αφελής- να πείσει για τα δίκαια των γυναικών, αλλά κατάλληλο να χρησιμεύσει άμεσα και αποτελεσματικά στη βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας.
Ενώ λοιπόν την επαύριο του πολέμου κάθε πλευρά κατέληγε στις δικές της ηρωίδες και στη δική της εκδοχή για το ρόλο των γυναικών στην Αντίσταση, ο πρωθυπουργός Κ. Τσαλδάρης έστελνε στις ελληνικές πρεσβείες εμπιστευτική εγκύκλιο με θέμα τη συμμετοχή "της Ελληνίδος εις τον πόλεμον προς επικράτησιν της Δημοκρατικής Παρατάξεως" (16. 5. 1946). Στόχος της "να κατατοπισθή η ξένη κοινή γνώμη περί της δράσεως αυτής κατά τον πόλεμον. Η πληρεστέρα διαφώτισις των ξένων ανθρωπιστικών γυναικείων οργανώσεων θεωρούμεν ότι θα ηδύνατο να έχη ως αποτέλεσμα την εκ μέρους αυτών εκδήλωσιν θετικωτέρου ενδιαφέροντος διά τας κοινωνικάς ανάγκας της πατρίδος μας" (από το αρχείο του Φ. Δραγούμη). Στερημένες ακόμη και από το στοιχειώδες δικαίωμα της ψήφου, οι Ελληνίδες χρησιμοποιούνταν για πρώτη φορά τόσο επίσημα από την κυβερνητική προπαγάνδα. Ποιες όμως Ελληνίδες; Λίγο καιρό αργότερα, η επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο "Γυναίκα και Ειρήνη" (Παρίσι, Σεπτέμβριος 1947), Λίνα Τσαλδάρη θα έδινε ολόκληρη μάχη για να αφαιρεθεί ο λόγος από τις ελληνίδες κομμουνίστριες, τις γυναίκες που "επιδίωκαν να διαταράξουν την δια του γυναικείου παράγοντος στενωτέραν επαφήν των λαών" (Λ. Τσαλδάρη, "Εθνικαί, κοινωνικαί, πολιτικαί προσπάθειαι", 1967, τ. Α', σ. 155-159).


Οι γυναίκες του "εσωτερικού εχθρού" προδίδουν την πατρίδα και το φύλο τους.

Οι φανατισμένες ύαινες

Η μυθολογία που συνήθως καλλιεργεί η κυβερνητική προπαγάνδα γύρω από τη συμμετοχή των γυναικών στο στρατό του "εσωτερικού εχθρού" βασίζεται σε κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι διαθέτουν οι γυναίκες που προδίδουν την πατρίδα, την οικογένεια και εντέλει το φύλο τους, επειδή απλώς επέλεξαν το λανθασμένο στρατόπεδο. Από την εποχή της παρισινής Κομμούνας, οι γυναίκες του εγχώριου αντιπάλου κατηγορούνται από τα επισημότερα χείλη ως πόρνες διψασμένες για αίμα και λυσσασμένες για έρωτα. Από τον κανόνα δεν επρόκειτο να εξαιρεθούν οι γυναίκες που την εποχή του ελληνικού Εμφυλίου βρέθηκαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας.
Ας μην αναζητήσουμε αυτή την εικόνα της μαχήτριας αποκλειστικά σε απόψεις που βρίσκονταν στις άκρες του φάσματος. Εξωφρενικές διατυπώσεις που πίσω από την απερίφραστη αποστροφή κρύβουν κάποτε έναν κρυφό θαυμασμό θα συναντήσουμε και στις πιο "έγκυρες" φωνές της περιόδου. "Οπως διηγούνται όσοι τις γνώρισαν στη μάχη πρόκειται για φανατισμένες ύαινες", έγραφε ο χρονογράφος τότε του "Βήματος" Παύλος Παλαιολόγος. "Αι γυναίκες έδειξαν μαχητικότητα και ορμήν εν πολλοίς ανωτέραν των ανδρών", συμπλήρωνε ο "Ταχυδρόμος του Βόλου" στην ανταπόκρισή του από τη μάχη της Καρδίτσας.
Τον ίδιο καιρό, κάθε επίσημη ομιλία που απευθυνόταν προς τις Ελληνίδες, φροντίζοντας επιμελώς να ξεδιαλέγει την ήρα από το στάρι, διέκρινε την "εθνικώς ωφέλιμη" συμμετοχή των γυναικών στις βοηθητικές εργασίες των μετόπισθεν και τις ευυπόληπτες αντιστασιακές οργανώσεις από την "αντεθνική" δράση τους στις τρέχουσες πολεμικές επιχειρήσεις: "Οπως πάντα, έτσι και τώρα, η συμβολή των Ελληνίδων στον ιερόν μας αγώνα θα μείνη αξέχαστη", τόνιζε ο υπουργός Τύπου Μιχ. Αιλιανός στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του προς τις γυναίκες της χώρας που μεταδόθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1948 και ώρα 21.15 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Και συμπλήρωνε: "Στις συμμορίτισσες που ξέχασαν την αποστολή τους, το φύλο τους, και ζώσθηκαν τα φυσεκλίκια όχι για να υπερασπίσουνε την Θρησκεία, την Πατρίδα και την Οικογένεια, αλλά για σπείρουνε τον θάνατο, αντί να θερμάνουνε το σπέρμα της δημιουργίας, και ξερριζώνουν τα παιδιά από την αγκαλιά της Μάννας τους, οι γυναίκες της Ελλάδος απαντούνε με την εργασία, με την παραγωγή, με την περίθαλψι του παιδιού, ακόμη και του παιδιού του αντάρτη. Γιατί το παιδί δεν νοιώθει και δεν ευθύνεται για την αμαρτία των γονέων του".
Στο κλίμα αυτό, η δράση των γυναικών στον Δημοκρατικό Στρατό αποτέλεσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο των στρατιωτικών αναλύσεων της εποχής. Βασισμένες στα ίδια πάντοτε στερεότυπα, οι στρατιωτικές αυτές προσεγγίσεις του ζητήματος κατέφευγαν συχνά στις δοκιμασμένες από τη μεσοπολεμική περίοδο συκοφαντίες περί της υποτιθέμενης ερωτικής ασυδοσίας των κομμουνιστών προκειμένου να ερμηνεύσουν την πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα συμμετοχή των γυναικών στο στρατό του εχθρού. Παρόμοιες αναλύσεις θα συναντήσουμε και στα μεταγενέστερα σχετικά εγχειρίδια: "Αι εκ των αγροτών νεάνιδες και γυναίκες δεν διετίθεντο μόνον εις τας βοηθητικάς υπηρεσίας των κομμουνιστοσυμμοριτών ως νοσοκόμοι και μάγειροι, αλλά τινές εξ αυτών μετεβάλλοντο εις εξάλλους πολεμιστρίας, διαβιούσαι εις τα χαρακώματα με τους κομμουνιστοσυμμορίτας και μαχόμεναι μετ' αυτών μέχρις εσγάτων. Το κομμουνιστικόν δόγμα της κοινοκτημοσύνης είχε καλλιεργήσει τον ελεύθερον έρωτα, και ούτω αντιμετωπίζετο κατά τίνα τρόπον ο τομεύς της ψυχαγωγίας των κομμουνιστοσυμμοριτών, ιδία των μελών του κόμματος" (Αρχηγείον Στρατού/ΔΙΣ, "Ο ελληνικός στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946-1949). Η εκκαθάρισις της Ρούμελης και η πρώτη μάχη του Γράμμου", Αθήναι 1970, σ. 8).
Κάπως ψυχραιμότερο, το κλασικό έργο του Δημ. Ζαφειρόπουλου "Ο αντισυμμοριακός αγών, 1945-1949" επιχειρούσε από την πλευρά του να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν τους κομμουνιστές να χρησιμοποιήσουν μαζικά τις γυναίκες, αλλά και τις γυναίκες να "δράσουν με φανατισμόν μεγαλύτερον του ανδρικού". Αρχικά, τόνιζε ο υποστράτηγος, οι κομμουνιστές τοποθέτησαν τις γυναίκες σε υπηρεσίες βοηθητικές: οι γυναίκες έγιναν νοσοκόμες, τραυματιοφορείς, μάγειροι κ.λπ. Στη συνέχεια, ελλείψει ικανοποιητικού αριθμού ανδρών, αναγκάστηκαν να τις χρησιμοποιήσουν στις μάχιμες μονάδες, από όπου σύντομα απέσυραν εκείνες που δεν τα έβγαζαν πέρα με τις κακουχίες της πρώτης γραμμής. "Από την όλην παρακολούθησιν της μαχητρίας-γυναικός διεπιστώθη τόσον από της πλευράς του συμμοριτισμού όσον και των εθνικών δυνάμεων ότι επολέμησεν αύτη με τόλμην, πείσμα, αντοχήν και μαχητικότητα και ουδόλως υστέρησε του ανδρός", συμπλήρωνε ο Ζαφειρόπουλος. Και κατέληγε σε μια απρόβλεπτη ανατροπή: "Διαπιστούται συνεπώς ότι άι γυναίκες έχουν ωρισμένα βιολογικά πλεονεκτήματα έναντι του ανδρός, τα οποία τας καθιστούν ανθεκτικωτέρας εις τας κακουχίας και τον πόνον".
Στους αντίποδες του μύθου της "ύαινας", ο μύθος της γυναίκας-θύματος του κομμουνιστοσυμμοριτισμού ερχόταν να ολοκληρώσει την εικόνα. Σε προπαγανδιστικό φυλλάδιο της XI Μεραρχίας που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1948, η "μοίρα" τριών αθώων κοριτσιών που έπεσαν στα χέρια των κομμουνιστών χρησιμεύει για το φρονηματισμό των ομοφύλων τους: "Ηταν στην ΕΠΟΝ. Τους σήκωσαν τα μυαλά και βγήκαν τρεις στο βουνό. Νόμιζαν πως θα πάνε δακτυλογράφοι ή νοσοκόμες ή κάτι τέτοιο. Αλλά γελάστηκαν. Τις είχαν για ψυχαγωγία να πούμε. Η μία σκοτώθηκε από αεροπλάνα. Η άλλη μισοτρελάθηκε και δεν ξέρει πού είναι. Αυτήν, τη δεύτερη βραδιά την εβίασε ένας καπετάνιος. Επειτα την έδωσε σε ένα διμοιρίτη. Και πριν ένα μήνα την πήρε ο καπετάνιος ο Τσικ-Βασίλης. Τώρα την έδιωξε κι αυτός. ("Το τέλος ενός λιποτάκτου. Μια αληθινή ιστορία", σ. 18).
Στην ατμόσφαιρα αυτή, η επίσημη προπαγάνδα έχυνε κροκοδείλια δάκρυα για το δράμα "της βιαίως στρατολογηθείσης Ελληνίδος" και ζητούσε από τους άνδρες της Ελλάδας να δεχθούν στις εθνικές τους αγκάλες τις μετανοημένες "συμμορίτισσες" που, ό,τι κι αν υπέστη το σώμα τους, παρέμειναν ψυχικά αμόλυντες: "Πράγματι, έμεινεν αμόλυντος η ψυχή των, διότι, καίτοι πάσα αντίστασις να υποκύψουν εις το σύστημα της "ψυχαγωγίας" των συμμοριτών ετιμωρείτο με θάνατον, εν τούτοις πολλαί επροτίμησαν την αυτοκτονίαν παρά να υποκύψουν εις την μοίραν των". (Ζαφειρόπουλος, στο ίδιο).


Η αντάρτισσα-μοντέλο

Τον Αύγουστο του 1944, ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής φθάνει στη "Σχολή Αξιωματικών Σαράφη" της Ρεντίνας, όπου εκπαιδεύονταν και οι μετρημένες στα δάχτυλα ανθυπολοχαγίνες του ΕΛΑΣ. Ο φωτογράφος έρχεται με την εντολή να απαθανατίσει πρόσωπα νεαρών ανταρτισσών. Τα κορίτσια συγκεντρώνονται στο γραφείο της σχολής, όπου ένας ανώτερος αξιωματικός του ΕΛΑΣ τους παρουσιάζει τον καλλιτέχνη και στη συνέχεια όλοι μαζί κατευθύνονται σε κοντινή τοποθεσία κατάλληλη για τη φωτογράφηση.
Ο Μελετζής φωτογραφίζει τα κορίτσια όλα μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά. Κάποια στιγμή αρχίζει να εξετάζει προσεκτικά τα πρόσωπά τους. Προσπαθεί να διαλέξει το καταλληλότερο. Αλλάζει συνεχώς θέση και τις κοιτά από κάθε δυνατή γωνία. Τη σκηνή έχει διασώσει η Τιτίκα Παναγιωτίδου-Γκελντή, η μικρή ανθυπολοχαγίνα που τελικά επελέγη για να συμβολίσει το πρότυπο της ένοπλης αντάρτισσας: "Στο τέλος μας είπε. Θέλω να διαλέξω ανάμεσά σας μια κοπέλα που η φωτογραφία της θα φιγουράρει σε περιοδικά και εφημερίδες. Γι' αυτό θέλω να βρω ανάμεσά σας έναν αντιπροσωπευτικό τύπο. Η γυναίκα αντάρτισσα έγινε θρύλος. Πρέπει να τη δουν, να καταλάβουν όλοι το γενναίο αγώνα σας για την κατάχτηση των γυναικείων δικαιωμάτων. Ολοι διψούν να δουν φωτογραφίες. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, κορίτσια πως πρέπει να σας προσέξω πολύ για να βρω το κατάλληλο πρόσωπο, ένα τέλειο προφίλ."
Πώς δεν καταλάβαιναν... "Οι καρδιές μας άρχισαν να χτυπούνε δυνατά", ομολογεί η Τιτίκα. "Κατάβαθα καθεμιά από μας ήθελε να είναι αυτή ο ιδανικός τύπος που γύρευε τόσο επίμονα ο δύσκολος καλλιτέχνης. Και δεν είναι μικρό πράμα να μπεις στις εφημερίδες και τα περιοδικά". Η διαδικασία διήρκεσε περισσότερο από μισή ώρα. "Η αγωνία μας όλη αυτή την ώρα δεν παραβαλλόταν ούτε με την κατάληψη του πιο δύσκολου εχθρικού λόφου", συνεχίζει αφοπλιστικά η Τιτίκα. "Τελικά κατέληξε σε μένα (...). Δέχτηκα συγκινημένη και σιωπηλά την απόφασή του. Αυτός ήξερε! Και η φωτογραφία θα περνούσε τα σύνορα της αιωνιότητας!".
Μία από τις πάμπολλες πόζες της Τιτίκας έμελλε πράγματι να γίνει αφίσα, να στολίσει τις αίθουσες συνεδριάσεων και γραφείων, να δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, να κυκλοφορήσει στην κατεχόμενη Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Λίγο αργότερα, μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη περίμενε τη μικρή Τιτίκα: "Υστερα ένας άλλος ξεχωριστός καλλιτέχνης ζωγράφος, αυτή τη φορά ο Μεγαλίδης, με παρακάλεσε κι εκείνος να ποζάρω πλάι σ' έναν αντάρτη που τον ξεχώρισε για ένα του έργο". Η ζωγραφιά επρόκειτο να τοποθετηθεί στη μέση της πλατείας και αντίγραφά της θα στέλνονταν σε μεραρχίες και χωριά. ("Γνωριμία με τις αντάρτισσες", Σύγχρονη Εποχή, 1983, σ. 112-115).

(Ελευθεροτυπία, 10/3/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ