ΤΟ ΣΙΡΙΑΛ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ


Ο Τύπος πάει στον πόλεμο

1.  /  2.

 

Το μπαϊράκι στην Ιμια έφερε τη σημαία στο Καρντάκ ή το αντίστροφο; Και στις δύο περιπτώσεις τα λάβαρα τα ανέμιζαν οι τηλεσκηνοθέτες από τις δύο πλευρές του Αιγαίου. Οσο για τους στρατηγούς, αυτοί έσπευσαν για να μη χάσουν το πλάνο.

Το βαθύ κανάλι του μίσους

Δεν υπάρχουν και πολλές αμφιβολίες ότι οι τσαμπουκάδες στα βράχια Ιμια λίγο έλειψε να μας οδηγήσουν, έστω και κατά λάθος, σε μια αλληλοσφαγή δίχως τέλος με τους γείτονες. Πιστές στα στερεότυπά τους, οι δύο πλευρές επινοούν όλο και πιο πολύπλοκα σενάρια για το πώς φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού. Στο εξής οι (αναβαθμισμένες πλέον) ελληνοτουρκικές διαφορές θα οδηγήσουν τις δυο χώρες σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών και μισαλλοδοξίας και γρήγορα κανείς δεν θα θυμάται ότι το σπίρτο στο Αιγαίο το άναψαν οι πολέμαρχοι των ΜΜΕ - χωρίς, όπως φαίνεται, ειδικές εντολές από την πολιτικοστρατιωτική εξουσία.
Μέχρι τώρα γνωρίζαμε την κεντρικά κατευθυνόμενη "εθνική" δημοσιογραφία. Οι προερχόμενες από τα κρίσιμα υπουργεία πληροφορίες και απόψεις, βοηθούντων και των μυστικών κονδυλίων, έβγαιναν στο φως κατά κανόνα σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συντεταγμένης κρατικής ηγεσίας. Η κοινωνία δικαίως ζητούσε περισσότερη απόσταση των ΜΜΕ από την εξουσία, κριτική στάση και πάνω απ' όλα παρουσίαση όλων των παραμέτρων των "εθνικών θεμάτων". Για πολλούς λόγους τα πράγματα ακολούθησαν άλλη μοίρα. Η πρόσφατη κρίση των βραχονησίδων υπήρξε αποκαλυπτική: η κριτική πολλών ΜΜΕ έγινε τερατολογία, οι μύθοι παρουσιάστηκαν ως γεγονότα, ο χουλιγκανισμός αναδείχθηκε σε είδος δημοσιογραφικού σχολίου. Τα "εθνικά μας θέματα" ποδοπατήθηκαν από την κερδοσκοπική μανία ορισμένων εκδοτικών συγκροτημάτων και το φανατισμό των αγράμματων υπαλλήλων τους που ωστόσο κατάφεραν να σύρουν στο κατώφλι του ολέθρου κυβερνήσεις και στρατούς.

Τα περασμένα Χριστούγεννα το εμπορικό "Φιγκέτ Ακάτ" κάθισε πάνω σε έναν ύφαλο 3 μίλια από την Τουρκία. Ο καπετάνιος ζήτησε βοήθεια από τούρκικο ρυμουλκό, έγινε καυγαδάκι με τις ελληνικές αρχές διότι η προσάραξη έγινε επί ελληνικού εδάφους, και τελικά επείσθη να ρυμουλκηθεί από ελληνική εταιρεία -σε φτηνότερη μάλιστα τιμή- ως το Κιουλούκ. Στις 29.12 ο πρέσβης μας στην Αγκυρα πηγαίνει στο τουρκικό ΥΠΕΞ για τα καθιερωμένα διαβήματα (παραβιάσεις εναερίου χώρου και χωρικών υδάτων) και εκεί μαθαίνει ότι η Τουρκία θεωρεί κάποιο βράχο ονόματι Καρντάκ δικό της. Επρόκειτο για το βράχο πάνω στον οποίο είχε προσαράξει το γνωστό μας εμπορικό πλοίο. Μεταφέρει ο άνθρωπος στην Αθήνα τον τουρκικό ισχυρισμό και στις 10 Ιανουαρίου καλείται να επιδόσει στην Αγκυρα την ελληνική ρηματική διακοίνωση που ετοιμάστηκε από την κεντρική υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει Καρντάκ αλλά η ελληνική Ιμια. Καμιά Χουριέτ και κανένα φτηνό τούρκικο κανάλι δεν ασχολήθηκε τότε με την "πρόκληση της Ελλάδας". Η διαφορά για τις βραχονησίδες παρέμενε στα διπλωματικά γραφεία, ως τη στιγμή που κάποιοι τη διοχέτευσαν (αν και απόρρητη) στο ελληνικό δελτίο περιορισμένης κυκλοφορίας "Εμπιστευτικό Γράμμα". "Βαριά πρόκληση από την Τουρκία υφίσταται η χώρα μας στο κρίσιμο διάστημα των κορυφαίων πολιτικών μεταβολών στην Αθήνα και την Αγκυρα", γράφει το έντυπο στις 20.1, προσθέτοντας ότι "η ξαφνική έγερση ενός τέτοιου σοβαρού θέματος φαίνεται πως δικαιώνει την προ μηνός off the record πρόβλεψη του κ. Γερ. Αρσένη για τουρκική προβοκάτσια στο Αιγαίο". Πάλι καμιά Χουριέτ δεν αξιοποιεί την "προβοκάτσια". Την ευθύνη της κλιμάκωσης της "προβοκάτσιας" αναλαμβάνει με αποκλειστικό κινδυνολογικό του ρεπορτάζ ο ελληνοπρεπέστατος ΑΝΤΕΝΝΑ στη ζώνη υψηλής θεαματικότητας (ειδήσεις των 8:30, 24.1). Την επομένη όπως ήταν αναμενόμενο "σκάνε" και τα πρωτοσέλιδα στον εθνικόφρονα τύπο της αντιπολίτευσης: "Νησί μας θέλουν οι Τούρκοι, που ποντάρουν στην αδυναμία της κυβέρνησης", κραυγάζει η Απογευματινή, "Απειλούν με απόβαση οι Τούρκοι. Ζητούν νησάκι και οργανώνουν προβοκάτσια στη Θράκη", προσθέτει ο Αδέσμευτος Τύπος. Από το μεσημέρι τα ερτζιανά ξεσαλώνουν, την ίδια ώρα ο δήμαρχος Καλύμνου Δ. Διακομιχάλης μαζί με τον αστυνόμο Γ. Ριόλα υψώνουν τη σημαία μας και φωτογραφίζονται περήφανοι. Αργότερα, θα μάθουμε από τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο (MEGA, 6.2) ότι ο δήμαρχος κινήθηκε ύστερα από προτροπή κάποιας εθνικής υπηρεσίας και όχι της κυβέρνησης! Στο μεταξύ τα βραδινά "παράθυρα" γεμίζουν από πάσης φύσεως τουρκοφάγους που ανασύρονται από τη σαλαμούρα για να κηρύξουν τον πόλεμο και να ξεσκεπάσουν την "ενδοτική" κυβέρνηση Σημίτη.
Το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων και οι ανταποκριτές των άλλων τούρκικων Μέσων στην Αθήνα μεταφέρουν για πρώτη φορά την είδηση και το εδώ κλίμα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, μόλις το βράδυ της 25ης Ιανουαρίου. Αλλά, όπως μας βεβαιώνει ο Τάκης Μπερμπεράκης της Μιλιέτ "μέχρι να γίνει η απαράδεκτη ενέργεια των ανθρώπων της Χουριέτ με το ελικόπτερο το απόγευμα του Σαββάτου 27.1 -που ακολούθησαν παρόμοια αλλά ευτυχώς αποτυχημένη προσπάθεια της Μιλιέτ- κανένας δημοσιογράφος δεν ασχολήθηκε με τα βράχια. Ακόμα και κάτι μονόστηλα που στέλναμε από την Αθήνα, αναπαράγοντας το υλικό των ελληνικών Μέσων, δεν δημοσιεύτηκαν ή πέρασαν στα ψιλά στην Τουρκία". Σχεδόν ταυτόχρονα με τα λαϊκά ιδιωτικά κανάλια της Τουρκίας (STAR και ΚANAL D) όλα σχεδόν τα δικά μας μετέδιδαν την "ηρωική" αλλαγή της σημαίας στο βράχο. Η θεαματικότητα άγγιξε τα ύψη. Oσο περισσότερο μίσος για τον "εχθρό" πρόσφεραν, όσο πιό πολύ υπερέβαλαν, τόσο περισσότερο καθήλωναν την πελατεία τους. Το σοβαρό MEGA που πρώτο εξασφάλισε την αποκλειστικότητα της μετάδοσης της κατάπτυστης "εθνικής ενέργειας" της Χουριέτ, μιλούσε για "προσχεδιασμένη απόβαση τούρκων κομάντος" -και σύμφωνα με την AGB πέρασε πρώτο. Η αρχικά ψύχραιμη κυβερνητική γραμμή ήταν αδύνατο να τηρηθεί. Το εκλογικό σώμα ήδη είχε αρχίσει να ταπεινώνεται και η πολιτική ηγεσία δεν μπορούσε να υπολείπεται σε πατριωτισμό και τσαμπουκά από τα παντοδύναμα ΜΜΕ. Αντί να πάνε οι καλύμνιοι ψαράδες να υποστείλουν τη σημαία της Χουριέτ εστάλη πολεμικό πλοίο και αποβιβάστηκαν βατραχάνθρωποι. Ολοι στην Ελλάδα ένιωσαν υποχρεωμένοι να επαναλαμβάνουν τη θεωρία ότι έχει ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνεται τούρκικο σχέδιο κατάληψης των νησιών του Αιγαίου. Κανένας δεν έκανε τον κόπο να διαβάσει το βλακώδες ρεπορτάζ της ίδιας της Χουριέτ (28.1) για να καταλάβει ότι η εφημερίδα διαφήμιζε απλώς τον πατριωτικό εαυτό της -όπως και την εταιρεία SANTAY που της παραχώρησε ευγενώς το ελικόπτερο τύπου Bell Ranger και τον πιλότο της Κεμάλ Σουλέρ! Τα δήθεν σοβαρά της επιχειρήματα ήταν όσα γράφτηκαν πως είπε ο καλυμνιώτης σημαιοφόρος δήμαρχος στον δικό μας Τύπο (όλα τα βράχια απέναντι από τα τούρκικα παράλια είναι ελληνικά!), και η πρωτοβουλία του κ. Κοτσακά να αναπτύξει τις ιχθυοκαλλιέργειες και την κτηνοτροφία σε ακατοίκητες νησίδες.
Στην πραγματικότητα, ακόμα και μετά το νέο χτύπημα των ελληνικών καναλιών της 29.1 με τα "δραματικά" ρεπορτάζ από την Ιμια (πάνοπλα πολεμικά πλοία, βατραχάνθρωποι, παπάδες, παιδάκια άδοντα τον εθνικό μας ύμνο) που πρόβαλαν μετά χαράς (και πληρώνοντας κάπου 1.500 $) και τα "εθνικώς αδιάλλακτα" τουρκικά ΜΜΕ, η επίσημη Τουρκία δεν ανεβάζει τους τόνους. Στην φιλοπόλεμη Χουριέτ (30.1) η Τσιλέρ καταγγέλλεται ότι "υποβαθμίζει την εθνική υπόθεση και ασχολείται με το κυβερνητικό μαγείρεμα"!. Και ο Ντεμιρέλ τα μασάει, αφού δηλώνει ότι "υπάρχει ένταση αλλά θα λυθεί ειρηνικά". Την ίδια ώρα που αρχίζουν οι βόλτες των μαχητικών αεροσκαφών και τα τσαλίμια των πολεμικών σκαφών, στην Τουρκία πολλοί καταγγέλλουν την εθνικιστική υστερία των "δικών τους" ΜΜΕ και τους επικίνδυνους ακροβατισμούς των "δικών τους" πολιτικών. Εδώ, στο λίκνο του πολιτισμού, ανενόχλητοι από κανόνες δεοντολογίας και επαγγελματικού ήθους συναγωνιζόμαστε ποιός θα κινδυνολογήσει περισσότερο, επικαλούμενος ως πηγές ό,τι του κατεβάσει η κούτρα του, ποιός θα δείξει τα πιό θεαματικά πλάνα πολέμου, έστω κι αν είναι από το αρχείο, και ποιός θα υποχρεώσει πρώτος την κυβέρνηση να πάρει πίσω τη Σμύρνη. Επρεπε να κατακάτσει ο κουρνιαχτός για να ξεκινήσει και εδώ ο θλιβερός απολογισμός των δικών μας πεπραγμένων. Αν και στην ατμόσφαιρα "ταπείνωσης" (την άλλη όψη του τουρκοφαγισμού) που έχει επιβληθεί, τα πράγματα δεν είναι και τόσο αισιόδοξα για υπεράσπιση της αλήθειας και της ειρήνης.


Κραυγές πολέμου, ψίθυροι ενημέρωσης

Στις 12 Απριλίου του 1990 πενταμελής αντιπροσωπεία της αμερικανικής γερουσίας με επικεφαλής τον Ρόμπερτ Ντολ επισκέφθηκε τον Σαντάμ Χουσεϊν. Ο ιρακινός πρόεδρος διαμαρτυρήθηκε για τη στάση των δυτικών μέσων ενημέρωσης: "Γνωρίζουμε ότι έχει εξαπολυθεί μια τεράστια εκστρατεία εναντίον μας στις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες." Ο γερουσιαστής Ντολ έσπευσε να τον καθησυχάσει:"Η εκστρατεία αυτή δεν προέρχεται από τον πρόεδρο Μπους. Μόλις χθες μας είπε ότι δεν συμφωνεί καθόλου μ' αυτή την εκστρατεία". Δεν ξέρουμε αν πείστηκε ο Σαντάμ μ' αυτές τις διαβεβαιώσεις που αποδείχθηκαν τόσο ψεύτικες 7 μήνες αργότερα. Το σίγουρο είναι ότι ήδη από το 1988 είχε ξεκινήσει η προετοιμασία της διεθνούς κοινής γνώμης για τον Πόλεμο του Κόλπου. Οπως σημειώνει στο αποκαλυπτικό "Mediamensonges" ο βέλγος δημοσιογράφος Gerard de Selys "πολλές φορές στην ιστορία μέχρι σήμερα ο τύπος ξεπέρασε το ρόλο που υποτίθεται ότι του αναλογεί, δηλαδή να πληροφορεί κατά 'αντικειμενικό' τρόπο. Ομως κατά την κρίση του Κόλπου, για πρώτη φορά ο Τύπος προηγείται των πολιτικών ανδρών και προβάλλει πολεμικές κραυγές 'πριν' από τους πολιτικούς".
Ηδη από τις 5 Σεπτεμβρίου 1990 η 'Φωνή της Αμερικής' μετέδιδε 24ωρο πρόγραμμα στα αγγλικά και τα αραβικά που κάλυπτε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Στόχος δεν ήταν μόνο η ενθάρρυνση των συμμαχικών στρατευμάτων που είχαν ήδη λάβει θέση μάχης στην περιοχή, αλλά κυρίως η προετοιμασία του αραβικού πληθυσμού για τη σχεδιαζόμενη επίθεση. Αλλά και στα μετόπισθεν τα media είχαν αναλάβει ενεργό ρόλο. Στις ΗΠΑ και την Αγγλία τα λαϊκά φύλλα είχαν από καιρό φροντίσει να ταυτίσουν το Ιράκ -τον παλιό αυτό σύμμαχό τους- με την αυτοκρατορία του κακού, και τον Σαντάμ -τον άνθρωπο που ανέδειξαν- με τον Χίτλερ. Η επιχείρηση αυτή δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη πολεμική προπαγανδιστική εκστρατεία του παρελθόντος για τον πρόσθετο λόγο ότι παρασύρει στους στόχους της και τον λεγόμενο σοβαρό διεθνή Τύπο. Ενα παράδειγμα: Η γαλλική Liberation εξέδωσε τον Σεπτέμβρη του 1990 ειδικό αφιέρωμα με τίτλο "Ο πόλεμος του Κόλπου". Την εποχή εκείνη δεν είχε ξεσπάσει ως γνωστόν ακόμα ο πόλεμος. Είναι βέβαιο ότι το δημοσίευμα αυτό, όπως και αμέτρητα παρόμοια σ' όλες τις δυτικές πρωτεύουσες συνέβαλαν τελικά στην πραγματοποίηση της απειλής.
Αλλά και η ματοβαμμένη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν θα ήταν δυνατή σε αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα αν δεν είχαν αναλάβει τόσο ενεργό ρόλο τα media της χώρας. Οι επιτροπές που απέστειλε η ΔΑΣΕ στις 6 Δημοκρατίες στα τέλη του 1991 ανέδειξαν τον πρωταρχικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης στην ανάπτυξη του μίσους μεταξύ των "συμπατριωτών". Τη διαπίστωση αυτή συμμερίζεται και ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας Ταντέους Μαζοβιέτσκι που συνέταξε σχετική έκθεση προς την Επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Το ίδιο συνομολογούν και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο ΜΜΕ, η Ενωση των Δημοσιογράψων χωρίς σύνορα και η Ουνέσκο. "Η καταστροφή των δεσμών που συνδέανε αρμονικά τις κοινότητες θα ήταν αδύνατη χωρίς την εκστρατεία μίσους που εξαπέλυσαν τα μέσα ενημέρωσης καθοδηγούμενα από τα κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία" (Le Monde Diplomatique, Ιούλιος 1993).
Η προετοιμασία της κοινής γνώμης στη Σερβία ξεκινά ήδη από το 1986. Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ενορχηστρώνει μια μακρόπνοη καμπάνια μέσω του Τύπου του Βελιγραδίου με πρώτο στόχο τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου. Ακολουθούν οι "αποσχιστές" της Σλοβενίας, οι "φασίστες" Κροάτες και οι "φονταμενταλιστές" μουσουλμάνοι Βόσνιοι. Με την επικράτησή του στο κόμμα ο Μιλόσεβιτς επιδίωξε αμέσως να ελέγξει τις τηλεοράσεις των ομόσπονδων δημοκρατιών, οι οποίες μέχρι τότε διέθεταν σημαντική αυτονομία. Πρώτη κίνηση του σέρβου ηγέτη, να ενισχύσει τον κεντρικό μηχανισμό ελέγχου των τοπικών τηλεοράσεων και να τον καθαρίσει από τους μη σέρβους. Από τότε οι ανταλλαγές προγραμμάτων μεταξύ των δημοκρατιών αρχίζουν να σπανίζουν. Η κάθε τηλεόραση οχυρώνεται στο δικό της "εθνικό" ακροατήριο.
"Το 1991 δεν υπήρχε πλέον ντεφάκτο γιουγκοσλαβική τηλεόραση. Η Yutel, η τελευταία ελπίδα μιας 'ομοσπονδιακής' τηλεόρασης που επιδίωξε ο γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός Αντε Μάρκοβιτς, δεν επρόκειτο κι αυτή να διαρκέσει για πολύ. Η δημοσιογράφος του Βελιγραδίου Μιριάνα Γκάι που ειδικεύεται στα ΜΜΕ θυμάται. Γι' αυτήν το πρώτο σημάδι αλλαγής πήρε τη μορφή μιας διαμάχης μεταξύ Βελιγραδίου και Ζάγκρεμπ, εξαιτίας μιας ταινίας που στάλθηκε στο Ζάγκρεμπ από την τηλεόραση του Βελιγραδίου με υποτίτλους σε κυριλλικό αλφάβητο και όχι σε λατινικό, όπως γινόταν μέχρι τότε." (Catherine Humblot, "Πρώην Γιουγκοσλαβία: ΜΜΕ δράστες πολέμου. Η χειραγώγηση της μνήμης", Le Monde 22.7. 93).
Τα προγράμματα των σταθμών κάθε Δημοκρατίας αρχίζουν να περιλαμβάνουν σχόλια αρνητικά εις βάρος των άλλων Δημοκρατιών. Οι "φτωχές" και οι "πλούσιες" Δημοκρατίες καταγγέλλονται αμοιβαία για εκμετάλλευση. Το 1990 η τηλεόραση του Βελιγραδίου κατηγορεί τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου ότι δηλητηριάζουν τα πηγάδια και σφάζουν τα παιδιά. Μεταδίδονται σκηνές από τη γενοκτονία των Σέρβων κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. "Οι εικόνες των Σέρβων που έσφαξαν οι Κροάτες τη δεκαετία του 40, έρχεται να συνδεθεί κατά παράδοξο τρόπο με τις εικόνες των Σέρβων της Κράινα που εξεγείρονται κατά του νέου καθεστώτος που προβλέπεται από τον πρόεδρο Τούτζμαν στην ανεξάρτητη Κροατία. Ενα καθεστώς μειονότητας το οποίο θα ξυπνήσει τους φόβους των παλιών πογκρόμ. Οι φόβοι ενισχύονται από τη σποραδική παρουσία των παλιών συμβόλων των ουστάσι" (στο ίδιο).
Και ο κροατικός Τύπος δεν έμεινε φυσικά πίσω. Μετά από τις εκλογές της 30ής Μαΐου 1990 εξαπολύει κι αυτός τη δική του πολεμική προπαγάνδα. Κατηγορεί σύσσωμους τους Σέρβους ως "τσέτνικς" και οπαδούς της "Μεγάλης Σερβίας". Ολα τα ΜΜΕ υπάγονται στον έλεγχο του κυβερνώντος κόμματος, κάτι που δεν έγινε στη Σερβία, όπου παρέμειναν κάποιες ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης. "Μπορεί τα κροατικά μέσα ενημέρωσης να μην ειδικεύτηκαν στο μεγάλο ψέμα, ωστόσο έδειξαν ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη της πληροφορίας, τη μισή αλήθεια και τη σιωπή. Ούτε ο σερβικός ούτε ο κροατικός Τύπος δεν κοιτούν κατάματα αυτό που γίνεται σήμερα στη Βοσνία." Οσο για την ίδια τη Βοσνία, η τηλεόραση του Σαράγεβο, η οποία στελεχωνόταν από μια πολυεθνική συντακτική ομάδα, κατόρθωσε να αντιδράσει στις εθνικιστικές πιέσεις και να κρατήσει μια μετριοπαθή και αντιπολεμική γραμμή. Αυτός ήταν ο λόγος που το κτίριο της τηλεόρασης υπήρξε ο πρώτος στόχος των πολιορκητών του Σαράγεβο.



Ο Τύπος των Εξι Ημερών

Τις είκοσι οκτώ θερμές ημέρες που προηγήθηκαν του πολέμου των Εξι Ημερών, το διάστημα δηλαδή από τις 8 Μαΐου έως το πρωί της 5ης Ιουνίου 1967 που τα ισραηλινά αεροπλάνα αχρήστευαν μέσα σε λίγες ώρες την αιγυπτιακή αεροπορία, το σκηνικό υπήρξε θολό: πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό των εμπλεκόμενων κρατών, ανακατατάξεις στο αραβικό στρατόπεδο, έντονη διπλωματική κινητικότητα στο ανώτερο δυνατό επίπεδο. Στο κλίμα αυτό, όπου μόνο μια σπίθα αρκούσε για να τινάξει τα πάντα στον αέρα, τα γεράκια της κάθε πλευράς επρόκειτο να βρουν τον αποτελεσματικότερο σύμμαχο. Τόσο ο αραβικός όσο και ο ισραηλινός Τύπος θα αναλάμβαναν την ουσιαστική ευθύνη της κήρυξης του πολέμου, κεντρίζοντας τα πιο φιλοπόλεμα ανακλαστικά και αποκλείοντας κάθε μετριοπαθή γνώμη.
Μετά την απόφαση του Νάσερ να κλείσει τα στενά του Τιράν, κίνηση που ακύρωνε τα οφέλη του Ισραήλ από την επιχείρηση του Σουέζ, οι εφημερίδες στην Αίγυπτο άρχισαν να καλλιεργούν τη βεβαιότητα ότι είχε φτάσει πια η ώρα για το τελικό ξεκαθάρισμα των λογαριασμών. "Στον εχθρό υπόσχονταν χίλιους θανάτους", γράφει σχετικά ο Maxime Rodinson, "με τις πιο λεπτές αποχρώσεις στην περιγραφή της επικείμενης εκμηδένισής του και των φρικτών βασανιστηρίων από τα οποία θα τον περνούσαν. Οι γελοιογράφοι οργίασαν κυριολεκτικά. Θα έπρεπε να γυρίσει κανείς στον πόλεμο του '14-'18 για να βρει κάτι παρόμοιο με αυτές τις εκδικητικές εικόνες, στις οποίες ο εχθρός απεικονίζεται με απαίσια όψη και ο επερχόμενος θάνατός του προδιαγράφεται φρικτός". ("Το Ισραήλ και οι Αραβες", εκδ. Αύριο, σ. 266). Και ενώ στο εσωτερικό της Αιγύπτου κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην ακραία αυτή εθνικιστική έξαρση, οι ίδιες αυτές εικόνες αποτελούσαν στο Ισραήλ μόνιμο άλλοθι πολιτικών και στρατιωτικών που υποστήριζαν τη λύση της βίας. Αλλά και ο Τύπος του Ισραήλ εκείνων των ημερών δεν επρόκειτο να επιδείξει μεγαλύτερη σύνεση: παρουσίαζε το Ισραήλ να χάνεται από το χάρτη, αν δεν κατέφευγε πρώτο στα όπλα, ενώ παράλληλα φρόντιζε να εμφανίζει επιλεκτικά τα πιο "σκληρά" αποσπάσματα από τις δηλώσεις των αράβων ηγετών. Στο κλίμα αυτό, όπου οι αποχρώσεις δεν είχαν πια θέση, ακόμη και οι αιρετικοί εκείνοι Ισραηλινοί που αντιμετώπιζαν με κατανόηση κάποια αραβικά αιτήματα υποχρεώνονταν να προσχωρήσουν στο στρατόπεδο του πολέμου.

(Ελευθεροτυπία, 18/2/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ