ΤΟ ΣΑΡΑΙ ΚΑΙ Η ΚΑΛΥΒΑ


Τα μυστήρια του Τουρκολίμανου

1.  /  2.

 

Πώς εξηγείται η μακρόχρονη συμβίωση των δυο κοινωνικών άκρων σε λίγα στρέμματα γη; Η σύγχρονη ιστορία του Τουρκολίμανου μαρτυρά πολλά γι' αυτό το μυστήριο που τείνει σήμερα να λυθεί με τον πιο αποφασιστικό τρόπο). Με την εκτόπιση δηλαδή του ενός σκέλους της κοινωνικής αυτής δυσαρμονίας και την τελική επικράτηση του άλλου. Ακόμα όμως και σήμερα επιβιώνουν οι δυο μορφές, μόνο που μοιράζονται διαφορετικές ώρες και χωριστά στέκια του λιμανιού.

Το λιμάνι των δυο κόσμων

Είναι γνωστή η σκηνή του θεάτρου σκιών που αντιπαραβάλλει το μεγαλόπρεπο σαράι του Πασά με την ταπεινή καλύβα του Καραγκιόζη. Καλύτερη εικονογράφηση της σκηνικής αυτής διάταξης δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς από την ιστορική διαμόρφωση του μικρού λιμανιού που χωρίζει το Φάληρο απ' τον Πειραιά, του Τουρκολίμανου. Από τη μια μεριά υψώνεται μεγαλοπρεπής ο (τέως Βασιλικός) Ναυτικός Ομιλος Ελλάδας με τις πολυτελείς του αίθουσες και τις ιστορικές του δάφνες. Από την άλλη κάποια προσφυγικά σπιτόπουλα που επιχειρούν να ανανεωθούν κάπως για να μην ξεχωρίζουν τόσο πολύ από το νεόπλουτο περιβάλλον. Από τη μια οι κροίσοι που περιφέρονται με τα κότερα, οι βασιλιάδες που αθλούνται στην ιστιοπλοϊα και οι πολιτικοί αρχηγοί που γεύονται τους ψαρομεζέδες. Από την άλλη, οι λιγοστοί ψαράδες, ενισχυμένοι από αιγύπτιους συναδέλφους τους, που επιχειρούν να βγάλουν το μεροκάματο στον μολυσμένο Σαρωνικό. Η συνύπαρξη των δυο κόσμων σε τόσο μικρό χώρο είναι όμως το μυστικό αυτής της περιοχής.

ΣΑΝ ΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΣΕΛΑΣ


Από τον Πλούταρχο μαθαίνουμε ότι, παρατηρώντας το βράχο της Καστέλλας, ο μάντης Επιμενίδης είχε προβλέψει το 631 π.Χ. ότι "εάν οι Αθηναίοι γνώριζαν πόσες θλίψεις πρόκειται να φέρει στην πόλη ο λόφος αυτός, θα τον έτρωγαν με τα δόντια". Ο μύθος υποστηρίζει ότι ο Επιμενίδης κοιμήθηκε 50 χρόνια όταν ήταν παιδί και ότι τελικά έζησε 299 χρόνια. Η προφητεία του όμως επιβεβαιώθηκε. Δεν την έφαγαν βέβαια με τα δόντια την Καστέλλα οι Αθηναίοι, αλλά με τις αξίνες και τις μπουλντόζες. Το σύνθημα δόθηκε από τον Γεώργιο Α', ο οποίος αποφάσισε το 1878 να μην κάνει καλοκαιρινές διακοπές στο εξωτερικό, όπως συνήθιζε, εξαιτίας των κρισίμων εθνικών περιστάσεων. Προτίμησε λοιπόν να εγκατασταθεί μ' όλη την οικογένεια και την ακολουθία του στις εξοχικές οικίες που είχε μόλις χτίσει στην Καστέλλα ο Τσίλερ. Οπως γράφει η εφημερίδα 'Στοά', "η βασιλική οικογένεια εκφράζει ανεπιφυλάκτως άκραν ευαρέσκειαν επί τη θερινή εν Πειραιεί διατριβή. Οι βασιλόπαιδες δις της ημέρας λούονται εν τω βασιλικώ λουτρώνι, μετά δε το πρωινόν λουτρόν από της 7ης ώρας ακολουθούσι μαθήματα, κατερχομένων εις Πειραιά πάντων των διδασκάλων".
Αυτό ήταν. Από τότε, η μοίρα της περιοχής άλλαξε. "Εις την Καστέλλα κατοικούσαν εύποροι Πειραιείς και έμποροι, βιομήχανοι, εφοπλισταί και διακεκριμένοι Αθηναίοι όπως άι οικογένειαι Σπυράκη, Βελλή, Ποταμιάνου, Σβορώνου, Καλλιμασιώτη, Μελάα Ζαχαρίου, Φραγκούλη, Σώμου, Τσάτσου, Γεωργούλη, Ντάβαρη, Βασιλόπουλου, Γαϊτάνου, Ριζιώτου, επίσης ο καθηγητής Μακκάς, πολλοί ιατροί, ο ζωγράφος Αλέξιος, ο Βασιλειάδης εις την οικίαν του οποίου παραθέριζε πολλές φορές ο βασιλεύς Γεώργιος Α' και έμπροσθεν της οποίας έπαιρνε το θαλάσσιο μπάνιο της η βασιλική οικογένεια, ο Σάββας Παπαπολίτης, ο Οριγκόνι. Εις την οικίαν Οριγκόνι έμεινε επί πολύ καιρό το 1914 ο βασιλεύς Πέτρος της Σερβίας. Ως γνωστόν, με την κήρυξιν του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με την αιτίαν της δολοφονίας εις το Σεράγεβον του Αρχιδουκός της Αυστρίας, ο βασιλεύς Πέτρος ηναγκάσθη να εγκαταλείψει το Βελιγράδι. Ηλθεν λοιπόν εις την Ελλάδα και εγκατεστάθη εις την Καστέλλα." ("Πειραιάς. Θρύλος και κληρονομιά")
Δίπλα, όμως, στις νέες δραστηριότητες που συγκεντρώνονται στο μικρό λόφο προς νότον του Τουρκολίμανου και στην Καστέλλα, κατοικούν οι φτωχοί κάτοικοι και προβάλλουν οι πρώτες ταβερνούλες. Τις περιγράφει ο Καραγάτσης στο 'Γιούγκερμαν και τα στερνά του': "Το Τουρκολίμανο ήταν τότε αλλιώτικο. Ψαράδικος συνοικισμός και ρεμέτζο για τις βάρκες του νέου Φαλήρου, όταν έπιανε Σοροκάδα. Δυο καφενεδάκια, τρεις ταβερνούλες. Τις όμορφες βραδιές έβγαζαν τα τραπεζάκια πλάι στο νερό, κι οι ψαράδες κουτσόπιναν τη ρετσίνα τους μασουλώντας μαριδίτσες. Το ηλεκτρικό δεν είχε κατέβει καλά-καλά στο γιαλό του μικρού λιμανιού που βρισκόταν στην καρδιά του Πειραιώς και φάνταζε σα να 'ταν εκατό μίλια μακριά, στο μυχό κάποιου κυκλαδίτικου νησιού."

Ο ΜΟΥΝΙΧΟΣ ΚΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ


Η νέα δόξα της περιοχής έρχεται σε σύγκρουση με την παλιά. Οταν αποφασίζεται να χτιστεί ο Βασιλικός Ομιλος, αυτό θα γίνει σε βάρος των τεκμηρίων της αρχαίας παράδοσης. "Στη θέση όπου άλλοτε ήταν χτισμένη η έπαυλη Κουμουνδούρου είχαν αποκαλυφθεί κατά το 1935 τα ερείπια του ναού της Μουνιχίας Αρτέμιδας, ο βωμός του ήρωα Μούνιχου, θεμέλια τείχους μ' ένα στρογγυλό πύργο, ένα ακέφαλο γυναικείο άγαλμα της Μουνιχίας ή της Φωσφόρου Αρτέμιδας κ.ά. Δυστυχώς, παρά τα σημαντικά ευρήματα, οι τότε κρατούντες, αντί να τα προστατεύσουν, για να έχει και ο Πειραιάς κάτι να επιδείξει, προτίμησαν να τα καταστρέψουν κτίζοντας πάνω σ' αυτά το κτίριο του Ναυτικού Ομίλου". ('Πειραϊκό Λεύκωμα')
Η παράλληλη ανάπτυξη των "δύο κόσμων" του Τουρκολίμανου συνεχίζεται και μετά τον πόλεμο. Ο τοπικός Τύπος περιγράφει την παράξενη συνύπαρξη: "Το Τουρκολίμανο συγκεντρώνει κόσμο όλων των τάξεων, ακόμη και τις προσωπικότητες που βρίσκονται στην κορυφή της κρατικής λειτουργίας. Δικούς μας και ξένους επισήμους, διπλωμάτες, επιφανείς επισκέπτες, τουρίστες, κλπ. (...) Αυτή η επικράτησις του Τουρκολίμανου έχει την εξέλιξή της: Υπερέχει προ παντός σε 'κουλέρ λοκάλ', σε δικό του τοπικό χρώμα από το Παλιό Φάληρο και είναι και πιο προσιτό και στα μη αντέχοντα σε παχυλούς λογαριασμούς βαλάντια. Επειτα υπάρχει στον αέρα του κάποιος δημοκρατισμός. Ο μέσος ταξικά, οικονομικά, άνθρωπος, ο μικροεισοδηματίας, ο μισθωτός που φθάνει στην περιοχή του μπορεί να κινηθεί ανάλογα με τις περιορισμένες οικονομικές του δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν τον παρασύρει σε πράξεις για τις οποίες έπειτα θα αισθανθή στενοχώρια. Μπορεί να μη φάει μπαρμπούνια, ούτε να πιη ένα μπουκάλι μπύρα που μαζί με το πουρμπουάρ θα ανεβάσουν το άθροισμα του λογαριασμού σε επίπεδα υπολογίσιμα για το βαλάντιό του, αλλά να περάση τη βραδυά του με λίγες ζεστές μαριδούλες και ένα ποτήρι κρασί. Αυτό είναι το μυστικό της επικρατήσεως του Τουρκολίμανου, όσον αφορά τον κόσμο των μισθωτών και των μικροεισοδηματιών, τις λαϊκές γενικά τάξεις." ('Η Φωνή του Πειραιά', 1.7.52)
Αυτή την κυριαρχία της μικροαστικής αναψυχής που αποτελεί το συνεκτικό κρίκο των δυο κόσμων του Τουρκολίμανου έρχεται να διαταράξει η αυξανόμενη πίεση των "υψηλών επισκεπτών", αλλά και των τουριστικών πρακτόρων που επιθυμούν να περιστείλουν την παρουσία των φτωχών ψαράδων στα ασφαλή όρια της γραφικότητας. Η τάση αυτή εκδηλώνεται και με ανοιχτά επιθετικές διαστάσεις στα οράματα των παραγόντων της περιοχής. Τον Δεκέμβριο του 1959 υποβλήθηκε από τον Γεώργιο Ανδριανόπουλο στον Τουρισμό σχέδιο του αρχιτέκτονα Περ. Ζαννέτου "δι' αξιοποίησιν της νησίδος Κουμουνδούρου και ολοκλήρου της περιοχής του Τουρκολίμανου". Προβλεπόταν ανέγερση ξενοδοχείου στη νησίδα και υπόγεια διάβαση-τούνελ που θα συνέδεε τη νησίδα με το λιμάνι. "Διά της διαβάσεως αυτής θα επικοινωνούν με τον λιμενίσκο οι αφικνούμενοι ξένοι με τα ιδιωτικά των σκάφη". Το σχέδιο πρότεινε και τη διαμόρφωση δύο εκ των υπαρχόντων κέντρων εις το Τουρκολίμανο "εις γραφικά και με τοπικό χρώμα εστιατόρια εις τα οποία θα εξυπηρετούνται οι ένοικοι του ξενοδοχείου της νησίδος". Για να είναι μάλιστα πιο δελεαστικό το πρόγραμμα, προτεινόταν και η μετονομασία της νησίδας Κουμουνδούρου σε "Ροκ οφ Γκοντς" (Βράχο των Θεών) "προς δημιουργίαν υποβλητικής εντυπώσεως εις τους κύκλους της υψηλής τουριστικής πελατείας, των ιδιομόρφων και εκλεκτών κέντρων παραθερισμού και αναψυχής."
Το σχέδιο Ζαννέτου-Ανδριανόπουλου έμεινε -ευτυχώς- στα χαρτιά. Ομως η εκτόπιση του ενός "κόσμου" από τον άλλο επιτυγχάνεται με πιο μακροπρόθεσμα μέτρα. Ηδη ο συνεκτικός ιστός της μικροαστικής πελατείας των παραλιακών κέντρων εκτοπίζεται από τα οργανωμένα γκρουπ των τουριστών, και οι τιμές γίνονται σιγά-σιγά απαγορευτικές. Η αξία της γης εκτοξεύεται και όσοι απ' τους παλιούς κατοίκους δεν έχουν οικονομική ευχέρεια αντικαθίστανται με αθηναίους "έποικους". Η περιγραφή του 'Πειραϊκού ημερολογίου' τον Ιανουάριο 1966 μεταβάλλεται σιγά-σιγά σε ανάμνηση: "Οι ψαράδες είναι τα πιο συμπαθητικά πρόσωπα στην πολυσύνθετη φιγούρα του Πειραιώς. Ζούνε πίσω ακριβώς από την ράχη της πολιτείας, στο χαμηλό στεριανό πέταλο του Τουρκολίμανου απ' όπου τίποτα δεν φαίνεται πια να θυμίζει την ύπαρξή του, και έχουν τη δική τους ζωή, τους δικούς τους παλμούς και την δική τους γλώσσα. (...) Μέρα και νύχτα κινούνται στην υγρή άμμο, πλάι στις ψαρόβαρκες τα παντοειδή πλεούμενα σαν φαντάσματα και η ζωή τους είναι δεμένη με τους ανέμους και το πέλαγος. Μερικοί μένουν σε χαμόσπιτα και παράγκες πλάι στην παραλία, άλλοι όμως έρημοι και πεντάρφανοι στον κόσμο μέσα στις βάρκες και στα ψαροκάικα."


Με τη γιάφκα στο πέλαγος

Ειρωνεία της τύχης, αλλά και σημείο των καιρών εκείνων. Σε λίγα μέτρα απόσταση από τα κότερα των βασιλιάδων και τις δεξιώσεις των εφοπλιστών, κρυβόταν και έκανε τα συνωμοτικά του ραντεβού ο υπ. αριθ. 1 καταζητούμενος του μετεμφυλιακού καθεστώτος: ο Νίκος Μπελογιάννης. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1950 ο ηγέτης του ΚΚΕ που έμεινε στην ιστορία ως "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο" συναντιόταν με τους στενούς του συνεργάτες σε ένα μικρό σκάφος στις προβλήτες του Τουρκολίμανου.
Μέχρι σήμερα, το αξιοπερίεργο γεγονός είναι απολύτως άγνωστο, διότι ο μοναδικός επιζών μάρτυρας αυτών των συναντήσεων αποφεύγει κάθε είδους δημοσιότητα. Η σεμνότητά του τον εμποδίζει ακόμα και σήμερα να μιλήσει επωνύμως. "Αυτή η ιστορία δεν είναι δική μου περιουσία. Ανήκει στο κόμμα." Ο συνομιλητής μας ήταν τότε νεαρό κομματικό στέλεχος, αλλά είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανωτέρων στελεχών, χάρη στην αφοσιωμένη και αποτελεσματική του δράση από τον καιρό της εθνικής αντίστασης. Εκείνη την περίοδο ήταν το δεξί χέρι του Νίκου Βαβούδη, στελέχους του παράνομου μηχανισμού και υπεύθυνου για την επικοινωνία μέσω ασυρμάτων με την καθοδήγηση του κόμματος.
"Η σύλληψη του Μπελογιάννη έγινε ως γνωστόν τυχαία. Μπήκε σ' ένα σπίτι που το είχε χτυπήσει η Ασφάλεια και τον συνέλαβαν χωρίς να γνωρίζουν ποιος είναι. Δεν ξέρανε ότι είναι αυτός. Νομίζανε ότι πρόκειται για κάποιο απλό μέλος." Ηταν 20 Δεκεμβρίου 1950. Ο Μπελογιάννης βρισκόταν ήδη από μήνες στην Ελλάδα και είχε επαφή με το μηχανισμό του Νίκου Πλουμπίδη. Οταν τον συνέλαβαν επέδειξε μια πλαστή ταυτότητα πολιτικού μηχανικού, αλλά δεν έγινε πιστευτός. Τα δακτυλικά του αποτυπώματα δεν ήταν καταχωρισμένα στην Ασφάλεια και χρειάστηκε η συνδρομή της Ιντερπόλ για να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
"Κουβέντιασα πολλές φορές με τον Βαβούδη μετά τη σύλληψη του Μπελογιάννη. Οι σχέσεις των δυο στελεχών ήταν άριστες. Συνεργάζονταν πολύ καλά. Ο Μπελογιάννης ερχόταν στο Τουρκολίμανο όταν έπρεπε να συναντηθεί με τον Βαβούδη. Ο Βαβούδης έμενε τότε στο Μοσχάτο και ήταν νόμιμος, κυκλοφορούσε δηλαδή με το πραγματικό του όνομα. Είχε παλιότερα χρηματίσει γραμματέας της οργάνωσης του Πειραιά. Υπήρχε λοιπόν το πρόβλημα να βρεθεί ένας χώρος για να συναντώνται τα δυο στελέχη μακριά από τ' αδιάκριτα βλέμματα. Η λύση βρέθηκε στο Τουρκολίμανο."
"Πολλά βράδια που χρειάστηκε να συναντήσει τον Βαβούδη, ο Μπελογιάννης κοιμήθηκε σ' ένα σκάφος που είχαμε στο Τουρκολίμανο. Μόνο που δεν ευδοκίμησε αυτή η κρυψώνα, γιατί ο Μπελογιάννης δεν άντεχε τη θάλασσα. Τον έπιανε αμέσως ναυτία. Το σκάφος λιμενιζόταν στον Ιστιοπλοϊκό Ομιλο Πειραιώς, στη νότια πλευρά του λιμανιού. Υπήρχε εκεί ένα κτίσμα που χρησίμευε σαν στέκι του ομίλου. Το σκάφος έμοιαζε με κρις-κραφτ, αλλά με την πείρα που έχω σήμερα μπορώ να πω ότι ήταν της κακιάς συφοράς. Ηταν ξύλινο, παλιωμένο, με μια μικρή μηχανή που μετά βίας το πήγαινε με 5-6 μίλια την ώρα. Το σκάφος πήγαινε μόνο προς τα μπρος, δεν είχε ανάποδα! Είχε και μια μικρή καμπινούλα. Μέσα σ' αυτήν κουβέντιαζαν οι δυο τους. Εγώ δεν συμμετείχα στις κουβέντες τους. Βοηθούσα μόνο τις επαφές τους γιατί μου είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη."
"Το Τουρκολίμανο είχε τότε πολύ λίγα σκάφη, λίγα κότερα, αρκετά ψαράδικα βαρκάκια. Ο ΙΟΠ, αν και συνορεύει με τον -τότε- Βασιλικό Ομιλο, ήταν κατάλληλο μέρος για παρόμοια ραντεβού, διότι η πρόσβαση ήταν διαφορετική και εγώ ήμουν γνωστός στο φύλακα." Η συγκινησιακή φόρτιση της έντονης ανάμνησης μετριάζεται από την τρυφερή χιουμοριστική σκηνή: "Αμα βγαίναμε έξω από το λιμάνι και είχε λίγο κυματάκι αναγκαζόμουν σε λίγο να αποβιβάσω τον Μπελογιάννη στο Φάληρο, κάπου στο Τροκαντερό και να τον αφήσω. Τον πείραζα ότι θα του βάλω ένα πουρνάρι αντί για άλμπουρο. Ηταν στεριανός και δεν άντεχε. Μέσα στο Τουρκολίμανο κουτσά-στραβά τα βόλευε και κατόρθωνε να κοιμηθεί όποτε χρειαζόταν. Αλλά μόλις ερχόταν ο Βαβούδης και το σκάφος απομακρυνόταν από το μόλο για να συζητήσουν με ασφάλεια, αμέσως τον έπιανε η θάλασσα."
Η μαρτυρία αυτή έχει μια ιδιαίτερη σημασία γιατί επιβεβαιώνει, ύστερα από τόσα χρόνια, την πραγματική σχέση των δυο στελεχών του ΚΚΕ και αποκαθιστά τη μνήμη ενός αγωνιστή που συκοφαντήθηκε άδικα. Ο Νίκος Βαβούδης υπήρξε πριν από τη δικτατορία Μεταξά γραμματέας του Ενωτικού Εργατικού Κέντρου στον Πειραιά. Δραπέτευσε από τις φυλακές της Αίγινας μαζί με 7 άλλους συντρόφους του και πήγε στην Ισπανία να πολεμήσει στο πλευρό των Δημοκρατών. Μετά την κατάρρευση του ισπανικού μετώπου κατέφυγε στη Σοβιετική Ενωση και πολέμησε με τον Κόκκινο Στρατό. Το 1944 επέστρεψε στην Ελλάδα με τη σοβιετική αποστολή. Στις 15 Νοεμβρίου 1951 ο Βαβούδης βρισκόταν σε μυστική κρύπτη ενός σπιτιού στην Καλλιθέα, όπου έκρυβε έναν απ' τους ασυρμάτους του κόμματος, όταν αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί από αστυνομικές δυνάμεις. Ηταν προετοιμασμένος γι' αυτό το ενδεχόμενο. Μόλις τον κάλεσαν να παραδοθεί, έβγαλε ένα μικρό πιστόλι και αυτοπυροβολήθηκε. Τις "αποκαλύψεις" που υποτίθεται ότι έκαναν στο κρησφύγετο του Βαβούδη χρησιμοποίησαν οι αρχές για να στηρίξουν τη δεύτερη δίκη κατά του Νίκου Μπελογιάννη, αυτή τη φορά με την κατηγορία της κατασκοπείας. Το δράμα θα κορυφωθεί με την εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του στις 30 Μαρτίου 1952.
Το όνομα του Βαβούδη αναφέρεται στην τερατώδη απόφαση-καταγγελία του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ για τον Νίκο Πλουμπίδη: "Δέκατο Τρίτο: Ο Ν. Πλουμπίδης παρέδωσε στην ασφάλεια τον Ν. Βαβούδη και πρωτοστάτησε στο να περάσει (ο Βαβούδης) με το μέρος της και το ΓΕΣ" (25.7.1952). Με την αυτοκτονία του ο Βαβούδης γλίτωσε τη μοίρα του Πλουμπίδη που έφτασε στο απόσπασμα σημαδεμένος από τη βαριά κατηγορία.


Η άλλη πλευρά του λόφου

Από την εποχή που ο Γεώργιος Α' αποφάσισε να περάσει το καλοκαίρι του 1878 στην Καστέλα, η περιοχή ακολούθησε τα σκαμπανεβάσματα της βασιλείας. Τελευταία "ένδοξη" περίοδος η σκοτεινή δεκαετία του 60 που προετοίμασε τη δικτατορία. Πατέρας και γιος (Παύλος και Κωνσταντίνος) σύχναζαν στο Τουρκολίμανο και συμμετείχαν σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες που οργάνωνε ο Βασιλικός Ομιλος. Τους συνόδευε η δραστήρια Φρειδερίκη όσο κι αν η ίδια δεν πολυσυμπαθούσε το άθλημα. Επρεπε άλλωστε να γίνει η κατάλληλη εκμετάλλευση του "ολυμπιακού άθλου". Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα που δημοσιεύουμε είναι από έναν αγώνα του 1963 που κατέληξε άδοξα για τον Παύλο. Εσπασε το άλμπουρο του σκάφους του πριν ακόμα πάρει εκκίνηση.
Τα χρόνια πέρασαν, η βασιλεία ξέφτισε, ο Ναυτικός Ομιλος έπαψε να ονομάζεται "βασιλικός" και την εποχή αυτή εξακολουθούν να νοσταλγούν μόνο όσοι δια της προσκολλήσεως είχαν τότε κάποια οφέλη από τη βασιλική παρουσία. Πριν από δέκα χρόνια βρέθηκε στο λιμάνι ο Χουάν Κάρλος για να συμμετάσχει στο παγκόσμιο πρωτάθλημα σκαφών "3/4 τόνου". Η επίσκεψή του πέρασε εντελώς απαρατήρητη.

(Ελευθεροτυπία, 11/2/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ