Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ


Αυτοκτονία σε αργή κίνηση

1.  /  2.

 

Θέλουν να μας πείσουν ότι όσοι καταφεύγουν στην ύστατη επιλογή για να βρουν το δίκιο τους, στρέφονται κατά του κύρους της Δικαιοσύνης και των συντεταγμένων θεσμών. Η ιστορία όμως άλλα δείχνει. Πίσω από κάθε απεργία πείνας υπάρχει κατά κανόνα η αυθαιρεσία της εξουσίας και ο δικός της εκβιασμός.

 

 

Σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο, η απεργία πείνας εκτείνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης

 

Η ελπίδα του θανάτου

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας προβάλλεται με διαρκώς αυξανόμενη ένταση η εικόνα μιας υποτιθέμενης "βιομηχανίας αποφυλακίσεων αναρχικών με όπλο την απεργία πείνας". Οι οπαδοί της τάξης και του νόμου έχουν κάθε συμφέρον από τη μια να θεωρούν ότι το έσχατο μέσο επιλέγεται αποκλειστικά από τους "αναξιόπιστους" αναρχικούς σε συνεργασία με τους συνοδοιπόρους τους, και από την άλλη να αποκρύπτουν τη μεγάλη έκταση του φαινομένου.
Οι μηχανισμοί, ωστόσο, της κατασταλτικής αυθαιρεσίας και της κρατικής αναλγησίας δεν οδηγούν μόνο τους "συνήθεις υπόπτους" στην απόγνωση. Οι περιπτώσεις του καθημερινού ακραίου αυταρχισμού πληθαίνουν πλήττοντας και άλλες κατηγορίες μέσα κι έξω από τα κελιά. Οι περισσότερες απεργίες πείνας απωθούνται ως "απολιτικές" και σχεδόν κανείς δεν μαθαίνει την τελική τους έκβαση. Εκατοντάδες "ποινικοί" κρατούμενοι, "λαθρομετανάστες" και πολιτικοί πρόσφυγες χαμένοι σε κάποια άθλια κρατητήρια -απολύτως άδικα τις περισσότερες φορές- χωρίς δικαιώματα υπεράσπισης ή επικοινωνίας, καταφεύγουν στην αυτοεξόντωσή τους. Η απελπισία τους δεν περνά καν το κατώφλι της φυλακής, τα μηνύματά τους δεν απασχολούν κανέναν.
Καλύτερη ίσως τύχη έχουν οι "απ' έξω". Απολυμένοι, αδιόριστοι, άστεγοι, ιδιοκτήτες αυθαιρέτων, συμπαραστάτες αγωνιζομένων, μανάδες αγνοουμένων της Κύπρου, φτωχοί εργάτες και συνταξιούχοι, επαναπατριζόμενοι, σπουδαστές, αλλά και αδικημένοι δημόσιοι υπάλληλοι, επιστήμονες, δήμαρχοι και βουλευτές, καταφέρνουν μάλλον καλύτερα αποτελέσματα. Γι' αυτούς, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα κάποιοι να τους ακούσουν.
Αντίστοιχη είναι και η διεθνής εικόνα του θέματος. Μέσα στο '95, χιλιάδες υπήρξαν οι απεργοί πείνας σε ολόκληρο τον κόσμο. Κάποιοι απ' αυτούς πέρασαν το κατώφλι του θανάτου. Τον Ιανουάριο ξεκίνησαν απεργία πείνας 59 φυλακισμένoι στις Φιλιππίνες, τον Φεβρουάριο απήργησαν οι υποστηρικτές των ασθενών από AIDS στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Μάρτιο 70 βουλευτές στο Καζακστάν, τον Απρίλιο νοτιοβιετναμέζοι διωκόμενοι στις ΗΠΑ). Την ίδια χρονιά πληροφορηθήκαμε ακόμη την απεργία πείνας 2.000 Παλαιστινίων στις ισραηλινές φυλακές, την πανευρωπαϊκή απεργία των Κούρδων ως έκφραση συμπαράστασης στους 10.000 απεργούς φυλακισμένους συντρόφους τους, τη διαμαρτυρία των παιδιών των θυμάτων της Χιροσίμα, την απεργία πείνας κατοίκων της Μουρουρόα κατά της επανάληψης των γαλλικών πυρηνικών δοκιμών. Μάθαμε ακόμη το θάνατο μιας 40χρονης γυναίκας από το Κουρδιστάν στο Βερολίνο, ενός Κούρδου φυλακισμένου στην Τουρκία και ενός εργάτη στην Οχρίδα. Πληροφορίες διάσπαρτες, στριμωγμένες σε ταπεινά μονόστηλα των εφημερίδων.
Φαινόμενο λοιπόν με εξαιρετική ποικιλία και μεγάλο γεωγραφικό εύρος, η απεργία πείνας αποτελεί σχετικά πρόσφατη μορφή διεκδίκησης. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε προ καιρού τον ιστορικό Ζορζ Ντιμπί σε μια ενδιαφέρουσα υπόθεση: καθώς στις παραδοσιακές κοινωνίες ο θάνατος από την πείνα απειλούσε καθημερινά πλατιά στρώματα του πληθυσμού, η συνειδητή αποχή από το φαγητό -και κυρίως το ψωμί- θα συνιστούσε πράξη ιεροσυλίας. Σύμφωνα εξάλλου με το τότε πανίσχυρο χριστιανικό αξιακό σύστημα, το "μιαρό" ανθρώπινο σώμα συνιστούσε αντικείμενο περιφρόνησης: η δια της νηστείας τιμωρία του γινόταν αντιληπτή ως πράξη ευλάβειας και κλειδί για τη σωτηρία της ψυχής.
Από τις πρώτες απεργίες πείνας είναι κατά πάσαν πιθανότητα οι μαζικές νηστείες την εποχή του αγώνα για την αμερικανική ανεξαρτησία. Καταφεύγοντας στη συμβολική πράξη της νηστείας, οι Αμερικανοί έδιναν πολιτική χροιά σε μια θρησκευτική παράδοση, πείθοντας τους αναποφάσιστους συμπολίτες τους να συμμετάσχουν στην αντίσταση κατά της αγγλικής κατοχής. Επρεπε να κυλήσουν αρκετές ακόμη δεκαετίες για να αρχίσουν οι απεργίες των φυλακισμένων ως μέσο διεκδίκησης καλύτερων όρων κράτησης. Προς το τέλος του 19ου αιώνα, οι φυλακισμένοι κατέφευγαν πλέον συχνά στο νέο μέσο πάλης. Ανάμεσά τους οι ρώσοι πολιτικοί κρατούμενοι και ο ίδιος ο Τρότσκι, ο οποίος το 1898 ξεκίνησε με τους συντρόφους του απεργία πείνας στη φυλακή της Χερσώνας. Οι κατηγορίες των απεργών πείνας θα αυξηθούν τα ερχόμενα χρόνια και μόνο στις εμπόλεμες περιόδους -τότε που η τροφή μετατρέπεται και πάλι σε ύψιστο αγαθό- θα παρατηρηθεί μια σχετική μείωση του αριθμού των ατόμων που θα καταφύγουν στο μέσο αυτό. Ολο αυτό το διάστημα οι κατά τόπους αρχές θα υιοθετήσουν ποικίλους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος, άλλοτε εκχωρώντας ειδικό βάρος στο ιατρικό σώμα, άλλοτε φροντίζοντας να εξασφαλίσουν ένα βολικό νομοθετικό πλαίσιο.
Από τις αγγλίδες σουφραζέτες στους φυλακισμένους κομμουνιστές του Μεσοπολέμου και από τους ιρλανδούς μαχητές στους αλγερινούς πολιτικούς κρατούμενους, πάμπολλες είναι οι κατηγορίες απεργών πείνας που επί έναν ήδη αιώνα βάζουν τη ζωή τους σε κίνδυνο προκειμένου να πείσουν τις αρχές για το δίκαιο των αιτημάτων τους. Πολλοί από αυτούς πέθαναν, άλλοι υποβλήθηκαν σε υποχρεωτική σίτιση που και αυτή κάποτε τους στοίχισε τη ζωή. Για να μείνουμε μόνο στους Ιρλανδούς, ένας από αυτούς, ο Τόμας Ας, πέθανε το 1917 εξαιτίας πληγής στο λάρυγγα που του προξένησε ο σωλήνας της υποχρεωτικής σίτισης. Ιρλανδός υπήρξε και ο πρώτος απεργός πείνας που οδηγήθηκε στο θάνατο. Πρόκειται για το δήμαρχο Τέρενς Μακ Σουίνι, ο οποίος αρνήθηκε μέχρι τέλους να δεχθεί τροφή. Την τύχη του θα μοιράζονταν πολύ σύντομα άλλοι είκοσι σύντροφοί του.
Προς το τέλος της δεκαετίας του '50, η απεργία πείνας έγινε ένα διαδεδομένο μέσο πάλης των κρατουμένων που σύντομα θα οδηγούσε στη σκλήρυνση της στάσης των δυτικών κυβερνήσεων. Το δράμα θα κορυφωθεί με τις αλλεπάλληλες απεργίας πείνας των μελών της RAF που διαμαρτύρονταν για την απομόνωσή τους στα γερμανικά λευκά κελιά και το θάνατο του Χόλγκερ Μάινς ύστερα από απεργία πείνας 58 ημερών τον Νοέμβριο 1974, καθώς και με το θάνατο του Ιρλανδού Μπόμπι Σαντς και άλλων εννέα συντρόφων του από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1981.
Υπάρχουν όμως και οι απεργίες πείνας που είτε δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας είτε απασχολούν ένα μικρό μονόστηλο των εφημερίδων. Οπως προκύπτει από μελέτη του Ολιβιέ Ντιαμέλ βασισμένη στην αποδελτίωση της γαλλικής "Λε Μοντ" (1971-1981), οι απεργίες πείνας - ατομικές και συλλογικές- που απασχολούν την ειδησεογραφία, μπορούν να ταξινομηθούν ως προς το κίνητρό τους σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: εκείνες που έχουν συμβολική αξία, γίνονται δηλαδή για λόγους αλληλεγγύης και δεν αφορούν προσωπικά τον ίδιο τον απεργό, εκείνες που στοχεύουν στην αναγνώριση ενός δικαιώματος και εκείνες που σχετίζονται με ένα οικονομικό αίτημα. Ως προς τη συχνότητα τώρα του φαινομένου, η έρευνα αναφέρει ότι η εφημερίδα δημοσίευε κατά μέσον όρο κάθε επτά ημέρες μια απεργία που πραγματοποιόταν στη Γαλλία και κάθε έντεκα ημέρες μια απεργία πείνας από το εξωτερικό.
Η τυπολογία αυτή επαναφέρει στο νου την υπόθεση του Ζορζ Ντιμπί. Η απεργία πείνας ως μέσο διαμαρτυρίας και πάλης συνιστά φαινόμενο των νεότερων κοινωνιών, ακριβώς επειδή στηρίζεται σε τρεις απολύτως σύγχρονες προϋποθέσεις: Πρώτον, η απεργία πείνας έχει νόημα μόνον όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα συνιστούν κοινωνικό αγαθό. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τη δυνατότητα να κοινοποιηθεί η απεργία, να γίνει δηλαδή γνωστή στο ευρύ κοινό με τη μεσολάβηση των δημοσιογράφων και των μέσων ενημέρωσης. Και η τρίτη, όχι πολύ διαφορετική από τη δεύτερη, σχετίζεται με την ύπαρξη συγκροτημένης "κοινής γνώμης": η απεργία πείνας αποκτά νόημα μόνον όταν μέσω ενός ενημερωτικού δικτύου ευαισθητοποιείται ένα κίνημα συμπαράστασης στον απεργό, ικανό να επηρεάσει με τη σειρά του την εγκαλούμενη εξουσία. Στις προϋποθέσεις αυτές ας προστεθούν και οι σύγχρονες αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα που έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί από εκείνες των παραδοσιακών κοινωνιών: σήμερα, το ανθρώπινο κορμί διατηρεί την αξία του, αλλά έχει χάσει την ιερότητά του. Η ταλαιπωρία του δεν αποτελεί πλέον αμάρτημα, αλλά ούτε και εξιλέωση.
Μεσολαβούν, λοιπόν τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και καθορίζουν τι και πώς θα γίνει γνωστό. "Αν θέλαμε να κυριολεκτήσουμε, θα ορίζαμε την απεργία πείνας ως το θέαμα μιας αυτοκτονίας σε αργή κίνηση", είπε κάποτε ο Σερζ Ζιλί της γαλλικής "Λιμπερασιόν". "Εκεί που μια αυτοκτονία διαρκεί δευτερόλεπτα, η απεργία πείνας επεκτείνει την αυτοκτονία σε 40, 50, 60 ημέρες. Και τα μέσα ενδιαφέρονται για το γεγονός της αργής αυτής αυτοκτονίας μόνον από τη στιγμή που αρχίζει ο κίνδυνος του θανάτου. Οπως αποδείχθηκε στην περίπτωση των Ιρλανδών, τα μίντια μετέτρεψαν την υπόθεση σε καθημερινό ειδησεογραφικό σίριαλ μόνο από την εικοστή ημέρα, όταν οι γιατροί μπορούσαν πια να μιλήσουν για ανήκεστες βλάβες της υγείας των κρατουμένων".



Mια συζήτηση με τη δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου και τον απεργό πείνας Κώστα Καλαρέμα

Στα όρια της ελεύθερης βούλησης

Συναντήσαμε τον Κώστα Καλαρέμα δυο βδομάδες μετά την αποφυλάκισή του. Είχε ήδη πάρει επτά κιλά, αλλά ακόμα φαινόταν ωχρός και εξαιρετικά αδύναμος. Είχε, βλέπετε, χάσει τριάντα κιλά μέσα στις 68 μέρες που διήρκεσε η απεργία πείνας του. Το μυαλό του δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τη σκέψη των άλλων φυλακισμένων που βρίσκονταν στην ίδια θέση μ' αυτόν. Σκεπτόταν τον Χριστόφορο Μαρίνο που μόλις εκείνη τη μέρα είχε απορριφθεί μια ακόμα αίτηση αποφυλάκισής του και είχε ταυτόχρονα εκδοθεί διαταγή αναγκαστικής σίτισης. Μνημόνευσε όμως και δυο εντελώς άγνωστες περιπτώσεις. Του Χάρη Δημητρόπουλου που έκανε απεργία πείνας στη Νεάπολη της Κρήτης και ενός αιγύπτιου ποινικού κρατούμενου, του Ισαάκ Σεχάτα. "Τον έφεραν δίπλα μου στο Γενικό Κρατικό του Πειραιά όταν βρισκόταν ήδη σε άθλια κατάσταση. Κοντά του έζησα την εμπειρία της υποχρεωτικής σίτισης. Ηταν μια εμπειρία τρομακτική. Ο άνθρωπος ούρλιαζε και χτυπιόταν. Τον κράταγαν δυο φρουροί και δυο νοσοκόμοι για να μπορέσει ο γιατρός να του περάσει το σωλήνα μέσα απ' τη μύτη. Μόλις άρχισε η διατροφή, έτρεχαν τα κόπρανά του συνέχεια. Ηταν μια απερίγραπτη σκηνή." Κανείς δεν ξέρει πόσες μέρες διαρκεί η απεργία πείνας του Αιγύπτιου, ούτε καν ποιο είναι το αίτημά του...
"Η απεργία πείνας δεν είναι τουλάχιστον πειθαρχικό παράπτωμα, όπως προέβλεπε ο παλιός Σωφρονιστικός Κώδικας", παρατηρεί η δικηγόρος Κατερίνα Ιατροπούλου, που έχει παρακολουθήσει από πολύ κοντά όλες τις αβέβαιες προόδους στις ελληνικές φυλακές και τις συνεχείς πισωδρομήσεις. "Πρώτος ο Ν. 1851/89 ("Κώδικας βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων") και ειδικά το άρθρο 34 προέβλεπε το δικαίωμα της απεργίας πείνας. Μέχρι τότε έχουμε ζήσει πραγματικές φρικαλεότητες, όπως η υποχρεωτική σίτιση του Κυρίτση με λάστιχο από πίσω στις φυλακές της Κέρκυρας. Τότε κατέτασσαν τους απεργούς πείνας αυτομάτως στους ψυχασθενείς και τους μετέφεραν στο ψυχιατρείο κρατουμένων. Ο Σκανδάλης και ο Κυρίτσης που αποπειράθηκαν πολλές απεργίες διεκδικώντας ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, μεταφέρονταν αμέσως στο ψυχιατρείο."
Η αντιμετώπιση άρχισε να αλλάζει πολύ αργά, ύστερα από την ανάπτυξη κινημάτων συμπαράστασης και τη δημοσιοποίηση της φρίκης των συνθηκών κράτησης. "Η έννοια της απεργίας πείνας πήρε λοιπόν άλλες διαστάσεις και υποχρεώθηκε να τη σεβαστεί και ο νομοθέτης, θεσπίζοντας πλέον ως μόνο όριο την απειλή της ζωής του κρατούμενου. Στα ελληνικά δεδομένα, για πρώτη φορά βρεθήκαμε μπροστά σ' αυτό το όριο με την απεργία του Καλαρέμα και του Μαρίνου. Υπήρξαν βεβαίως και παλιότερες αλλά αφανείς περιπτώσεις, όπου επεβλήθη υποχρεωτική σίτιση με απόφαση δικαστηρίου ή διευθυντή φυλακής. Η πρώτη όμως εφαρμογή του νέου Σωφρονιστικού Κώδικα, ο οποίος προβλέπει ότι 'αν ο κρατούμενος δεν βρίσκεται σε κατάσταση να συναινέσει ή αρνείται αδικαιολόγητα τη συναίνεσή του σε επέμβαση που κρίνεται αναγκαία για την υγεία του κρατούμενου, ο Δικαστής Εκτέλεσης Ποινών διατάσσει τη λήψη των κατάλληλων κατά περίπτωση μέτρων', ήταν η περίπτωση του Κώστα Καλαρέμα."
Το ύστατο αυτό μέσο αντίδρασης του κρατούμενου υποστηρίζεται ανεπιφύλακτα από όσους δέχονται ότι η ελευθερία της βούλησης πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή και μέχρι το τέλος. Η αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι όταν έχει φτάσει κανείς στο σημείο να χάσει τις αισθήσεις του, τότε δεν είναι πλέον σε θέση να εκφράσει καμιά θέληση. Υπάρχει δηλαδή ένα κενό, ο απεργός δεν έχει πλέον καταλογισμό. Σ' αυτή την περίπτωση, είναι επιτρεπτή -μας λένε- η ιατρική παρέμβαση.
"Εγώ έμαθα απ' τις εφημερίδες ότι εκδόθηκε απόφαση για την υποχρεωτική σίτισή μου", θυμάται ο Κώστας Καλαρέμας. "Οι γιατροί του Γενικού επιβεβαίωσαν την ύπαρξη εντολής του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, αλλά με διαβεβαίωσαν ότι είναι ανεφάρμοστη, εφόσον έχω τις αισθήσεις μου. Και εγώ, βεβαίως, δεν επρόκειτο να υποκύψω αδιαμαρτύρητα. Αντιθέτως, στον Αιγύπτιο επέβαλαν την υποχρεωτική σίτιση γνωρίζοντας ότι κανείς δεν θα αντιδράσει." Το περιβάλλον του Νοσοκομείου δεν υπήρξε φιλικό για τον Καλαρέμα. Τον απειλούσαν ότι θα τον ξαναστείλουν στη φυλακή, απ' όπου έφυγε μετά 32 μέρες απεργία και ενώ ήδη παρουσίαζε συμπτώματα έντονης αφυδάτωσης. "Τοποθετούσαν δίπλα μου πιάτα με αχνιστές σούπες για να με υποβάλουν σε πειρασμό. Απ' ό,τι έμαθα, ο διευθυντής του Νοσοκομείου κ. Σγούρος διέταξε αυτή τη μεταφορά του Αιγύπτιου από άλλο θάλαμο στο δικό μου δωμάτιο για να παραδειγματιστώ από την άθλια κατάστασή του και το βασανιστήριο της υποχρεωτικής σίτισης." Αντιθέτως, στο διάστημα που βρισκόταν ακόμα στη φυλακή, ο απεργός πείνας αντιμετωπιζόταν με ιδιαίτερο σεβασμό από τους συγκρατούμενούς του. "Ολοι απέφευγαν να τρώνε μπροστά μου. Ακόμα και οι ξένοι που έχουν άλλους κώδικες επικοινωνίας με έβλεπαν με συμπάθεια και σεβασμό."
Ο γενικός απολογισμός των απεργιών πείνας δικαιώνει τους κρατούμενους που παίρνουν αυτό το θανάσιμο ρίσκο, εκτιμά η Κατερίνα Ιατροπούλου: "Από τη στιγμή που αναγνωρίστηκε το καθεστώς του απεργού πείνας σε κρατούμενους, έχουμε κατά κανόνα θετική έκβαση στις υποθέσεις και αποφυλάκιση του διαμαρτυρόμενου. Μόνο εδώ και ένα χρόνο παρουσιάστηκαν δικαστικές αποφάσεις που παραγνωρίζουν αυτό τον αγώνα και απορρίπτουν τις αιτήσεις αποφυλάκισης με το σκεπτικό ότι ο ίδιος ο κρατούμενος ευθύνεται για την οποιαδήποτε βλάβη της υγείας του. Με δυο λόγια του λένε 'πρόβλημά σου'. Το Συμβούλιο Εφετών υπήρξε μάλιστα πιο ριζοσπαστικό απ' το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Οταν προχώρησε η υπόθεση Μπαλάφα, οι εφέτες δέχθηκαν ότι η υγεία του ήταν κλονισμένη και πρέπει να βγει. Στις περισσότερες απ' αυτές τις υποθέσεις η αποφυλάκιση επιτυγχάνεται δυστυχώς μόνο μετά απεργία πείνας. Και έρχονται οι δικαστικές αποφάσεις στη συνέχεια να δικαιώσουν τους απεργούς, αθωώνοντάς τους απ' τις κατηγορίες."
Αν ανατρέξει κανείς στη εξέλιξη του σωφρονιστικού συστήματος, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότερες μικροβελτιώσεις στη ζωή των κρατουμένων κατακτήθηκαν μετά αλλεπάλληλες ατομικές ή ομαδικές απεργίες πείνας. Από τους πολιτικούς κρατούμενους του μεσοπολέμου και του μετεμφυλιακού καθεστώτος μέχρι τους ποινικούς βαρυποινίτες της Κέρκυρας τη δεκαετία 75-85. Μήπως, όμως κινδυνεύουμε από κατάχρηση αυτού του μέσου διαμαρτυρίας και καταλήγουμε σε παραπλάνηση της δικαιοσύνης; Η Κατερίνα Ιατροπούλου καθησυχάζει τους κινδυνολόγους: "Αποκλείεται αυτή η στάση να γίνει μόδα. Ποτέ δεν έγινε μόδα. Δεν είναι εύκολο για κανέναν να μπει στο παιχνίδι του δικού του θανάτου. Οσοι φτάνουν σ' αυτό το σημείο, σημαίνει ότι έχουν πράγματι εξαντλήσει κάθε άλλο δρόμο, κάθε άλλη διέξοδο."


Πριν από 65 χρόνια

Με αμηχανία αντιμετώπισε ο -άμαθος τότε- ελληνικός Τύπος την είδηση ότι οι κρατούμενες στις φυλακές Αβέρωφ κομμουνίστριες αποφάσισαν να ξεκινήσουν απεργία πείνας προκειμένου να καταγγείλουν την "τρομοκρατία που υφίσταντο στις φυλακές". Ηταν αρχές Νοεμβρίου του 1930 και ο συνδυασμός δύο εξαιρετικά ασυνήθιστων για την εποχή στοιχείων μπορεί να μας φωτίσει τους λόγους για τους οποίους οι δημοσιογράφοι της εποχής δεν ήξεραν πώς να χειριστούν την παράδοξη πληροφορία: από τη μια οι απεργίες πείνας δεν αποτελούσαν ακόμη γνωστό μέσο διαμαρτυρίας, από την άλλη οι απεργοί ήταν γυναίκες που διεκδικούσαν με τον τρόπο τους το καθεστώς του πολιτικού κρατουμένου σε μίαν εποχή που οι ομόφυλές τους δεν είχαν ακόμη κατακτήσει την ψήφο, το πιο στοιχειώδες δηλαδή δικαίωμα που απορρέει από την ιδιότητα του πολίτη.
Οταν η Αύρα Βλάση (κατόπιν Παρτσαλίδη), η αδελφή της Πέρσα Βλάση και η Σμαρώ Κρητικού, στελέχη και οι τρεις του ΚΚΕ, αποφάσιζαν να αρνηθούν το συσσίτιο της φυλακής, πρέπει ασφαλώς να φαντάζονταν τα σχόλια που θα προκαλούσε η κίνησή τους. Και ενώ η Κόκκινη Βοήθεια, η οργάνωση του ΚΚΕ που φρόντιζε για τους κρατούμενους κομμουνιστές και τις οικογένειές τους προέβαινε σε διάβημα προς τη διεύθυνση των φυλακών και ενημέρωνε σχετικά τον καθημερινό τύπο και τα γυναικεία περιοδικά της εποχής, ο Ριζοσπάστης αναλάμβανε την υπεράσπιση των πρωτοπόρων για τα ελληνικά δεδομένα απεργών πείνας:
"Πώς να συγκρατήσουμε την περηφάνια μας και πώς να κρύψουμε το καμάρι μας, όταν τέτοιες γυναίκες βγάζει το κίνημα;", έγραφε στις 5 Νοεμβρίου ο επιφυλλιδογράφος της εφημερίδας Νίκος Κατηφόρης που υπέγραφε ως "Προλετάριος". Και συνέχιζε:"Μέσα σε μίαν εποχή γενικού εξευτελισμού της γυναίκας, μέσα σ' ένα καθεστώς που μεταβάλλει τις γυναίκες σε μηχανές για παιδιά, σε πόρνες ή σε άβουλες κούκλες, να οι δικές μας γυναίκες, μόνες αυτές μέσα στον ωραίο όχλο των αστικών και των μικροαστικών τάξεων, μέσα στη βάρβαρη λάσπη της αστικής κοινωνίας, αυτές έχουνε υψωθεί σε τέτοιο ανώτερο επίπεδο, πήρανε μέσα τους μια συνείδηση τόσο φωτεινή, ώστε να εξισώνονται στην πάλη του προλεταριάτου με τους καλύτερους άντρες. (...) Για μας, η απεργία της πείνας που κήρυξαν οι συντρόφισσές μας είχε κάτι ολότελα φυσικό, μα για τους αστούς αποτελεί τουλάχιστο θαύμα!".

(Ελευθεροτυπία, 14/1/1996)

 

www.iospress.gr                                   ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ