ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ


Κεκλεισμένων των θυρών;

1. / 2.   

Η Δικαιοσύνη δεν υπήρξε ποτέ τυφλή. Διακρίνει αμυδρά από το βάθρο της τις σιλουέτες των κατηγορουμένων και των δικηγόρων. Για να ενισχύσει την ασθενική της όραση, είναι υποχρεωμένη να δανειστεί τα ομματογυάλια της κρατικής εξουσίας ή τους μυωπικούς φακούς της κοινής γνώμης. Και τότε διαπιστώνει με φρίκη ότι έχει γίνει δημόσιο θέαμα...  
 

ΕΙΚΟΝΟΚΛΑΣΤΕΣ
Τα νέα κέφια της Θέμιδος

 

Ο Αρειος Πάγος έκανε την αρχή. Με ομόφωνη απόφαση της ολομέλειάς του θέτει τέρμα στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές μεταδόσεις των δικών. Η κυβέρνηση σπεύδει να περιλάβει σχετική τροπολογία σε νομοσχέδιο του υπουργού Δικαιοσύνης. Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και των μέσων ενημέρωσης είναι έντονες. Δεν πρέπει να θιγεί η δημοσιότητα των δικών. Είναι μια δημοκρατική κατάκτηση, που η φαλκίδευσή της θα μας επιστρέψει στο δικαστικό μεσαίωνα. Για ποια "δημοσιότητα" όμως μιλάμε;

Δημοσιότητα για ποιους;
Από καμιά πλευρά δεν κρύβεται το γεγονός ότι ο εξοβελισμός της κάμερας και του μαγνητοφώνου σχετίζεται με τα τραύματα που μας άφησε η "μητέρα των δικών".
Οταν δηλαδή, χωρίς επιλεκτικό μοντάζ και σχολιασμό διάρκειας μερικών δευτερολέπτων ο πολίτης μπορούσε να ελέγξει από πρώτο χέρι την αξιοπιστία των παραγόντων της δίκης, αλλά και την ίδια τη διαδικασία. Αυτό που ονομάστηκε επιτιμητικά show, ήταν εντέλει πιο κοντά στην ιδανική δημοσιότητα (όπου όλοι και όλα μπορούν να κριθούν), ενώ οι ανοιχτές πόρτες της αίθουσας δεν εξασφαλίζουν παρά μια τυπική δημοσιότητα.
"Τα ακροατήρια των ποινικών δικαστηρίων -γράφει ο Ν.Κ. Ανδρουλάκης ("Θεμελιώδεις έννοιαι της ποινικής δίκης", 1972) - δεν προσελκύουν άξιον αριθμόν ατόμων. Πέρα από συγγενείς και φίλους υπάρχουν οι "σπουδασταί του εγκλήματος", δηλαδή τα μέλη του υποκόσμου αντλούντα πολύτιμους εμπειρίας εκ της παρακολουθήσεως των δικών, μέλλουσας να χρησιμεύσουν εις την επιτυχή διεκπεραίωσιν ιδίων αυτών επικειμένων δικαστικών περιπετειών". Αν, συνεπώς, πιστέψουμε τον καθηγητή, το επίπεδο του καθημερινού ακροατηρίου με κανένα τρόπο δεν ανταποκρίνεται στην ευεργετική αρχή της δημοσιότητας. Πρόσφατα μάλιστα, στο σύνηθες κοινό προστίθεται και ένα νέο. Οι διατεταγμένες σχολικές... εκδρομές τροποποιούν δραματικά (εις βάρος του "κακού") τις συνθήκες διεξαγωγής ορισμένων δικών, που συνήθως αφορούν υποθέσεις "ναρκωτικών"... Οι εισαγγελείς γίνονται αυστηρότεροι, καθόσον εκείνες τις στιγμές δεν δικάζουν απλώς, αλλά και εκπαιδεύουν τους νεοσσούς της κοινωνίας μας. Βεβαίως ουδείς λαμβάνει υπόψη "το άρθρο 329 & 1 ΚΠΔ (το οποίο) απαγορεύει την παρουσία στο ακροατήριο προσώπων που, κατά την ελεύθερη κρίση του διευθύνοντα, δεν έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους, και τούτο για την προφύλαξη της προσωπικότητας τους". (Χρ. Μπάκα, αν. καθηγητή Παν. Αθηνών, "Η δημοσιότητα στην ακροαματική διαδικασία σήμερα", εκδ. Σάκκουλα, 1986).

Προστασία για ποιους;
Οι οπαδοί της απαγόρευσης κάθε αναμετάδοσης των δικών μάς υπενθυμίζουν την παραβίαση του άρθρου 350 ΚΠΔ, το οποίο δεν επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των μαρτύρων και προβάλλουν την ανάγκη προστασίας της προσωπικότητας του κατηγορουμένου. Ωστόσο και στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν αρκεί η εκδίωξη της κάμερας. Στις πολυήμερες δίκες οι επόμενοι μάρτυρες μπορούν να διαβάζουν στον Τύπο ή να πληροφορούνται από τον οποιοδήποτε νομίμως παριστάμενο ό,τι θέλουν να μάθουν από τις καταθέσεις των προηγουμένων (εκτός αν τους απομονώσουμε ή καταργήσουμε και τους δικαστικούς ρεπόρτερ). Οσο για την προστασία του κατηγορουμένου, οι νομοθέτες οφείλουν να επιληφθούν και των όσων συμβαίνουν κατά την προδικαστική φάση. "Επ] αυτού δεν συζητεί κανείς", μας λέει η δικηγόρος Κατερίνα Ιατροπούλου. "Οι διαπομπεύσεις των κατηγορουμένων αρχίζουν από τη στιγμή της σύλληψης. Οι δημοσιογραφικές λήψεις, κατά κανόνα κατόπιν υποδείξεως των διωκτικών αρχών, στη φάση της προσαγωγής των υπόπτων ή έξω από το γραφείο του εισαγγελέα δεν έχουν καμιά σχέση με τη δημοσιότητα της δίκης". Και όμως τότε στιγματίζεται ή κάθε προσωπικότητα και προκαθορίζεται η έκβαση μιας δίκης.
"Τα κριτήρια με βάση τα οποία γίνεται η αστυνομικο-δημοσιογραφική αξιολόγηση της δημοσιότητας μιας υπόθεσης - συνεχίζει η κ. Ιατροπούλου - ανταποκρίνονται στις τρέχουσες κοινωνικές προκαταλήψεις". Επομένως, ο χρήστης χασίς γίνεται πρωτοσέλιδο ή ένα καλό βίντεο για τα δελτία των 8.30, όχι όμως π.χ. και ένας... μικροκαταχραστής του δημόσιου χρήματος. Αλλά και όταν ο ήδη στιγματισμένος από τη δημοσιότητα κατηγορούμενος φτάσει στο ακροατήριο, οι πιθανότητες να προστατευθεί είναι εξίσου ελάχιστες. "Η μόνη περίπτωση όπου ιδιώτης μπορεί να επιτύχει την άρση της δημοσιότητας είναι αυτή της έκδοσης", γράφει ο Χρ. Μπάκας. Στις υπόλοιπες απομένει η κρίση της έδρας ή η μετά το δημόσιο διασυρμό υποβολή μηνύσεως.
Στις 30.3.1992 τρεις κυρίες συνελήφθησαν για "κατοχή μικροποσότητας χασίς από κοινού". Είχαν την ατυχία εκτός από γυναίκες να 'ναι και δασκάλες. Μονοπώλησαν λοιπόν το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, αν και στο ίδιο πινάκιο του αυτοφώρου υπήρχαν άλλες 70 παρόμοιες υποθέσεις. Πώς, λοιπόν, λίγο αργότερα η έδρα να αποδεχτεί το αίτημα για την απόσυρση των φλας που υπέβαλαν οι (ήδη) "ναρκομανείς και επικίνδυνες δασκάλες"; Οπως μας εξηγεί ο επίκ. καθηγητής στο Παν. Θράκης
Αγγελος Κωνσταντινίδης, "η έμμεση δημοσιότητα προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 & 1 και 5 & 1 που αναφέρονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας του ατόμου και στο δικαίωμα να αξιώνει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του". Ο δε αν. καθηγητής Χρήστος Μπάκας γράφει: "θα μπορούσε, για παράδειγμα, να εισαχθεί ειδικό δικαίωμα του μη υπότροπου ή του εκ περιστάσεως εγκληματία να επιβάλει τη διεξαγωγή της δίκης του χωρίς δημοσιότητα, αφού σταθμίσει, ως άμεσα ενδιαφερόμενος, τα υπέρ και τα κατά μιας τέτοιας λύσης". Συνεπώς αν κάποιος θα 'πρεπε να 'χει γνώμη για την παρουσία των media στη δίκη του (και πριν απ' αυτή), είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Τουναντίον, στη δίκη των 4 νέων για το περιεχόμενο της γνωστής αντιπολεμικής προκήρυξης (4.5.1992) και ενώ οι ίδιοι επιθυμούσαν την απόλυτη διαφάνεια, αφού απλώς υπερασπίζονταν τις ιδέες τους, το δικαστήριο απομάκρυνε κάθε μέσο αναμετάδοσης αλλά και καταγραφής της διαδικασίας. Ηταν η πρώτη εφαρμογή της (μετά Σταμούλη) πρότασης του Αρείου Πάγου και η εισαγωγή ενός κλίματος μυστικότητας και όχι φυσικά κάποιας προστασίας των κατηγορουμένων. Η κοινή γνώμη βασίμως υπέθεσε ότι κάτι σοβαρό για τα συμφέροντα της χώρας διακυβευόταν και επομένως οι πρωτοφανείς 19μηνες ποινές (στον καθένα) ανταποκρίνονταν σ' αυτή την τεχνητή πεποίθηση. Σε ανάλογη πολιτική δίκη (13.1.1992) ένας άλλος εισαγγελέας απαγόρευσε τα δημοσιογραφικά κασετόφωνα και έτσι ελάχιστοι πληροφορήθηκαν τις απίστευτες (και για καφενείο ακόμα) γεωπολιτικές του απόψεις ...

Μια ιστορική αντιστροφή
Η δημοσιότητα της δίκης περιγράφεται συχνά ως κατάκτηση της περιόδου του Διαφωτισμού και θεωρείται αποκλειστικό κέρδος του κατηγορουμένου. Ομως αυτή η δημοσιότητα δεν επιβλήθηκε μόνο ως εγγύηση μιας ανεπηρέαστης ετυμηγορίας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα είδος αντιστροφής. Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνα η απόλυτη μυστικότητα που κάλυπτε τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης ισοσκελιζόταν με την απόλυτη δημοσιότητα που περιέβαλε την εκτέλεση της ποινής: οι θανατικές εκτελέσεις και τα βασανιστήρια οργανώνονταν στις πλατείες με στοιχείο απαραίτητο τη λαϊκή παρουσία. Η σκληρότητα και η βιαιότητα των ποινών συνόψιζαν τη δύναμη του ηγεμόνα διαμέσου των δικαστικών οργάνων του. Ενώ σήμερα, η εκτέλεση της ποινής αποσυνδέεται όλο και περισσότερο από τη δικαιοσύνη και η τιμωρία καταλήγει να γίνεται η πιο συγκαλυμμένη πλευρά της ποινικής διαδικασίας. Χάρη στις μελέτες του Μισέλ Φουκό διαθέτουμε πλέον μια ολοκληρωμένη εικόνα της γενεαλογίας αυτής της αντιστροφής:
"Από τώρα και μπρος, το σκάνδαλο και η δημοσιότητα θα κατανέμονται διαφορετικά, Η ίδια η καταδίκη πρόκειται να στιγματίζει φανερά τον ένοχο με ένα σημάδι αρνητικό και μονοσήμαντο: επομένως, δημοσιότητα της δίκης και της καταδίκης. Οσο για την εκτέλεση, αυτή είναι τώρα κάτι σαν ένα επιπρόσθετο όνειδος, που η δικαιοσύνη ντρέπεται να επιβάλει στον κατάδικο. Παραμένει λοιπόν σε απόσταση, έχοντας πάντα την τάση να την αναθέτει σε άλλους και με τη μεγαλύτερη εχεμύθεια". ("Επιτήρηση και τιμωρία", σ. 19). Αυτή η αντιστροφή εξηγεί εν πολλοίς και το σύγχρονο φαινόμενο της διαπόμπευσης κατηγορουμένων πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης. Οσο η εκτέλεση της ποινής ήταν δημόσια, δινόταν η ευκαιρία στο λαϊκό παράγοντα να επέμβει και να "συμμετέχει" με ύβρεις, λοιδορίες αλλά και βασάνους εις βάρος του καταδίκου μετά την απαγγελία της ποινής. Αυτό το στοιχείο της λαϊκής συμμετοχής (ή λαϊκής συνενοχής, καλύτερα) στην απονομή της δικαιοσύνης, μετατοπίζεται πλέον αναγκαστικά στη φάση της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας. Η ιστορική υπενθύμιση είναι χρήσιμος οδηγός για το συμπέρασμα. Ο επιχειρούμενος περιορισμός της δημοσιότητας καθόλου δεν προστατεύει από τη διαπόμπευση τον κατηγορούμενο. Ισως, μόνο, να απαλλάσσει το δικαστή από την καταγραφή ενοχλητικών λεπτομερειών για τον τρόπο απονομής δικαιοσύνης. Αν πραγματικός στόχος του περιορισμού είναι η υπεράσπιση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, η λύση είναι απλή: ας αφεθεί στη δική του διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν επιθυμεί την παρουσία φωτογραφικών και τηλεοπτικών συνεργείων. Για την παρουσία δημοσιογράφων και κασετοφώνων δεν συζητούμε: είναι τόσο αυτονόητη όσο και οι ανοιχτές πόρτες της αίθουσας του δικαστηρίου.

 

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ
Οι αξιοσέβαστοι κουκουλοφόροι

Η "ακροαματική διαδικασία" ήταν εξαιρετικά σύντομη. Ενας ένας οι μάρτυρες κατηγορίας περνούσαν μπροστά από τους κατηγορούμενους που είχαν συγκεντρώσει οι διωκτικές αρχές κι έδειχναν με το δάχτυλο όσους κατά τη γνώμη τους ήταν ένοχοι. Αυτό ήταν! Αυτοστιγμεί καταδικασθέντες, οι δαχτυλοδεικτούμενοι οδηγούνταν πάραυτα στο κοντινότερο εκτελεστικό απόσπασμα... Η σκηνή είναι γνωστή. Επαναλήφθηκε σχεδόν πανομοιότυπα σε όλα τα μπλόκα των ναζιστικών στρατευμάτων και των συνεργατών τους στην κατεχόμενη Ευρώπη κατά τη διάρκεια του β' παγκόσμιου πολέμου. Προκειμένου να διατηρήσουν την ανωνυμία τους οι αποτελεσματικότατοι "μάρτυρες κατηγορίας", είχαν συνήθως καλυμμένο το πρόσωπό τους με μια κουκούλα. Χάρη στις έκτακτες συνθήκες της εποχής, ουδείς επισήμανε ποτέ κάποιο δικονομικό πρόβλημα. Οι δίκες που διεξάγονται καθημερινά στις δημοκρατικές χώρες της σημερινής Ευρώπης δεν παρουσιάζουν βέβαια και πολλές ομοιότητες με τα παραπάνω κατοχικά "ντου". Συχνά, ωστόσο, οι μάρτυρες κατηγορίας - ιδιαίτερα σε υποθέσεις που αφορούν το "οργανωμένο έγκλημα" - διστάζουν κι αυτοί να καταθέσουν δημόσια. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται πολιτικοί προϊστάμενοι των σωμάτων ασφαλείας, αστυνομικοί αλλά και μερίδα των ίδιων των μέσων μαζικής ενημέρωσης. "Ναι μεν κάθε πολίτης υποχρεώνεται από το νόμο να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και να καταθέσει ό,τι έχει υπόψη του, όλο και περισσότεροι μάρτυρες όμως προτιμούν να αψηφήσουν τις κυρώσεις του νόμου παρά να προκαλέσουν την εκδίκηση των γκάνγκστερ",
διαβάζουμε λ.χ. σε πρόσφατο άρθρο του γερμανικού "Der Spiegel" (6.7.1992). To μαγικό φάρμακο δεν θα αργήσει όμως να βρεθεί, σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα. Ενα νομοσχέδιο "για την προστασία των μαρτύρων σε δίκες κατά του οργανωμένου εγκλήματος" βρίσκεται στα σκαριά. Χώρα -πρότυπο σ' αυτό τον τομέα θεωρούνται οι ΗΠΑ, όπου υπολογίζεται ότι 15.000 "απειλούμενοι" μάρτυρες κατηγορίας προστατεύονται από την αστυνομία σε μόνιμη βάση. Η μεταβίβαση της τεχνογνωσίας είναι άλλωστε άμεση: το 1987, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Αμβούργου είχε παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια (witness security basic) στην πολιτεία της Τζόρτζια, μεταφυτεύοντας αργότερα το "πρόγραμμα" στην Ομοσπονδιακή Γερμανία.
Τα πιο απλά προστατευτικά μέτρα που λαμβάνονται αφορούν κατά κανόνα τη διασφάλιση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας του μάρτυρα, εμποδίζοντας τον "εντοπισμό" του από οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ενδεχόμενη αλλαγή του IX του "προστατευόμενου", αντικατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού του από παροχή χρημάτων μέσω του κρατικού ταμείου, εφοδιασμό του με περούκα ή ειδική μάσκα, ακόμα κι απόκρυψή του σε κάποια από τις δέκα περίπου πανσιόν με τις οποίες συνεργάζεται μυστικά η Ομοσπονδιακή Αστυνομία Δίωξης του Εγκλήματος (BUA). Από το 1988 μέχρι σήμερα, αρκετές εκατοντάδες άτομα έχουν δεχθεί ανάλογες φροντίδες. Επιπλέον, το πρώτο μέτρο που προβλέπει το νέο νομοσχέδιο είναι το δικαίωμα του μάρτυρα να μη δηλώνει τη διεύθυνσή του. Το "ζουμί" όμως της υπόθεσης βρίσκεται αλλού κι όχι στα παραπάνω εύλογα κι ευνόητα. Δεν αφορά τη φυσική προστασία των μαρτύρων, αλλά την ανωνυμία τους - άρα και τον (μικρότερο ή μεγαλύτερο) περιορισμό της δυνατότητας να ελεγχθεί η σοβαρότητα και ακρίβεια της κατάθεσής τους. Το "λόμπι" των σωμάτων ασφαλείας πιέζει ασφυκτικά προς αυτή την κατεύθυνση, ζητώντας τροποποίηση της ποινικής δικονομίας ώστε, σύμφωνα με τον επικεφαλής της BUA Χανς Λούντβιχ Τσάχερτ, "όποιος εμπιστεύεται κάτι στην αστυνομία να μπορεί και στα πρακτικά της ανάκρισης αλλά και μπροστά στο δικαστήριο να παραμένει ανώνυμος". Αγνωστο αν αυτό θα σημαίνει ότι, όπως ισχύει και στις ΗΠΑ, ο μάρτυρας θα φορά κουκούλα την ώρα που καταθέτει. Ισως να μη χρειαστεί καν η προσφυγή σε τέτοιου είδους μεθόδους, καθώς βασικό αίτημα των διωκτικών αρχών είναι να αφαιρεθεί από τη δικονομία η ίδια η υποχρέωση παρουσίας των μαρτύρων στο δικαστήριο. Υπερβολικό; Οχι και τόσο. Κάτι παρεμφερές εφαρμόζεται ήδη στις δίκες τις σχετικές με ναρκωτικά: εκεί οι μαρτυρίες "μεταφέρονται" στο δικαστήριο από εντεταλμένους επί τούτου αστυνομικούς υπαλλήλους! Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τη σχετική διαδικασία: "Κάποιος που δεν θα σας πω το όνομα του, μου είπε να σας πω ότι... κ.λπ. κ.λπ.". Τι βαρύτητα θα δίνατε σε μια τέτοια κατάθεση;

"Γιατί έκρυβα το πρόσωπο μου"

Οι περισσότερες φωτογραφίες από τη δίκη του Ρολφ Πόλε στο Εφετείο και τον Αρειο Πάγο το 1976, τον παρουσιάζουν με καλυμμένο το πρόσωπο. Τον ρωτήσαμε για ποιο λόγο ήθελε να αποφύγει τη δημοσιότητα:
"Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ματαιοδοξία. Η συμπεριφορά μου εξηγείται από την προϊστορία μου στη Δ. Γερμανία. Οταν διεξήχθη η τρομοκρατική δίκη εναντίον μου το 1973-74 ήμουν ήδη καταβλημένος από βασανιστήρια και απεργίες πείνας δύο χρόνων και ήθελαν να με παρουσιάσουν σαν έναν άνθρωπο που έχει σπάσει. Τα λόγια δεν θα με βοηθούσαν, διότι τα μέσα ενημέρωσης δεν τα δημοσίευαν. Ετσι εμφανίστηκα ενώπιον του δικαστηρίου τη μια μέρα με σηκωμένη τη γροθιά, την άλλη με ένα μαύρο μαντίλι με κόκκινο αστέρι, ή έριχνα τα μαλλιά μου στο πρόσωπο, ή φορούσα μια πλαστική σακούλα με την εικόνα του Μαρξ κ.λπ. Οι δικαστές γελοιοποιήθηκαν όταν ζήτησαν την απομάκρυνση της τηλεοπτικής κάμερας και των κασετοφώνων, ενώ την ίδια στιγμή ακουγόταν ο θόρυβος από τα γουόκι τόκι των μπάτσων που μετέδιδαν φυσικά τη διαδικασία. Στο αίτημά μου να φωτογραφίζομαι "μόνο όταν το επιθυμώ ο ίδιος", το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "ως προσωπικότης της σύγχρονης ιστορίας" οφείλω να δέχομαι τη φωτογράφηση, εν ανάγκη δια της βίας, περιστοιχιζόμενος από δεκάδες αστυνομικούς...
Το 1976 στην Αθήνα αντέδρασα στους φωτογράφους, ώστε να μην μπορεί η αστυνομία να ανακαλύψει κάποια πρόσωπα που ήρθαν σ' επαφή μαζί μου και να φορτώσει και σ' αυτούς την κατηγορία του "τρομοκράτη". Στη δίκη του Εφετείου στον Κορυδαλλό και αργότερα στον Αρειο Πάγο η κάλυψη του προσώπου μου ήταν ορθή και επιτυχής απέναντι στην "TV - Γκένσερ", όπως αποκαλούν το δεύτερο γερμανικό κρατικό κανάλι, το οποίο τραβούσε εξ επαφής κάθε κίνηση του προσώπου μου. Ηταν όμως κι ένα λάθος μου από κεκτημένη συνήθεια: πολλές ελληνικές εφημερίδες δεν δημοσίευαν, όπως οι γερμανικές, μόνο τις άσχημες, παραμορφωτικές φωτογραφίες που με παρουσίαζαν ως εγκληματία, αλλά τις κανονικές. Οι ελαφρώς γελοίες φωτογραφίες με το καλυμμένο πρόσωπο χρησιμοποιούνται από τα μέσα ενημέρωσης για να δείξουν ότι εμείς οι "εγκληματίες" έχουμε κάτι παραπάνω να κρύψουμε από τους κανονικούς "νομιμόφρονες"' πολίτες.
Σημειωτέον ότι ένα έτος από την ποινή μου ως "τρομοκράτη" οφείλεται στο γεγονός ότι με τίναγμα του κεφαλιού μου πέταγα την περούκα που μου φόραγαν για να με φωτογραφίσουν μετά τη σύλληψή μου το 1971. "Τότε θα φωτογραφίσουμε μια κούκλα", είπαν οι μπάτσοι και δημοσίευσαν αυτή την κούκλα με το πρόσωπο μου.
Οταν το 1976 με εμφάνισαν ξαφνικά στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών ημίγυμνο μπροστά στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, μετά από μια μικρή και μάταιη αντίσταση, σωριάστηκα κάτω, φούσκωσα με αέρα τα μάγουλά μου και έκλεισα τα μάτια. Η πρόθεση των αστυνομικών να με εμφανίσουν ως "ομοφυλόφιλο συνεργάτη του γνωστού τρομοκράτη Κάρλος" (Interpol), αντιστράφηκε στην εικόνα ενός κρατουμένου που τον μεταχειρίζονται απάνθρωπα.
Τον πραγματικό λόγο, όμως, που κρύβω πάντοτε το πρόσωπο μου τον ανακάλυψε πρώτος ο Πέτερ Γκλοτς, που τυγχάνει ιδιαίτερης αναγνώρισης και στην Αθήνα ως "εξέχων διανοητής του SPD". Στο ημερολόγιο που κρατούσε όταν ήταν υπουργός Πολιτισμού στο Βερολίνο διαβάζουμε: "Ο Ρολφ Πόλε συλλαμβάνεται στην Αθήνα... με ένα πρόσωπο καταστραμμένο από την ακμή..."
Ε, όπως είπαμε, κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ματαιοδοξία".

 



(Ελευθεροτυπία, 19/7/1992)

 

www.iospress.gr                                  ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ