Ο τετραγωνισμός του κύκλου της αυθαιρεσίας 


Τα «στρογγυλά» χωριά του Ρεθύμνου

 

Πριν από λίγες μέρες δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μια σειρά αποφάσεων της Νομαρχίας Ρεθύμνης για τα όρια των οικισμών στο νομό (ΦΕΚ 258/3.6.2009 και 272/11.6.2009). Το γεγονός δεν θα μας έκανε καμιά ιδιαίτερη εντύπωση αν δεν προσέχαμε την ημερομηνία αυτών των αποφάσεων και το όνομα του νομάρχη που τις υπογράφει. Ε, λοιπόν αυτές οι αποφάσεις έχουν ληφθεί πριν από μια ολόκληρη εικοσαετία, από τον Απρίλιο του 1987 μέχρι και τον Ιούνιο του 1990 από τους τότε νομάρχες Βασιλική Μόσιαλου και Παναγιώτη Κλάδο. Πρόκειται για αποφάσεις με τις οποίες η Νομαρχία προσδιόρισε τότε τα όρια 74 από τους 200 οικισμούς του νομού. Μόνο που για τους 61 απ’ αυτούς δεν δημοσιεύτηκαν οι συνοδευτικοί χάρτες, ενώ για τους 13 δεν δημοσιεύτηκαν ούτε και οι αποφάσεις.

Σε όλο αυτό το διάστημα οι αποφάσεις αυτές εφαρμόζονταν χωρίς να έχουν νόμιμη ισχύ (εφόσον δεν είχαν δημοσιευτεί πλήρως ή καθόλου στο ΦΕΚ), με αποτέλεσμα να έχει προκύψει σε όλο το νομό μια τεράστια έκταση «νόμιμης» αυθαιρεσίας και τα όρια των οικισμών να έχουν εξαφανιστεί ή να επεκτείνονται κατά το δοκούν.

Η μεταχρονολογημένη αυτή δημοσίευση των νομαρχιακών αποφάσεων στο ΦΕΚ επιτράπηκε χάρη σε μια μικρή φωτογραφική τροπολογία που πέρασε στις 17 Μαρτίου 2009 ως διάταξη νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών και σύμφωνα μ’ αυτήν, «διαγράμματα που συνοδεύουν αποφάσεις του υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων ή των Νομαρχών ή των δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων και δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αποστέλλονται για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μαζί με τα κείμενα των πιο πάνω αποφάσεων και οι αποφάσεις αυτές έχουν αναδρομική ισχύ».

Η διάταξη αυτή πέρασε με ευκολία από τη Βουλή. H μόνη που «τόλμησε» να διαφωνήσει ήταν η Αννα Φιλίνη, η οποία διαμαρτυρήθηκε για την εσπευσμένη εισαγωγή της διάταξης, αλλά κυρίως για την ουσία της, δηλαδή για το γεγονός ότι μ’ αυτήν νομιμοποιούνται εκ των υστέρων πολεοδομικές ρυθμίσεις και οικοδομικές επεμβάσεις που έχουν κριθεί παράνομες από το ΣτΕ. Η βουλευτής του του ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέκος Αλαβάνος είχαν καταθέσει λίγες μέρες νωρίτερα σχετική ερώτηση με αποτέλεσμα να δεχτούν σκληρές επιθέσεις από τοπικούς παράγοντες που θεώρησαν κεκτημένο δικαίωμα το καθεστώς της αυθαιρεσίας. Η κυβέρνηση θέλησε –μέσω της τοπικής της εκπροσώπου Ολγας Κεφαλογιάννη- να μονοπωλήσει την υποστήριξη της ρύθμισης, αλλά οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ βιάστηκαν να πάρουν κι αυτοί μερίδιο της «επιτυχίας». Μάλιστα ο Μίμης Ανδρουλάκης κατήγγειλε την κυρία Κεφαλογιάννη για «κυνική και χυδαία καπηλεία του θέματος» και επέμενε ότι «φώναξα ναι κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου» (Ρεθεμνιώτικα Νέα, 20/3/09).

Ο λόγος, όμως, που τόσα χρόνια δεν δημοσιεύονταν τα επίμαχα σχεδιαγράμματα δεν είναι τυπικός ούτε μπορεί να αναχθεί στις γνωστές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης. Δεν επρόκειτο δηλαδή για μια απλή «καθυστέρηση». Όπως αποδείχτηκε σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η απουσία των επίσημων σχεδιαγραμμάτων διευκόλυνε στην εφαρμογή των ρυθμίσεων, σε πείσμα δικαστικών αποφάσεων που τις έκριναν παράνομες. Κεντρική λογική αυτών των αποφάσεων είναι η θεσμοθέτηση ενός ορίου οικιστικής ανάπτυξης σε μορφή κύκλου με ακτίνα 800 μέτρων από το «κέντρο» του οικισμού.

Ποιό ήταν το αποτέλεσμα της εισαγωγής του κύκλου των «800 μέτρων» στην οικιστική ανάπτυξη του νομού; Καταφεύγουμε στη γνώμη ενός ειδικού, του αρχιτέκτονα Μιχάλη Δεληγιαννάκη, ο οποίος είναι διευθυντής της Πολεοδομίας Ρεθύμνου από το 1999. Στη μελέτη του για τις αντιφάσεις της πολεοδομικής παρέμβασης στο νομό («Νομός Ρεθύμνου: χωρικές παρεμβάσεις», Ρέθυμνο 2005) ο κ. Δεληγιαννάκης επισημαίνει ότι «η οριοθέτηση των οικισμών αυτών έγινε χωρίς σχεδιασμό και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 του Π.Δ. της 24.4/3.5.1985 (ΦΕΚ 181Δ). Οι πολεοδομικές συνέπειες είναι ορατές. Η βόρεια πλευρά του νομού με τις μεγαλύτερες δυνατότητες για την ανάπτυξη του ποιοτικού τουρισμού μεταβλήθηκε σε μια άμορφη πολεοδομική μάζα. Η θεσμοθέτηση ορίων οικισμού με ακτίνα 800 μέτρα στάθηκε καταστροφική. […] Ο αυθαίρετος ορισμός των 800 μέτρων ως όριο οδήγησε σε έναν ιδιότυπο κανιβαλισμό. Ο οικισμός Μυριοκέφαλα ‘έφαγε’ μέρος του νομού Χανίων. Ο οικισμός Παγκαλοχώρι ‘έφαγε’ τον οικισμό Χαμαλεύρι και Αστέρι. Εντάχθηκαν, δηλαδή, περιοχές που συχνά δεν ανήκαν στην εδαφική περιοχή της κοινότητας. Στους παραδοσιακούς οικισμούς, όπως το Αμάρι Συβρίτου, το Ρουσσοσπίτι Ρεθύμνου, η ενέργεια αυτή στάθηκε καταστροφική και ιδιαίτερα για τους οικισμούς που δέχονταν μεγάλες οικιστικές πιέσεις, όπως ο Πρίνος Αρκαδίου, η Μαγνησία Αρκαδίου, το Ρουμελί Γεροποτάμου.

Το 1988 όμως έγινε το χειρότερο με την οριοθέτηση των παραλιακών οικισμών, οι οποίοι παρουσίαζαν μεγάλη τάση οικοπεδοποίησης. […] Τα χωριά όπως η Πηγή, το Αδελε, το Παγκαλοχώρι, κτισμένα ψηλά στους λόφους σε οικιστικά κατάλληλες περιοχές, ‘μεταναστεύουν’ στην παραλία και γίνονται οικισμοί-κάμπος. Με τις ενέργειες αυτές καταργείται η παραδοσιακή πολεοδομία, όπου η χωροθέτηση γίνεται σε οικιστικά κατάλληλες περιοχές. Το μοναδικό κριτήριο ήταν η οικονομική εκμετάλλευση αδιαφορώντας αν τσιμεντώνεται ο γόνιμος κάμπος» (σελ. 60-61).

Η καθυστέρηση, δηλαδή, της τακτοποίησης του ζητήματος είχε μια σαφή πολιτική σκοπιμότητα. Να επιτρέψει την εκμετάλλευση των περιοχών αυτών, χωρίς να τηρούνται οι περιορισμοί της πολεοδομικής νομοθεσίας και του Συντάγματος.

Το ερώτημα είναι πώς τόσα χρόνια λειτουργούσε στον αέρα όλη η διοίκηση της περιοχής. Η απάντηση είναι απλή. Κατά καιρούς ο εκάστοτε νομάρχης εξέδιδε αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες είναι νόμιμες και πρέπει να εφαρμόζονται οι αρχικές προβληματικές αποφάσεις, τις οποίες ήρθε τώρα να περισώσει η κυβερνητική πρωτοβουλία. Χαρακτηριστική η απόφαση που υπογράφει ο νομάρχης Γιώργος Παπαδάκης στις 25/4/07: «Η (αρχική) απόφαση είναι μεν ανυπόστατη […] αλλά αφού εφαρμόστηκε για μακρό χρόνο είναι πραγματικώς υπαρκτή. […] Το γεγονός ότι οι ανωτέρω αποφάσεις εκ των υστέρων κρίθηκαν ελαττωματικές, λόγω των μη δημοσιεύσεων των διαγραμμάτων που τις συνόδευαν, ενώ κατά την έκδοσή τους ήταν απολύτως νόμιμες, εφαρμόστηκαν δε, απρόσκοπτα για μακρότατο χρονικό διάστημα, χωρίς ποτέ ν’ αμφισβητηθούν ή να ακυρωθούν με απόφαση του ΣτΕ και κατά συνέπεια ως νόμιμες διοικητικές πράξεις παράγουν πλήρως σύννομες συνέπειες. […] (Κατόπιν αυτών) αποφασίζουμε τη συνέχιση εφαρμογής των ανωτέρω αποφάσεων και τη χορήγηση αδειών σε όλους τους οικισμούς».

Ο μόνος λόγος που καταφεύγει τώρα η κυβέρνηση στην εκ των υστέρων νομιμοποίηση της παρανομίας είναι το γεγονός ότι βρέθηκαν ορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε ορισμένες πράξεις, θεωρώντας ότι αν το έκαναν θα παρανομούσαν. Τέτοιου είδους αντιδράσεις υπαλλήλων είχαν σημειωθεί και στο παρελθόν, ενώ η πολυνομία έχει προκαλέσει ακόμα και διαπληκτισμούς που έφτασαν σε δικαστικές διαμάχες μεταξύ υπαλλήλων, οι οποίοι ερμήνευαν με διαφορετικό τρόπο την πολεοδομική νομοθεσία. Αλλά αυτό που υποχρέωσε την κυβέρνηση να παρέμβει, ήταν η απόφαση του ΣτΕ, το οποίο έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 24 του Συντάγματος απαγορεύεται η οικοδόμηση σε οικισμούς που δεν διαθέτουν ολοκληρωμένο πολεοδομικό σχέδιο. Η υποθηκοφύλακας Ρεθύμνου είχε από το 2007 ζητήσει γνωμάτευση του Αρείου Πάγου για τη νομιμότητα εφαρμογής αυτών των νομαρχιακών αποφάσεων. Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εξέδωσε «γνωμοδότηση βόμβα» (Κρητική Επιθεώρηση, 6/7/07), σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις αυτές είναι ανυπόστατες και οι πράξεις που προκύπτουν απ’ αυτές «τουλάχιστον άκυρες». Το μοναδικό αποτέλεσμα της γνωμοδότησης ήταν να επιτεθούν στην υποθηκοφύλακα οι τοπικοί σύλλογοι δικηγόρων, συμβολαιογράφων και η «Επιτροπή Αγώνα» των οικιστών.

Η φωτογραφική νομοθετική ρύθμιση του Μαρτίου δίνει ένα προσωρινό τέλος στο πρόβλημα, αλλά οι κυκλικές ζώνες των οκτακοσίων μέτρων κινδυνεύουν να ακυρωθούν με την πρώτη προσφυγή στο ΣτΕ. Και τότε δεν θα μπορέσει να τις σώσει καμιά νομαρχιακή απόφαση.

 

 

(Ελευθεροτυπία, 25/7/2009)

 

www.iospress.gr