Διώξεις και τρομοκρατία στην Ξάνθη

 

Η ρεβάνς των ροπαλοφόρων
 

Η κρατική τρομοκρατία, όπως και η εκδίκηση, είναι ένα πιάτο που τρώγεται καλύτερα κρύο. Λίγο πριν κλείσει εξάμηνο από τη μαζική εξέγερση του περασμένου Δεκέμβρη, οι μηχανισμοί ασφαλείας ετοιμάζονται να πάρουν τη ρεβάνς από το πιο απείθαρχο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας –δίνοντας επιπλέον ένα προληπτικό μάθημα σε όσους ετοιμάζονται να βγουν στους δρόμους μετά τη (μετεκλογική) εξαγγελία των αντιλαϊκών μέτρων «για την αντιμετώπιση της κρίσης».

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ξάνθη, μια πόλη όπου αυτοί οι μηχανισμοί είναι παραδοσιακά αναβαθμισμένοι λόγω (και) των τοπικών «εθνολογικών ιδιομορφιών», αποτελούν ίσως την πιο ξεκάθαρη περίπτωση αυτής της πολιτικής.

Η Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008 ήταν μέρα γενικής απεργίας σε όλη την Ελλάδα και, συνάμα, το «κλείσιμο» του πρώτου γύρου της δεκεμβριανής εξέγερσης. Στη γενική τους συνέλευση, οι φοιτητές της Ξάνθης είχαν αποφασίσει να πάρουν μέρος στο συλλαλητήριο του Εργατικού Κέντρου κι εν συνεχεία να καταλάβουν συμβολικά το κτίριο της νομαρχίας. Δυο μέρες νωρίτερα, την επαύριο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, παρόμοιο συμβολικό εγχείρημα είχε πραγματοποιηθεί -χωρίς επεισόδια- και στο δημαρχείο της πόλης.

Την πορεία των φοιτητών ακολούθησαν οι συγκεντρωμένοι μαθητές και πολλοί εργαζόμενοι. Μόλις όμως η κεφαλή της διαδήλωσης μπήκε στη νομαρχία, βρέθηκε κατάφατσα με τα ΜΑΤ που παραμόνευαν στο εσωτερικό της. Ακολούθησαν διαπληκτισμοί και, ενώ οι φοιτητές ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν, άγρια επίθεση των ΜΑΤ με αποτέλεσμα τέσσερις τραυματίες: τρεις φοιτητές και το δημοσιογράφο της ΕΡΑ, Σαμί Καραμπουγιούκογλου, που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ανοιγμένο το κεφάλι από τα αστυνομικά γκλομπς.

Τοπικές εφημερίδες της επομένης έκαναν λόγο για «απρόκλητη επίθεση των ΜΑΤ» («Αγώνας» 11.12.08). Κάποιες άλλες επικρότησαν τη στάση της ΕΛ.ΑΣ., χωρίς να προβάλουν κάποια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Πουθενά δεν γίνεται λόγος για τραυματίες αστυνομικούς, παρά μόνο για μια σπασμένη τζαμαρία της νομαρχίας, που κατ’ άλλους την έσπασαν οι διαδηλωτές και κατ’ άλλους τα ΜΑΤ.

Ο Δεκέμβρης έληξε έτσι στην Ξάνθη χωρίς συλλήψεις και δικαστικές διώξεις. Ωσπου στις 20 Φεβρουαρίου 2009, δυόμισι ολόκληρους μήνες μετά τα γεγονότα, η τοπική Αστυνομική Διεύθυνση στέλνει στα καλά καθούμενα στην εισαγγελία πρωτοδικών δικογραφία σε βάρος δυο εργαζόμενων φοιτητών (και 30-40 «αγνώστων δραστών») με το μισό ποινικό κώδικα: από διακεκριμένες φθορές και απλές σωματικές βλάβες μέχρι απόπειρες ανθρωποκτονίας και σύσταση «εγκληματικής οργάνωσης»!

Η εισαγγελία, με τη σειρά της, θα καλέσει στις 27 Απριλίου τους δυο φοιτητές (τον Παναγιώτη Μουσταφέλο και το Σταύρο Φωτεινόπουλο) να καταθέσουν σχετικά με τις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Και οι δυο τους είναι μέλη της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης Ξάνθης με ενεργό, δημόσια παρέμβαση στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα της πόλης.

Αντί να ζητηθούν ποινικές ευθύνες από τους αστυνομικούς που τραυμάτισαν τρεις φοιτητές κι ένα δημοσιογράφο, ποινικοποιείται η συμμετοχή στις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη. Το αναποδογύρισμα αυτό της πραγματικότητας δεν είναι όμως το μόνο παράξενο της υπόθεσης. Η ίδια η δικογραφία προκαλεί εύλογα ερωτηματικά για τη λογική (αλλά και τη σοβαρότητα) των λαγωνικών της ΕΛ.ΑΣ.:

* Ο αντινομάρχης Ξάνθης (που συνομίλησε με τους διαδηλωτές πριν από την επίθεση των ΜΑΤ) κι ένας αστυνομικός καταθέτουν στις 19 Φεβρουαρίου, δυόμισι μήνες μετά το επεισόδιο και λίγες ώρες προτού η δικογραφία διαβιβαστεί στον εισαγγελέα. Ο αντινομάρχης δεν αναγνωρίζει κανέναν. Ο αστυνομικός αναφέρει μεταξύ των διαδηλωτών τους δυο φοιτητές, χωρίς όμως να τους καταλογίζει και συγκεκριμένες πράξεις.

* Οκτώ άλλοι αστυνομικοί φέρονται αντίθετα να έχουν δώσει καταθέσεις ήδη από το απόγευμα της ημέρας των επεισοδίων και να «αναγνωρίζουν» τους δυο φοιτητές μεταξύ των επιτιθέμενων (και δη «με μένος»). Ο ένας κατονομάζεται, μάλιστα, σαν «ο επικεφαλής όλων που τους οργάνωνε και τους παρακινούσε και μιλούσε με τον Αντινομάρχη». Ολως παραδόξως, αυτός ο τελευταίος δεν φέρεται να ρωτήθηκε καν (δυόμιση μήνες μετά) για το συγκεκριμένο άτομο. Απορία προκαλεί επίσης η καθυστερημένη λήψη κατάθεσης από έναν ακόμη αστυνομικό, που δεν έχει μάλιστα να καταθέσει και πολλά πράγματα, αφού (υποτίθεται πως) υπήρχαν ήδη άλλες οκτώ...

* Και οι οκτώ καταθέσεις της «10ης Δεκεμβρίου» είναι πανομοιότυπες, με ελάχιστες μικροδιαφορές (το πολύ 1-2 λέξεις σε μιάμιση δακτυλογραφημένη σελίδα). Επιπλέον, φέρονται να έχουν δοθεί όλες σχεδόν ταυτόχρονα (μέσα σε λιγότερο από μια ώρα) στους ίδιους ανακριτικούς υπαλλήλους! Δυο καταθέσεις π.χ. που φέρονται να έχουν δοθεί και οι δυο στις 7.40 μ.μ. υπογράφονται από τον ίδιο αστυνομικό – τη μια σαν «ανακριτικό υπάλληλο α΄» και την άλλη σαν «ανακριτικό υπάλληλο β΄». Ο ίδιος αστυνομικός διεκπεραιώνει δε, την ίδια πάντα ώρα, και τρίτη δουλειά: μεταξύ 7.30-7.45 μ.μ. «παρευρίσκεται» (δια της υπογραφής του) και στην «παράδοση-κατάσχεση» των «πειστηρίων» της σύρραξης!

* Οι ιατρικές βεβαιώσεις του διευθυντή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου για τρεις αστυνομικούς που εξετάστηκαν μετά τη συμπλοκή αναφέρουν κάποιες «εκδορές» χεριών (γρατζουνίσματα δηλαδή) «χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος». Αυτό το τελευταίο θυμίζει, βέβαια, το «ολίγον έγκυος»: όπως ξέρουν όσοι έχουν περάσει από νοσοκομείο, εφόσον υπάρχει έστω και υποψία κατάγματος σε κάποιον ασθενή, ο γιατρός τον στέλνει να βγάλει ακτινογραφία και διαπιστώνει αν υπάρχει τέτοιο τραύμα ή όχι. Προφανώς στη συγκεκριμένη περίπτωση κατάγματα δεν υπήρξαν. Να υποθέσουμε, όμως, ότι αυτό δεν έπρεπε να γραφτεί κατηγορηματικά;

* Στο αρχικό έγγραφο του Τμήματος Ασφαλείας Ξάνθης, το οποίο φέρεται να έχει συνταχθεί λίγο μετά τα γεγονότα, ως μοναδικά «εγκλήματα» των 30-40 «νεαρών ατόμων» (από τους 200 διαδηλωτές) που μπήκαν στη Νομαρχία αναφέρονται απλές «σωματικές βλάβες» (οι γρατζουνιές των 3 αστυνομικών) και «διακεκριμένες φθορές» (στην είσοδο της Νομαρχίας και σε ...ασπίδες ή κράνη των ΜΑΤ). Η Αστυνομική Διεύθυνση δε δίστασε ωστόσο αυτές τις γρατζουνιές να τις μετατρέψει σε «απόπειρες ανθρωποκτονίας»!

Αν η υπηρεσιακή περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης του «εγκλήματος» προκαλεί γέλια, δεν ισχύει το ίδιο με το υπόλοιπο περιεχόμενο των εγγράφων. Αναμενόμενο ίσως από έναν διοικητή Τμήματος Ασφαλείας να βαφτίζει μέλη «του ευρύτερου αντιεξουσιαστικού χώρου» μια πορεία φοιτητών (με απόφαση της γενικής τους συνέλευσης), μαθητών κι εργαζομένων. Δεν μπορεί να περάσει ωστόσο απαρατήρητη η τελεσίδικη απόφανσή του, πως «αιτία εγκλήματος» (της απόπειρας κατάληψης της νομαρχίας) είναι η ...«αντικοινωνική συμπεριφορά» των διαδηλωτών! Οσο για τη διωκόμενη «εγκληματική οργάνωση», αυτή επί της ουσίας δεν είναι άλλη από το σύλλογο των φοιτητών, εφόσον αυτός ήταν που είχε πάρει (κι επιχείρησε να υλοποιήσει) την απόφαση για συμβολική κατάληψη του κτιρίου.

Εξίσου προβληματική είναι η απόπειρα της ΕΛ.ΑΣ. να ενισχύσει τις κατηγορίες επικαλούμενη την παλιότερη σύλληψη του ενός από τους δυο φοιτητές, στο μεγάλο πανελλαδικό πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο της 8ης Μαρτίου 2007 ενάντια στο νόμο Γιαννάκου. Τότε δηλαδή που τα ΜΑΤ χτύπησαν με πρωτοφανή αγριότητα τα φοιτητικά μπλοκ, ιδίως της επαρχίας, συλλαμβάνοντας (και κακοποιώντας) κόσμο στο σωρό. Υπενθυμίζουμε πως οι πρώτοι 49 από τους τότε συλληφθέντες αθωώθηκαν πανηγυρικά στο δικαστήριο, ενώ οι υπόλοιποι 12 δεν έχουν ακόμη δικαστεί.

Περαστικοί από την Ξάνθη, διαπιστώσαμε κατά τις συζητήσεις μας με φοιτητές διάφορων πολιτικών χώρων πως η δίωξη των συναδέλφων τους εκλαμβάνεται ως επίθεση ενάντια στο σύνολο του φοιτητικού κινήματος. Αυτό που μας τόνισαν ιδιαίτερα, είναι ο τρομοκρατικός χαρακτήρας του όλου κατηγορητηρίου: υποβάλλοντας δικογραφία (και) κατά 30-40 «αγνώστων», οι αρχές ασφαλείας ουσιαστικά απειλούν όποιον από τους διαδηλωτές τολμήσει να προσέλθει ως μάρτυρας υπεράσπισης, ότι κινδυνεύει να μετατραπεί αυτομάτως σε κατηγορούμενο.

Το ασφυκτικό κλίμα που επιχειρείται να επιβληθεί στην Ξάνθη το διαπιστώσαμε, άλλωστε, ιδίοις όμμασι. Δεν είχαμε προλάβει να καθίσουμε σε κεντρικό καφενείο της πόλης μ’ έναν από τους δυο διωκόμενους φοιτητές, κι ένας ασφαλίτης με πολιτικά (πασίγνωστος στην τοπική κοινωνία) ήρθε κι έκατσε -προκλητικά- ακριβώς δίπλα μας. Από τη στάση και τις κινήσεις του καταλάβαινες ότι σκοπός του δεν ήταν να ακούσει την αφήγηση του συνομιλητή μας – για πράγματα, άλλωστε, έτσι κι αλλιώς γνωστά στους προϊσταμένους του. Δουλειά του ήταν να καταστήσει, απλώς, αισθητή την παρουσία του προς πάσα κατεύθυνση...

 

(Ελευθεροτυπία, 30/5/2009)

 

www.iospress.gr