Παραλειπόμενα στις αναμνήσεις Τσάτσου και Καραμανλή

 

Οι σκλάβες των Προέδρων
 

Μάλλον άτονα πέρασε φέτος η 25η Μαρτίου στο δημόσιο και τηλεοπτικό μας λόγο. Η απουσία «εσωτερικού εχθρού», που να αμφισβητεί την ιερή και όσια μυθολογία της Αγίας Λαύρας και του Κρυφού Σχολειού αποτελεί, πιθανότατα, έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της χαλάρωσης των εθνικών ανακλαστικών.

Ακόμη σημαντικότερο ρόλο φαίνεται πως έπαιξε, ωστόσο, το φάσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οσο κι αν ο πρωθυπουργός αναζητεί έμπνευση στο μήνυμα «εθνικής ενότητας» της επετείου για να μας υποσχεθεί -ως άλλος Σημίτης- μια «ισχυρή Ελλάδα», όσο κι αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διακηρύσσει πως η παλιγγενεσία του 1821 εγγυάται αναδρομικά την απόκρουση κάθε κινδύνου, οι πολίτες μάλλον αμφιβάλλουν για τη δυνατότητα να αποτρέψουν ένα σκοτεινό μέλλον καταφεύγοντας στο παρελθόν.

Ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε. Μπορεί βέβαια η Αλαμάνα και το Χάνι της Γραβιάς ν' αποδεικνύονται ανίκανα να βελτιώσουν τα οικονομικά του μέσου Ελληνα, όμως η αναδίφηση του παρελθόντος έχει ακόμη πολλά να μας πει. Οχι μόνο για το πώς αντιμετώπισαν οι άνθρωποι του περασμένου αιώνα παρόμοιες συγκυρίες. Ο εντοπισμός κάποιων απωθημένων στοιχείων της εγχώριας μικροϊστορίας μπορεί, στο μέτρο του δυνατού, να φωτίσει ακόμη και τη γενεαλογία της σκέψης εκείνων που μας κυβερνούν μέσα στις παρούσες συνθήκες. Προειδοποιώντας μας, αν μη τι άλλο, για το μέχρι πού τους επιτρέπουν οι εθνικές και οικογενειακές παραδόσεις τους να φτάσουν.

Δυο τέτοιες «στιγμές» του παρελθόντος θα μας απασχολήσουν σήμερα. Προέρχονται, κι οι δυο, από απομνημονεύματα των πρώτων δύο εκλεγμένων Προέδρων της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας μας - του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δεν μπορεί, δηλαδή, κανείς να τις κατηγορήσει ως υποβολιμαίες ή συκοφαντικές για τους εν λόγω εθνάρχες και το περιβάλλον τους.

Η λεπτομέρεια αυτή έχει σημασία, καθώς στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις τους οι δυο Πρόεδροι εξηγούν ότι, στις οικογένειες που μεγάλωσαν, υπήρχαν και σκλάβοι! Φυσικά, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται αυτό το σοκαριστικό γεγονός είναι «εξευγενισμένος», διά της προσφυγής σε νοσταλγικές κι αγαπησιάρικες περιγραφές. Τα στοιχεία ωστόσο που παρατίθενται είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττα για τη διαδικασία απόκτησης των συγκεκριμένων «υπηρετριών» και το καθεστώς των (ισόβιων) εργασιακών σχέσεών τους με τα αφεντικά τους.

Η αφήγηση του Καραμανλή προέρχεται από τη βιογραφία του που έγραψε ο Γάλλος ακαδημαϊκός Μορίς Ζενεβουά («Η Ελλάδα του Καραμανλή», Αθήνα 1971, σ. 66). Αναπαράγεται δε αυτολεξεί στην έκδοση ενός τμήματος του αρχείου του, την οποία επέβλεψε ο ίδιος προσωπικά (Κωνσταντίνος Σβολόπουλος [επιμέλεια], «Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα», Εκδοτική Αθηνών -Ιδρυμα Κ. Καραμανλής, Αθήνα 1997, τ. 1ος, σ. 27-8).

Στο πρώτο μέρος, ο Καραμανλής περιγράφει τα τραυματικά βιώματά του από τη βραχύβια οικογενειακή προσφυγιά στη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, όταν ήταν μόλις τεσσάρων χρόνων. Και συνεχίζει:

«Μια άλλη όμως εμπειρία, επίσης τρομερή, ακόμη πιο τρομερή, με παραφύλαγε. Στους χρόνους της απελευθερώσεως, ύστερα από τον δεύτερο αυτό Βαλκανικό Πόλεμο, είδα να σκοτώνουν μέσα στο Κιούπκιοϊ [τη γενέτειρά του, σημερινή Πρώτη Σερρών] Τούρκους.

Είδα τότε τη φλόγα της αγριότητας να καίη στα πρόσωπα, στα μάτια των συγχωριανών μας, των γειτόνων μας. Εσφαξαν μερικούς Τούρκους, πεντέξι. Σαν το αναθυμηθώ σήμερα, σφίγγεται αμέσως το στήθος μου.

Μερικοί άλλοι έσωσαν τη ζωή τους, επειδή διέφυγαν ή δέχτηκαν να βαπτιστούν. Υπήρχαν επίσης και γυναίκες. Μια απ' αυτές, επίσης βαφτισμένη, έγινε υπηρέτριά μας. Εζησε με τη θέλησή της κοντά μας χρόνια».

Το γεγονός μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στο φθινόπωρο του 1913, κατά την εκστρατεία βίαιου αφοπλισμού των μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ανατολικής Μακεδονίας απ' τον ελληνικό στρατό και τα παραστρατιωτικά βοηθητικά σώματά του.

Ενδεχομένως, επίσης, η μνήμη του μικρού Καραμανλή να συγχέει τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και η σφαγή να έγινε στη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου (1912-13), όταν άτακτα ελληνικά σώματα επιδόθηκαν σε φόνους και λεηλασίες σε βάρος των μουσουλμάνων της περιοχής του Παγγαίου (Dotation Carnegie, «Enquete dans les Balkans», Παρίσι 1914, σ. 273-5). Το σίγουρο είναι πάντως ότι, σύμφωνα με τη δημοσιευμένη στατιστική του ελληνικού στρατού, η γενέτειρα των Καραμανλήδων κατοικούνταν το 1912 από 2.503 Ελληνες κι 74 Τούρκους. Το καλοκαίρι του 1915 οι Τούρκοι είχαν εξαφανιστεί κι αντικατασταθεί από 72 Ελληνες πρόσφυγες (Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, «Στατιστικοί πίνακες του πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας», Αθήνησι 1919, σ. 6).

Χάρη στις αναμνήσεις του εθνάρχη πληροφορούμαστε όμως κάτι παραπάνω από αυτές τις (αναμενόμενες άλλωστε σε πολεμικές περιόδους) αγριότητες σε βάρος του αλλοεθνούς άμαχου πληθυσμού. Η «σωτηρία» της Τουρκάλας γειτόνισσας κατά τη σφαγή της οικογένειάς της, η (προφανώς αναγκαστική) βάφτισή της κι η μετατροπή της σε «υπηρέτρια» των πονόψυχων νικητών είναι μια εμπειρία ταυτόσημη -με αντεστραμμένο απλώς το εθνικό πρόσημο θυτών και θυμάτων- με όσα βίωσαν ουκ ολίγες Ελληνίδες της Μικρασίας μετά την καταστροφή του 1922.

Ας μη μας ξεγελάνε δε οι διαβεβαιώσεις περί «εθελοντικής» παραμονής στο σπίτι των αφεντικών: αρκεί να διαβάσει κανείς τις συγκλονιστικές αναμνήσεις μιας Ελληνίδας από το Μπαλίκεσιρ που έζησε κάτω από παρόμοιες συνθήκες στο εσωτερικό της Τουρκίας, για να καταλάβει κανείς τους μηχανισμούς αυτοπροστασίας που επιβάλλουν μια τέτοια στάση, μαζί με τις αντίστοιχες ψυχολογικές προσαρμογές (Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, «Η Εξοδος», τ. Α', Αθήνα 1980, σ. 261-77).

Η δεύτερη πληροφορία προέρχεται, όπως είπαμε, από τα απομνημονεύματα του Κωνσταντίνου Τσάτσου («Λογοδοσία μιας ζωής», Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2001, τ. Α', σ. 202-3). Παρατίθεται παρεμπιπτόντως, στο κεφάλαιο που αφορά τους εκ μητρός παππού και γιαγιά (ιταλιστί: «νόννο» και «νόννα») του μετέπειτα προέδρου.

Η πρόσκτηση δε της (Αφρικανής) σκλάβας από την οικογένεια δεν έχει προέλθει εδώ διά της «προστασίας» εν καιρώ πολέμου, αλλά με απολύτως «νόμιμο» τρόπο: διά της αγοράς στα σκλαβοπάζαρα της Μαύρης Ηπείρου:

«Ο νόννος μου», διαβάζουμε, «ήταν Μακεδόνας. Δεν ξέρω από ποια άκριβώς περιοχή. Είχε όμως μετοικήσει από νέος στη Χαλκίδα. Ενας απλός, τίμιος μικροαστός. Νέος θα ήταν ομορφάνθρωπος.

Πώς έγινε το συνοικέσιο με τη νόννα μου, την Φραγκώ, δεν ξέρω. Αυτή είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια, από οικογένεια φραγκοχιώτικη, Μάγκου. Ο Κωνσταντίνος Μάγκος είχε πάει νέος στην Αίγυπτο, πλούτισε και προίκισε καλά και τις τέσσερεις αδερφές του. Μια απ' αυτές ήταν και η νόννα μου, η Φραγκώ. Μάλλον άσχημες ήταν όλες οι δεσποινίδες Μάγκου. Αλλά τότε αυτά δεν μετρούσανε μπρος στην προίκα. [...]

Εκτός από τα χρήματα και τα άλλα προικιά, η νόννα πήρε μαζί της από την Αίγυπτο δυο Αραπίνες που είχε αγοράσει ο Μάγκος σε κάποιο σκλαβοπάζαρο του Σουδάν μικρά κοριτσάκια. Τα βάφτισε ορθόδοξα και γίνανε αναπόσπαστα κομμάτια της οικογένειας. Η μια πέθανε πριν γεννηθώ, η άλλη όμως, η Μερσίνα, γρηά πια, ήταν η μεγάλη μου αγάπη. Με το άσπρο της σκουφί και την ποδιά της, με τα σκοτωμένα ιταλικά της, τα σκοτωμένα ελληνικά της, μούκανε χαρές παιχνίδια και εγώ έτρεχα πίσω της, όταν ξεσκόνιζε τις κάμαρες. Η Μερσίνα ήταν ακόμα παιδούλα όταν γεννήθηκε η μάνα μου τον Αύγουστο του 1870».

Ας μην ξαφνιαζόμαστε, ως εκ τούτου, που οι συνεχιστές του καραμανλισμού κοντεύουν να οδηγήσουν τους εργαζόμενους σε κατάσταση δουλείας. Η εξοικείωση με τη δουλοκτησία αποτελεί, όπως είδαμε, οικογενειακή περγαμηνή των Καραμανλήδων και των Τσάτσων τους. Είτε απευθείας διά του σκλαβοπάζαρου, είτε εξωραϊσμένη σαν «σωτηρία» από το λεπίδι των ομοφύλων. Και, φυσικά, οι οικογένειες των τέως Προέδρων δεν θα ήταν οι μόνες, μεταξύ των ευυπόληπτων οίκων του τόπου, με παρόμοιες επιδόσεις...

 

(Ελευθεροτυπία, 4/4/2009)

 

www.iospress.gr