Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ο πρόεδρος του ΕΙΡΤ επί Ιωαννίδη

 

Φαιά «επανίδρυση» στα ΓΑΚ
 

Τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, είναι δυνατόν τα επίσημα κρατικά αρχεία -η θεσμική δηλαδή αποτύπωση της συλλογικής εθνικής μνήμης- να υπαχθούν στον έλεγχο ενός ανθρώπου που ταυτίστηκε με την πιο σκοτεινή κι ανελεύθερη περίοδο της πρόσφατης ιστορίας της χώρας; Στις μέρες της καραμανλικής «επανίδρυσης του κράτους», συνέβη ακόμη κι αυτό.

Στις 22 Νοεμβρίου 2007, ο (νεοδιορισμένος τότε) υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Ευριπίδης Στυλιανίδης προχώρησε, ως είθισται, στο διορισμό της νέας Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), του επίσημου φορέα που είναι αρμόδιος για τη διαφύλαξη, ταξινόμηση και διάθεση στο ερευνητικό κοινό των κάθε λογής κρατικών αρχείων. Ως πρόεδρο του οργάνου, που σύμφωνα με το Ν. 1946/1991 είναι αρμόδιο για «τον καθορισμό των βασικών αξόνων της πολιτικής των ΓΑΚ» και τη χορήγηση αδειών για τη «μελέτη, μεταγραφή, φωτογράφηση κ.λπ.» του αρχειακού υλικού, ο κ. Στυλιανίδης διόρισε τον επίτιμο καθηγητή Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κων/νο Μανάφη.

Ως βυζαντινολόγος, ο νέος πρόεδρος έχει μάλλον περιορισμένη επαγγελματική σχέση με τις πηγές της νεότερης Ιστορίας. Οχι όμως και με τη νεότερη Ιστορία αυτή καθεαυτή, αφού συνέβαλε με τον τρόπο του στο γράψιμο μιας από τις πιο μαύρες σελίδες της: την άνοιξη του 1974 είχε διοριστεί από τη δικτατορία Ιωαννίδη πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας-Τηλεοράσεως (ΕΙΡΤ), του κεντρικού δηλαδή προπαγανδιστικού μηχανισμού της χούντας!

Δημοσιευμένη στο ΦΕΚ 1974/Β/461 της 2.5.1974, η σχετική απόφαση φέρει την υπογραφή του «πρωθυπουργού» Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου. Αντιπρόεδρος διορίστηκε με την ίδια απόφαση κάποιος συνταξιούχος γυμνασιάρχης.

Η ισχύουσα τότε νομοθεσία προέβλεπε βέβαια (Ν. 2312/1953) την κατάληψη και των δύο θέσεων από «πρόσωπα κύρους, διακριθέντα εις τον δημόσιον βίον και δυνάμενα να συμβάλουν εις την επίτευξιν της αποστολής του Ιδρύματος». Ομως η χούντα Ιωαννίδη ήταν πλήρως απομονωμένη, ακόμη κι απ' τον σκληρό πυρήνα της «εθνικοφροσύνης» που είχε στηρίξει νωρίτερα το καθεστώς Παπαδόπουλου.

Τι ακριβώς σήμαινε πρόεδρος του ΕΙΡΤ επί Ιωαννίδη, είναι κάτι παραπάνω από προφανές. Η κρατική ραδιοτηλεόραση αποτελούσε το βασικό προπαγανδιστικό μηχανισμό της δικτατορίας, σε μια περίοδο που η στοιχειωδέστερη απόκλιση από τα δόγματα του καθεστώτος οδηγούσε είτε στην ΕΣΑ είτε σε αναγκαστική σιωπή. Λίγο πριν από το διορισμό του κ. Μανάφη, η χούντα είχε κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες την (άκρως εθνικόφρονα αλλά όχι ευθυγραμμισμένη μαζί του) εφημερίδα «Βραδυνή», χωρίς να τηρήσει ούτε καν τις τυπικές διαδικασίες: ώς και η σχετική διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Αθηνών εκδόθηκε σαράντα ολόκληρες μέρες μετά την πρακτική εφαρμογή της απαγόρευσης!

Το ΕΙΡΤ ήταν ο επίσημος κήρυκας της χούντας, τόσο για την άγρια καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» μετά τη σφαγή του Πολυτεχνείου όσο και για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, που άνοιξε τις πόρτες στην τουρκική εισβολή. Πρόκειται για μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της μεταπολεμικής ιστορίας του τόπου, η συγγραφή της οποίας με βάση (και) τα κρατικά αρχεία αναμένει ακόμη τον ιστορικό της. Μεταξύ άλλων, αδιευκρίνιστος παραμένει ο βαθμός διαπλοκής της εγχώριας «εθνικιστικής» στρατοκρατίας με τις ξένες υπηρεσίες και ο ακριβής ρόλος της στην εθνική τραγωδία (ή προδοσία) της Κύπρου.

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ο κ. Μανάφης πέρασε, όπως ήταν φυσικό, από τη διαδικασία της «αποχουντοποίησης» αλλά την έβγαλε αρκετά φτηνά (όπως και τόσοι άλλοι, άλλωστε).

Η περίπτωσή του εξετάστηκε από Ειδικό Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 17 Ιουνίου 1975 με πρόεδρο τον τότε πρόεδρο του ΣτΕ Γ. Μαραγκόπουλο και μέλη 8 ανώτατους δικαστικούς ή πανεπιστημιακούς. Μεταξύ των τελευταίων διακρίνουμε και το όνομα του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου.

Το συμβούλιο αποφάνθηκε πως «η θέσις του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ΕΙΡΤ είναι θέσις καιρία από απόψεως πολιτικής», ιδίως «υπό καθεστώς ανελεύθερον, το οποίον προσεπάθει διά των μέσων μαζικής επικοινωνίας να παραποιή την αλήθειαν και να αποπροσανατολίζη τον λαόν». Η επιλογή του Μανάφη σ' αυτό το πόστο, όπως και η εκ μέρους του αποδοχή του διορισμού, διαβάζουμε στο κείμενο της απόφασης, «αποδεικνύει την μεταξύ αυτού και παραγόντων της δικτατορίας ύπαρξιν αμοιβαίων δεσμών εμπιστοσύνης». Κρίθηκε έτσι ότι «η υπό του εγκαλουμένου αποδοχή της ρηθείσης θέσεως, ής τα καθήκοντα εξήρχοντο, ως εκ του αντικειμένου των, του κύκλου των συνήθων και κατά κοινήν πείραν νομίμων, εκτός του πανεπιστημίου, καθηκόντων του, στοιχειοθετεί το κατά το άρθρον 10 παρ. 2 της συντακτικής πράξεως της 3.9.74 πειθαρχικόν παράπτωμα της συνεργασίας μετά του δικτατορικού καθεστώτος» (ΦΕΚ 1975/ Παράρτημα, σ. 1.131).

Αν η συνεργασία του σημερινού προέδρου των ΓΑΚ με τη χούντα ήταν αδιαμφισβήτητη, η τελική μεταχείρισή του υπήρξε ωστόσο εξαιρετικά ήπια: τρίμηνη μόλις προσωρινή απόλυση και καταβολή των εξόδων της πειθαρχικής διαδικασίας. Ως ελαφρυντικά, το συμβούλιο δέχτηκε «αφ' ενός μεν το μικρόν χρονικόν διάστημα καθ' ο παρέσχεν ούτος τας υπηρεσίας του ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του ΕΙΡΤ» και αφ' ετέρου την «πολιτικώς άχροον» θεματολογία των (επίσημων) πρακτικών του Δ.Σ. κατά την εποχή της προεδρίας του. Με άλλα λόγια, τη γλίτωσε επειδή η χούντα του Ιωαννίδη πρόφτασε να καταρρεύσει πριν αυτός εκτεθεί υπερβολικά από την επίσημη σχέση του μαζί της!

Θα μπορούσε φυσικά να υποστηρίξει κανείς ότι αυτά αποτελούν παρελθόν. Τρεισήμισι δεκαετίες είναι πάρα πολύς καιρός, για να αποτελεί η συνεργασία με τη χούντα λόγο αποκλεισμού κάποιου από τα δημόσια αξιώματα. Ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση, ωστόσο, κάποια ασυμβίβαστα είναι νομίζουμε προφανή. Οπως δεν θα μπορούσε ο Μάλλιος να διοριστεί εκπαιδευτής της ΕΛ.ΑΣ., έτσι κι ένα επιτελικό στέλεχος της χουντικής προπαγάνδας δεν μπορεί να κρατά τα κλειδιά της θεσμικής μνήμης της χώρας. Απ' τη στιγμή μάλιστα που στα (κλειστά ακόμη) κρατικά αρχεία της ιωαννιδικής περιόδου θ' αναζητήσουν οι ιστορικοί του μέλλοντος τα κλειδιά για την ερμηνεία μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους του πρόσφατου παρελθόντος.

Ο πρόεδρος της Εφορείας των ΓΑΚ δεν είναι, ωστόσο, ο αποκλειστικός διαχειριστής αυτής της θεσμικής μνήμης. Εξίσου καθοριστικό ρόλο παίζει, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ο διευθυντής των Αρχείων.

Αυτός είναι π.χ. που, βάσει του άρθρου 42 του Ν. 1946/91, αποφασίζει «κατά την κρίση του» αν η πρόσβαση των ερευνητών σε κάποια ντοκουμέντα «βλάπτει το εθνικό συμφέρον» και ζητά απ' την Εφορεία την απόσυρσή τους.

Τα τελευταία χρόνια, η θέση του διευθυντή έμενε κενή και τα καθήκοντά του ασκούνταν από υπηρεσιακούς αναπληρωτές. Η σχετική θέση προκηρύχθηκε από τον κ. Στυλιανίδη μόλις στις 24.10.2008 (ΦΕΚ 2008/Γ/944), με δημοσιεύσεις στις εφημερίδες «Απογευματινή» και «Αγγελιοφόρο». Η αρμόδια επιτροπή, μ' επικεφαλής τον Κ. Μανάφη, επέλεξε τρεις απ' τους υποψηφίους και υπέβαλε τα ονόματά τους στον υπουργό Παιδείας, που είναι αρμόδιος για την τελική εκλογή. Κατά την κοπή δε της πρωτοχρονιάτικης πίτας της υπηρεσίας, στα μέσα Ιανουαρίου, ο πρόεδρος της Εφορείας παρουσίασε στους υπαλλήλους ως (δεδομένη) μελλοντική προϊστάμενό τους τη Μαριέτα Μινώτου, διευθύντρια των Αρχείων του Ιδρύματος Καραμανλή και ταυτόχρονα μέλος της Εφορείας των ΓΑΚ και του αρμόδιου Γενικού Συμβουλίου του ΥΠΕΠΘ. Στις δύο αυτές θέσεις η κ. Μινώτου διορίστηκε ταυτόχρονα με τον Μανάφη (22.11.07), με αποφάσεις του Στυλιανίδη.

Για μια ακόμη φορά, η Ιστορία επαναλαμβάνεται έτσι ως φάρσα: μετά την κρατική εξουσία, οι «ιωαννιδικοί» παραχωρούν τώρα στους «καραμανλικούς» και τη διαχείριση της θεσμικής μνήμης της. Το γεγονός θα προσφερόταν μάλλον σαν αστείο, αν δεν είχε άμεσες επιπτώσεις στο επίπεδο της ιστορικής επιστήμης. Η μέχρι σήμερα εμπειρία από τη θητεία της κ. Μινώτου στα αρχεία του Ιδρύματος Καραμανλή, τα πιο απροσπέλαστα ίσως ιδιωτικά αρχεία της ελληνικής επικράτειας για όσους δεν έχουν «πολιτικώς ορθά» διαπιστευτήρια, είναι δυστυχώς υπερβολικά απτή για να επαγγέλλεται οποιαδήποτε μεταπολίτευση...

 

(Ελευθεροτυπία, 7/3/2009)

 

www.iospress.gr