Ποιος εξακολουθεί να στηρίζει τους τρομονόμους;

 

Οι «τρομοκράτες» μαθητές της Λάρισας
 

 

Η σοβαρότερη θεσμική εκτροπή που σημειώθηκε τον τελευταίο μήνα του 2008 για να αντιμετωπιστεί η νεολαιίστικη έκρηξη ήταν ασφαλώς η άσκηση δίωξης στη Λάρισα εναντίον ανηλίκων και ενηλίκων διαδηλωτών για παράβαση της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας (άρθρο 187/Α του Π.Κ.). Οι ανήλικοι είναι έντεκα μαθητές Γ' Γυμνασίου και των δύο πρώτων τάξεων του Λυκείου και αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, ενώ από τους οκτώ ενηλίκους οι τέσσερις προφυλακίστηκαν. Το κατηγορητήριο αναφέρεται σε «συμμετοχή σε δημόσια συνάθροιση πλήθους», «συγκρότηση δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας/εγκληματικής οργάνωσης, η οποία λειτουργούσε σε οργανωμένη βάση και με κατανεμημένους ρόλους, με διαρκή λειτουργία προς τα έξω, που επεδίωκε τη διάπραξη εμπρησμών [...] η οποία δεν σχηματίστηκε περιστασιακά αλλά με μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα και με υποδομή τέτοιας έκτασης και δυναμικής, που διέθετε ποικίλα τεχνικά μέσα πάσης φύσεως [...] με δυνατότητα της ομάδας να εναλλάσσεται και να αντικαθιστά τα μέλη της χωρίς να υφίσταται αλλαγή». Και βέβαια, οι κατηγορούμενοι διέπραξαν ακόμη ένα έγκλημα: «απηύθυναν προς τους αστυνομικούς τις φράσεις "μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι", προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή τους». Το πλήρες κατηγορητήριο μπορεί κανείς να αναζητήσει στο μπλογκ της Πρωτοβουλίας Συμπαράστασης και Αλληλεγγύης στους συλληφθέντες νεολαίουςτης Λάρισας.

Η υπόθεση της Λάρισας επιβεβαιώνει με τον πιο πειστικό τρόπο τους φόβους εκείνων που αντέδρασαν κατά την περίοδο που ψηφίζονταν οι δύο «τρομονόμοι» (2001 και 2004). Είχε διατυπωθεί τότε η αντίρρηση ότι μπορεί οι νόμοι αυτοί να χρησιμοποιηθούν από την εκτελεστική εξουσία για την περιστολή δικαιωμάτων πολιτών που διαμαρτύρονται (έστω και χρησιμοποιώντας ακραίες μεθόδους), αλλά δεν έχουν βέβαια καμιά σχέση με τρομοκράτες.

Ο «τρομονόμος» (κατά την έκφραση που χρησιμοποίησε πρώτος ο Φοίβος Ιωαννίδης) που ισχύει σήμερα, δηλαδή η νέα διατύπωση του άρθρου 187 του Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 2928/2001 και 3251/2004 δεν έπαιξε όπως είναι γνωστό κανένα ρόλο στην εξιχνίαση των υποθέσεων για τις οποίες υποτίθεται ότι είχε θεσπιστεί. Ούτε η «ανακριτική διείσδυση» ούτε οι ανώνυμες καταθέσεις προστατευόμενων μαρτύρων δεν βοήθησαν στην εξάρθρωση των οργανώσεων της ένοπλης βίας. Οσο για την ηλεκτρονική παρακολούθηση υπόπτων που διευκολύνει ο νόμος του 2001, γνωρίζουμε πολύ καλά τι συνέβη λίγες μέρες μετά τη συμπλήρωσή του το 2004, με τις μαζικές υποκλοπές που έμειναν για πάντα ανεξιχνίαστες. 

Η μόνη πραγματική επίδραση του ισχύοντος τρομονόμου ήταν μέχρι σήμερα στη δικαστική αντιμετώπιση των υποθέσεων αυτών, μέσω των ρυθμίσεων που προβλέπει για την κατάργηση των ενόρκων στην εκδίκαση των «τρομοκρατικών» αδικημάτων και τον αμετάκλητο χαρακτήρα των σχετικών βουλευμάτων. Αλλά η εφαρμογή και αυτών των ρυθμίσεων έχει κατακριθεί ως αντισυνταγματική παρέκκλιση και ευθεία προσβολή δικαιωμάτων των πολιτών. 

Αποχωρώντας από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή το 2001, ο καθηγητής Μανωλεδάκης είχε προειδοποιήσει: «Ολοι οι πολίτες μπορούν κάτω από κάποιες συγκυρίες να γίνουν δυνάμει ύποπτοι και να υποστούν τις συνέπειες των ανελεύθερων ρυθμίσεων του σχεδίου αυτού αν γίνει νόμος του κράτους». Τα λόγια του επιβεβαιώνονται σήμερα από τον δρόμο που άνοιξαν οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές της Λάρισας.

Οι υποστηρικτές του τρομονόμου και κατά τις δύο φάσεις του είχαν διαψεύσει κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο. Ο εισηγητής του 2001, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Σταθόπουλος, είχε υποστηρίξει: «Φυσικά μένουν απέξω από την έννοια αυτής της εγκληματικής οργάνωσης δραστηριότητες πολιτών, απεργίες συνδικάτων -ακούστηκαν τέτοια πράγματα- αν επιδιώκουν και πετυχαίνουν φθορά ξένης ιδιοκτησίας ή διακοπή λειτουργίας των μέσων μαζικής μεταφοράς. Αυτό είναι αυτονόητο. Εδώ το πολύ να τιμωρείται το τετελεσμένο έγκλημα, η φθορά ξένης ιδιοκτησίας, η παρακώλυση συγκοινωνιών, εάν βέβαια οι εισαγγελικές αρχές δεν δείξουν κάποια ανοχή. Είναι γνωστό ότι δείχνουν ανοχή πολλές φορές και καλά κάνουν για λόγους κοινωνικής ηρεμίας. Οι προπαρασκευαστικές πράξεις όμως ασφαλώς δεν τιμωρούνται γι' αυτές τις περιπτώσεις». Ο Νικόλαος Γκατζής του ΚΚΕ του θύμισε ότι πριν από λίγο καιρό δικάζονταν παιδιά για τις μαθητικές καταλήψεις, για να λάβει την καθησυχαστική απάντηση του υπουργού: «Πρέπει να είναι εγκληματική οργάνωση που επιδιώκει την τέλεση κακουργήματος».

Ο νόμος του 2001 δεν θα ψηφιζόταν χωρίς την πρόθυμη συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας, εφόσον εκτός από το ΚΚΕ και τον Συνασπισμό που είχαν αποχωρήσει, μεγάλο μέρος των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ είχε τότε αντιταχθεί στο νομοσχέδιο. Ο Παναγιώτης Κρητικός υποστήριξε ότι «το νομοσχέδιο θυμίζει σκληρά νομοσχέδια του παρελθόντος, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς εναντίον ιδεολογιών, εναντίον φρονημάτων, ενώ είχαν άλλο στόχο. Ετσι σε μια κακή και αυταρχική διοίκηση μπορεί να εξελιχθεί και αυτό το νομοσχέδιο σε μέσα παραβίασης των ατομικών δικαιωμάτων».

Ο Διονύσης Γκούσκος δήλωσε «περισσότερο από βέβαιος ότι θα τύχει αντικείμενο έωλης ερμηνείας, κακών χειρισμών, θα πέσει σε κακά χέρια». Την υπεράσπιση του νομοσχεδίου (του ΠΑΣΟΚ) ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: «Γιατί είστε τόσο βέβαιος;» Η Αννα Ψαρούδα-Μπενάκη είχε τότε διατυπώσει την απορία: «Τελικά ποιοι ψηφίζουν το νομοσχέδιο, ποιοι στηρίζουν τον κύριο υπουργό και ποια παράταξη τάσσεται με το νομοσχέδιο; Τελικά, κύριε υπουργέ, πρέπει να οφείλετε μεγάλες χάριτες στη Νέα Δημοκρατία».

Ο Προκόπης Παυλόπουλος είχε προφητικά δηλώσει ότι «δεν είναι ο νόμος η αιτία που μπορεί να δημιουργήσει τα προβλήματα σε βάρος των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά η καταχρηστική εφαρμογή του νόμου». Και προκαλούσε τους συναδέλφους του της τότε συμπολίτευσης: «Δεν εμπιστευόμαστε, λοιπόν, τα όργανα του κράτους που έχουν ακριβώς την ευθύνη αυτής της εφαρμογής για να το κάνουν; Αν δεν τα εμπιστεύεστε, καταγγέλλετε ευθέως το κράτος, το οποίο εσείς στηρίζετε και την κυβέρνηση την οποία εσείς στηρίζετε. [...] Μα, ποιος ευθύνεται αν λειτουργεί αυτό το παρακράτος;». 

Την απάντηση καλείται να μας δώσει ο ίδιος σήμερα.

Η δεύτερη φάση σύνταξης του τρομονόμου έγινε επί Νέας Δημοκρατίας, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, κάτω από το κλίμα αντιτρομοκρατικής πανστρατιάς. 

Και πάλι τα δύο κόμματα της Αριστεράς κατήγγειλαν ότι στόχος του νόμου μπορεί να γίνουν διαδηλωτές ή ομάδες διαμαρτυρόμενων πολιτών, ενώ και το ΠΑΣΟΚ διατύπωσε τον φόβο ότι η εφαρμογή του νόμου θα παραβιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Στην απάντησή του ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Αναστάσης Παπαληγούρας εξανέστη: «Είναι αδιανόητο να ακούει κανείς ότι το νομοσχέδιο ποινικοποιεί τάχα το ακραίο φρόνημα, όταν εξ ορισμού τιμωρείται μόνο η τέλεση τρομοκρατικής πράξης και η απειλή για τέλεση συγκεκριμένης πράξης που μπορεί να τρομοκρατήσει τους πολίτες και να διαταράξει την ομαλή ζωή. Είναι παράλογο να κινδυνολογούν ορισμένοι αποφαινόμενοι ότι εφεξής η Κυβέρνηση θα αντιμετωπίζει τον απεργό, τον διαδηλωτή, τον καταληψία ως τρομοκράτη τάχα». 

Ο τότε εισηγητής της Ν.Δ. Κωνσταντίνος Τσιπλάκης είχε πάντως παραδεχτεί ότι «βεβαίως υπάρχουν αξιολογικές έννοιες, βεβαίως έχουν τον κίνδυνο υπερμέτρου διεύρυνσης του αξιόποινου, αλλά λαμβανομένων όλων υπόψη καθώς επίσης και της δυνατότητας τελεολογικής συστολής από πλευράς των δικαιοδοτικών αρχών, νομίζω ότι δεν υφίσταται διακινδύνευση προσβολής δικαιωμάτων».

Η υπόθεση της Λάρισας αποδεικνύει ότι οι εγγυήσεις αυτές ήταν κενό γράμμα και ότι οι «δικαιοδοτικές αρχές» έχουν λάβει το λάθος μήνυμα.

Και τώρα τι γίνεται; Μα αυτό που είχε προβλέψει ο εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας στη συζήτηση του 2001 Χρήστος Μαρκογιαννάκης: «Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ενδεχόμενης κατάχρησης. Ομως [...] υπάρχει και η Βουλή που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει διορθωτικές πρωτοβουλίες».

Η ίδια η Βουλή -δηλαδή τα κόμματα- καλούνται να αντιληφθούν το λάθος και να καταργήσουν τον ανελεύθερο «τρομονόμο» που έχει τα γνωστά αποτελέσματα. 

Γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε όλοι να μας πάρει της Λαρίσης το (αντιδραστικό) ποτάμι.

 

(Ελευθεροτυπία, 10/1/2009)

 

www.iospress.gr