Ενας βασανιστής της χούντας ζητάει και τα ρέστα από το θύμα του 

 

Ο δεύτερος φόνος του Γιάννη Χαλκίδη

 


8 Σεπτεμβρίου 2004. Σε αστικό λεωφορείο της Ανω Τούμπας, στη Θεσσαλονίκη, δυο παλιοί γνώριμοι πέφτουν τυχαία ο ένας πάνω στον άλλο. Τα βλέμματά τους διασταυρώνονται κι ο 65χρονος Νάντης Χατζηγιάννης διαπιστώνει πως απέναντί του βρίσκεται ένας απ' τους αστυνομικούς που τον είχαν βασανίσει επί χούντας: ο -συνταξιούχος σήμερα- Αντώνιος Λεπενιώτης. Με οργισμένη φωνή τού θυμίζει ποιος είναι και στη συνέχεια ενημερώνει τους παριστάμενους ότι ο συνεπιβάτης τους υπήρξε όχι μόνο βασανιστής πολιτικών κρατουμένων αλλά και ο δολοφόνος του αγωνιστή Γιάννη Χαλκίδη, μέλους του (ακόμη ενιαίου τότε) ΚΚΕ και της αντιστασιακής οργάνωσης «Πατριωτικό Μέτωπο». Ο Λεπενιώτης κατεβαίνει απ' το λεωφορείο.

Ενάμιση μήνα μετά (19/10/04), ο Χατζηγιάννης καλείται από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης να απολογηθεί για τη μήνυση που υπέβαλε σε βάρος του ο πάλαι ποτέ βασανιστής του, με την κατηγορία της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ο συνταξιούχος αστυνομικός τον παρουσιάζει σαν «ιδιόρρυθμον άτομον», «θρασύτατο και προκλητικό», που «εμφανίζεται ως αντιστασιακός» και τον συκοφαντεί συστηματικά «εν γνώσει της αναληθείας» των ισχυρισμών του. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι παρόμοια επεισόδια έχουν συμβεί μεταξύ τους και στο παρελθόν (το 1990 και το 1999), κάτι που ο ίδιος ο Χατζηγιάννης διαψεύδει κατηγορηματικά.

Η εκδίκαση της μήνυσης θα γίνει στις 8 Φεβρουαρίου από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο της συμπρωτεύουσας. Εντεκα μέρες αργότερα, θα εκδικαστεί και η αγωγή που υπέβαλε το 2007 ο Λεπενιώτης κατά του Χατζηγιάννη και της εφημερίδας «Αγγελιοφόρος», ζητώντας 200.000 ευρώ για τη δημοσίευση μιας «συκοφαντικής» συνέντευξής του σχετικά με το φόνο του Χαλκίδη.

«Το τελευταίο που περίμενα να μου συμβεί τριάντα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας», διαβάζουμε στο υπόμνημα που ο κατηγορούμενος κατέθεσε το 2005, «είναι να δίνω εξηγήσεις για την αντιδικτατορική μου δράση και όσα είμαι υποχρεωμένος να καταγγέλλω και να υπενθυμίζω με κάθε ευκαιρία». Ταυτόχρονα ωστόσο ξεκαθαρίζει πως θεωρεί την επικείμενη δίκη σαν μια καλή ευκαιρία για «την επ' ακροατηρίω αποκατάσταση της αλήθειας, τόσο για την υπόθεση της δολοφονίας του Γιάννη Χαλκίδη, όσο και για τις ευθύνες του ίδιου του Λεπενιώτη». Εν αναμονή της δίκης, κατέγραψε επίσης τις αναμνήσεις του και τις εξέδωσε σε βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Τι έχεις μ' αυτόν;» (Θεσσαλονίκη 2007).

Παρά την τυπικά «ιδιωτική» μορφή της, η υπόθεση αυτή κάθε άλλο παρά «διμερής διαφορά» μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό που επί της ουσίας εκδικάζεται είναι η συλλογική μνήμη της Μεταπολίτευσης για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική Πολιτεία «έκλεισε» το 1975-77 το ζήτημα των βαρβαροτήτων των πραιτωριανών της επί «επταετίας». Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα απ' την αρχή.

Ο φόνος του Χαλκίδη

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1967, την ώρα των εγκαινίων της ΔΕΘ από τη χουντική κυβέρνηση, το «Πατριωτικό Μέτωπο» της Θεσσαλονίκης ανατίναξε κολόνα της ΔΕΗ βυθίζοντας για ένα πεντάλεπτο στο σκοτάδι το χώρο της έκθεσης. Η ενέργεια είχε αποφασιστεί από το γραφείο της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Θεσσαλονίκης κι εκτελέστηκε από τους Γιάννη Χαλκίδη, Νάντη Χατζηγιάννη, Θόδωρο Καζέλη, Ελλη Στεφανίδου κι Αργύρη Μπάρα.

Τρεις μέρες αργότερα, τα ξημερώματα της 4-5/9/67, η κεντρική γιάφκα της οργάνωσης (ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Φιλελλήνων 65) δέχτηκε επιδρομή από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Οι τρεις αγωνιστές που βρίσκονταν μέσα θα επιχειρήσουν να διαφύγουν, χωρίς αποτέλεσμα. Ο νεαρός εργάτης Γιάννης Χαλκίδης πέφτει νεκρός σε παρακείμενη αυλή, έχοντας δεχτεί πισώπλατα δυο σφαίρες στο στήθος και την κοιλιά (συν ένα επιπόλαιο τραύμα στο χέρι). Επίσης τραυματισμένος από σφαίρα, ο Γρηγόρης Παντής θα συλληφθεί στο υπόγειο όπου είχε καταφύγει.

Ο τρίτος της ομάδας, ο Νάντης Χατζηγιάννης, θα συλληφθεί κοντά στο σημείο στο οποίο έπεσε ο Χαλκίδης. Στο βιβλίο του περιγράφει καταλεπτώς πώς είδε τον αστυφύλακα Λεπενιώτη να καταδιώκει τον ήδη τραυματισμένο σύντροφό του, ν' αδειάζει πάνω του το περίστροφό του και λίγο αργότερα να τον αποτελειώνει ποδοπατώντας τον. Ο Χαλκίδης ξεψύχησε δίπλα του (σ. 60-71). Ακολούθησε η μεταφορά του στην Ασφάλεια κι αργότερα στην ΚΥΠ κι η πολυήμερη ανάκρισή του με βασανιστήρια, τα οποία περιγράφει επίσης εξονυχιστικά (σ. 72-90).

Εκτός από την απόσπαση πληροφοριών, τα βασανιστήρια αποσκοπούσαν και στον εξαναγκασμό του να «ομολογήσει» ότι κάποιος απ' αυτούς πυροβόλησε πρώτος κατά των αστυνομικών, έτσι ώστε ο φόνος του Χαλκίδη να δικαιολογηθεί σαν «αυτοάμυνα» των οργάνων. Η αρχική ανακοίνωση της Αστυνομίας έκανε άλλωστε λόγο για «ανταλλαγή πυροβολισμών», μετατοπίζοντας εικονικά τη «συμπλοκή» από την ανατολική Θεσσαλονίκη (όπου έγινε το φονικό) στη δυτική. Ομως οι αγωνιστές του ΠΑΜ ήταν άοπλοι: «Αν οπλοφορούσαμε και είχαμε και δυο-τρεις χειροβομβίδες θα φεύγαμε σαν "κύριοι" από τη γιάφκα της Φιλελλήνων», εκτιμά εκ των υστέρων στο βιβλίο του ο Χατζηγιάννης. «Οι Ασφαλίτες είναι οι πιο δειλοί άνθρωποι στον κόσμο και θα λούφαζαν κάτω από τη γη» (σ. 67).

Στις 26 Νοεμβρίου 1967 το έκτακτο στρατοδικείο καταδίκασε τους δυο επιζήσαντες σε κάθειρξη 20 χρόνων. Μαζί τους δικάστηκαν άλλα 39 άτομα, απ' τα οποία τα 22 καταδικάστηκαν σε διάφορες ποινές, από ισόβια μέχρι φυλάκιση με αναστολή.

Η ανάπηρη «κάθαρση»

Αυτά όσον αφορά το μακρινό 1967. Η ουσία του προβλήματος δεν βρίσκεται όμως εκεί, αλλά στην προβληματική «εκκαθάριση» αυτής της τραγικής ιστορίας από τους δικαστικούς μηχανισμούς της Μεταπολίτευσης, που επιτρέπει σήμερα σ' έναν επαγγελματία βασανιστή να ζητά τα ρέστα από τα θύματά του. Η περίπτωση Λεπενιώτη δεν είναι βέβαια καθόλου ξεχωριστή. Αποτελεί μια απλή ψηφίδα στο μωσαϊκό της σκανδαλωδώς ευμενούς αντιμετώπισης των βασανιστών αστυνόμων από τη «Δικαιοσύνη» της εποχής, που κατά κανόνα την έβγαλαν καθαρή - είτε απαλλασσόμενοι με διάφορες δικαιολογίες, είτε τιμωρούμενοι με προκλητικά ελαφρές ποινές. Ενώ οι στρατιωτικοί βασανιστές τιμωρήθηκαν αυστηρά, έτσι ώστε να επιβληθεί πανηγυρικά η «αποπολιτικοποίηση» του στρατεύματος, τα βασανιστήρια εκ μέρους αστυνομικών οργάνων θεωρήθηκαν απλές «υπερβάσεις» των (φυσιολογικών) καθηκόντων τους. Σε άλλες περιπτώσεις, ήταν η ίδια η Δικαιοσύνη αυτή που φρόντισε να «καθαρίσει» για λογαριασμό τους.

Ο Αντώνιος Λεπενιώτης καταδικάστηκε έτσι στην αστεία ποινή της φυλάκισης 4 μηνών (εξαγοράσιμη προς 150 δρχ. την ημέρα) για βασανιστήρια σε βάρος ενός άλλου μέλους του ΠΑΜ, του ελαιοχρωματιστή Κώστα Παπαδόπουλου, συγκατηγορουμένου του Χατζηγιάννη και καταδικασμένου σε κάθειρξη 12 χρόνων το 1967 («Θεσσαλονίκη» 23/2/76). Πολύ τυχερότερος θα είναι όσον αφορά το βασανισμό του ίδιου του Χατζηγιάννη: παρά την παραπομπή του με βούλευμα (254/76) για σοβαρές σωματικές βλάβες σε βάρος τού τότε κρατούμενου, το δικαστήριο θα αποφανθεί τελικά ότι η σχετική μήνυση κατατέθηκε εκπρόθεσμα κατά μία μέρα κι ότι συνεπώς το αδίκημα είχε πια παραγραφεί!

Δεν επρόκειτο για μεμονωμένη περίπτωση. Περίπου 150 μηνύσεις εναντίον βασανιστών της δικτατορίας πέρασαν μ' αυτόν τον τρόπο στο αρχείο, καθώς η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε πως η τρίμηνη προθεσμία που προέβλεπε το Δ' Ψήφισμα της 18/1/75 για την υποβολή τους έληγε στις 17 κι όχι στις 18/4/75 - ημέρα που είχε ανακοινωθεί επίσημα από την Εισαγγελία Αθηνών σαν η τελευταία.

Με βούλευμα θα απαλλαγεί ο Λεπενιώτης το 1977 και από την κατηγορία του φόνου του Χαλκίδη, που του απηύθυνε ο πατέρας του νεκρού («Αυγή» 23/1/75). Η απαλλαγή του βασίστηκε στον ισχυρισμό των προϊσταμένων του ότι δεν ήταν παρών στην όλη επιχείρηση. Κι αυτό, παρ' όλο που η συμμετοχή του στην επιδρομή αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα, όπως ο κατάλογος των 17 ανδρών της Υποδιευθύνσεως Εθνικής Ασφαλείας Θεσσαλονίκης που, όπως προκύπτει από το αρχείο της υπηρεσίας, «μετείχον εν διατεταγμένη υπηρεσία κατά την νύκτα της 4ης προς 5ην Σεπτεμβρίου 1967 εις την λαβούσαν χώραν επιχείρησιν συλλήψεως ατόμων, επί της οδού Φιλελλήνων 65» (Εν Θεσ/νίκη 14/4/77, αρ. πρωτ. 706/20/92α). Στην τωρινή μήνυσή του, ο Λεπενιώτης υποστηρίζει βέβαια πως εκείνη τη μοιραία νύχτα, «αν ενθυμείται καλώς, ευρίσκετο εις άδειαν»...

Από τους 17 αστυνομικούς του πίνακα, στο εδώλιο έφτασαν έτσι την άνοιξη του 1980, ύστερα από αλλεπάλληλες αναβολές, μονάχα τρεις - όσοι κατά τη δίκη του ΠΑΜ στο έκτακτο στρατοδικείο είχαν την απρονοησία να διεκδικήσουν δάφνες για συμμετοχή στην «ανταλλαγή πυρών» με τους «ένοπλους κομμουνιστές». Κι απ' αυτούς τους τρεις θα καταδικαστεί τελικά ο ένας (ο πρώην μοίραρχος Νικόλαος Τετραδάκος, ήδη φυλακισμένος για άλλα βασανιστήρια), απλά για «απόπειρα ανθρωποκτονίας». Ενώ για τη συγκεκριμένη «επιτυχία» του Σώματος, είχαν παρασημοφορηθεί με βασιλικό διάταγμα της χούντας οκτώ αστυνομικοί!

Ανεξάρτητα από τη δικαστική έκβαση της υπόθεσης, ο Νάντης Χατζηγιάννης δεν έπαψε επί τρεις ολόκληρες δεκαετίες να δημοσιοποιεί την προσωπική του μαρτυρία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε ο σύντροφός του. Ο Λεπενιώτης κατονομάζεται ως δολοφόνος του Χαλκίδη σε άρθρα και συνεντεύξεις του στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» (1975), στις εφημερίδες «Αυγή» (5/9/87) και «Πρώτη» (2/12/87) και, φυσικά, στις καταθέσεις του στον ανακριτή το 1976 και στο δικαστήριο το 1980. Για προφανείς λόγους, αυτή η μαρτυρία του ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το συνταξιούχο αστυνομικό.

Τα χρόνια πέρασαν ωστόσο, το πολιτικό κλίμα άλλαξε κι ο πάλαι ποτέ βασανιστής της χούντας αισθάνεται αρκετά «δικαιωμένος», ώστε να επιχειρεί να ξαναγράψει την Ιστορία -τη δική του και των θυμάτων του- μέσα από τα δικαστήρια.

Είναι δυνατόν να τα καταφέρει;

 

(Ελευθεροτυπία, 26/1/2008)

 

www.iospress.gr