Το συνέδριο για τα δεκάχρονα του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων

 

Το σπάσιμο του ταμπού
 


Είναι γνωστό ότι οι κοινωνικές επιστήμες δεν αποτελούν είδηση για τα ΜΜΕ αν δεν ξεσπάσει κάποιος καβγάς μεταξύ των επιστημόνων. Το διαπιστώσαμε ξανά αυτή τη βδομάδα, με αφορμή το τριήμερο συνέδριο που οργάνωσε το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (ΚΕΜΟ) στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Ακόμη και οι συνήθεις «εθνικά ευαίσθητοι» κυνηγοί κεφαλών έκριναν προσφορότερο να μην ασχοληθούν μαζί του. Παρά το πρόσφατα ανανεωμένο ενδιαφέρον των ΜΜΕ για τα μειονοτικά (νομαρχιακές εκλογές στη Θράκη, επανέκδοση του Abecedar, κ.λπ.), το συνέδριο δεν προσφερόταν άλλωστε ούτε για εύκολες κραυγές ούτε για διατεταγμένες παρεμβάσεις στη βάση των υπηρεσιακών μπρίφινγκ.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή την εξέλιξη ως ένα θετικό βήμα: στο κάτω κάτω της γραφής, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται παραδοσιακά η ώσμωση της υπερπατριωτικής εκδοχής της «κοινωνίας των πολιτών» με όσους επιστήμονες επιχειρούν να συζητήσουν σοβαρά περί μειονοτήτων, μόνο το διάλογο επί της ουσίας δεν προωθεί. Από την άλλη, ωστόσο, αυτός ο «επικοινωνιακός αποκλεισμός» λειτουργεί ακυρωτικά -εν μέρει τουλάχιστον- για έναν από τους βασικούς σκοπούς του Κέντρου: το μπόλιασμα της ελληνικής κοινωνίας με μια νέα προβληματική πάνω στα μειονοτικά ζητήματα, με γνώμονα το σεβασμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων κι όχι τις ψυχώσεις της «εθνικής ασφάλειας».

«Εθνικά ύποπτη» επιστήμη;

Το ΚΕΜΟ ιδρύθηκε το 1996 με καταστατικό σκοπό την «πολυδιάστατη επιστημονική μελέτη της παρουσίας μειονοτικών ομάδων και γλωσσών και κάθε πολιτισμικής ιδιαιτερότητας στην Ελλάδα και την Ευρώπη». Η πρωτοβουλία ανήκε σε δυο νεαρούς τότε νομικούς (σήμερα πανεπιστημιακούς), τον Δημήτρη Χριστόπουλο και τον Κώστα Τσιτσελίκη. Ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη του συναντάμε ιστορικούς, γλωσσολόγους, νομικούς, κοινωνικούς ανθρωπολόγους και άλλους ερευνητές.

Η πρώτη εξωστρεφής δραστηριότητά του υπήρξε η επιμέλεια ενός συλλογικού τόμου («Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα») που εκδόθηκε το 1997 με κείμενα για τη μειονοτική εκπαίδευση της Θράκης, τους σλαβόφωνους της Μακεδονίας, τα συστήματα νομικής προστασίας των μειονοτήτων αλλά και τις -άκρως προβληματικές- επιδόσεις της ελληνικής Δικαιοσύνης στο ζήτημα.

Την επόμενη χρονιά, το Κέντρο οργάνωσε τέσσερις διημερίδες με αντικείμενο τις «άλλες» γλώσσες της ελληνικής επικράτειας και συμμετοχή τόσο ερευνητών όσο και εκπροσώπων των αντίστοιχων πληθυσμιακών ομάδων. Σκοπός του προγράμματος ήταν η αποσύνδεση της μελέτης των μειονοτικών (ή «λιγότερο ομιλούμενων») γλωσσών «από το βάρος και τις επιπλοκές που δημιουργεί η πολιτική και μόνο προσέγγιση» του θέματος. Αρχική ιδέα ήταν κάθε διημερίδα να πραγματοποιηθεί κοντά στο χώρο ομιλίας των αντίστοιχων γλωσσών: στην Κομοτηνή για τα τουρκικά και τα πομάκικα, στη Λάρισα για τα βλάχικα, στη Θεσσαλονίκη για τις σλαβικές διαλέκτους της Μακεδονίας και στη Λιβαδειά για τα αρβανίτικα.

Τα πρακτικά των ημερίδων εκδόθηκαν το 2001 σε βιβλίο με τον τίτλο «Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα». Ο αναγνώστης του διαπιστώνει την ποικιλία όχι μόνο της θεσμικής κατοχύρωσης των επιμέρους γλωσσών αλλά και του ενδιαφέροντος για την επιβίωσή τους. Στη συζήτηση για τα αρβανίτικα π.χ. πήραν μέρος και τοπικοί άρχοντες, σ' αυτή για τα σλαβομακεδονικά η συμμετοχή «ομιλητών» (τους) περιορίστηκε σε συγγραφείς και μειονοτικούς ακτιβιστές, ενώ η διημερίδα για τα βλάχικα αντιμετωπίστηκε εχθρικά από τους επίσημους εκπροσώπους της επίμαχης πληθυσμιακής ομάδας. Στη Θράκη, τέλος, όπου τα τουρκικά συνιστούν την επίσημα αναγνωρισμένη γλώσσα της μειονότητας, το πιο ενδιαφέρον μέρος της εκδήλωσης αποτέλεσαν οι διαφωνίες γύρω από την ...ύπαρξη ή μη της πομακικής γλώσσας - με τους «εθνικά ορθούς» εκπροσώπους της μειονότητας να επιστρατεύουν τα ίδια ακριβώς ιδεολογήματα που έχουν κατά κόρον χρησιμοποιηθεί από τους Ελληνες ομόφρονές τους (ενάντια π.χ. στα σλαβομακεδονικά).

Απ' όλα αυτά, ωστόσο, το μόνο που έμαθε το ευρύτερο κοινό ήταν η επεισοδιακή έκβαση της διημερίδας της Λάρισας. Η τελευταία συκοφαντήθηκε από την τοπική «Ελευθερία» σαν κίνηση ...αποσχιστικού χαρακτήρα (6.6.98) και δέχτηκε επίθεση μελών του ακροδεξιού «Πατριωτικού Συνδέσμου Θεσσαλίας» (7.6.98), υπό τις επευφημίες του μεγαλύτερου μέρους του τοπικού και του αθηναϊκού Τύπου. Στο χαρακτηριστικότερο ίσως δημοσίευμα της εποχής, ο Αντώνης Καρκαγιάννης θα διακηρύξει από τις στήλες του περιοδικού «Νέμεσις» πως οποιαδήποτε «επιστημονική ενασχόληση με μειονοτικά ζητήματα» οφείλει «αυτονόητα» να γίνεται αποκλειστικά και μόνο σε «συνεννόηση με το υπουργείο Εξωτερικών». Ενθαρρυμένος ίσως από την εξύμνηση του εθνοσωτήριου έργου του, ο επικεφαλής των τραμπούκων του «Πατριωτικού Συνδέσμου» πέρασε σε δυναμικότερες μορφές πάλης -ώσπου το 2001 συνελήφθη για ρίψη χειροβομβίδας σε κάτι κοιμισμένους Τούρκους νταλικέρηδες...

Τα γεγονότα της Λάρισας ήταν μια δύσκολη στιγμή για το ΚΕΜΟ, που έγινε ξαφνικά πανελληνίως γνωστό σαν «εθνικά ύποπτη» συλλογικότητα. Υπήρξαν κι άλλα κρούσματα στην πορεία, με κυριότερο τη ματαίωση μιας ημερίδας για τον «Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Λιγότερο Ομιλούμενες Γλώσσες» που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο αμφιθέατρο του Υπ.Εξ. με συνδιοργανωτή το Συμβούλιο της Ευρώπης (28.6.2000). Επικεφαλής των αντιδράσεων που οδήγησαν στη ματαίωσή της τέθηκαν οι βουλευτές -τότε- της Ν.Δ. Προκόπης Παυλόπουλος και Βαγγέλης Μεϊμαράκης, συνεπικουρούμενοι από 30 «βλαχογενείς δήμαρχους και κοινοτάρχες» (ανάμεσά τους ο αντιπρόεδρος της χουντικής «Συμβουλευτικής» του 1971). Οσον αφορά τους πούρους εθνικόφρονες, αποκαλυπτική είναι άλλωστε η αποστροφή τού «Αντιφωνητή» της Κομοτηνής: αν πρόκειται για ελεγκτές τής μειονοτικής μας πολιτικής, γράφει (29.10.2003), «καλύτερα να' ρχονται από την Αγκυρα» Τούρκοι βουλευτές, «παρά απ' την Αθήνα κάτι ΚΕΜΟ»...

Παλιές και νέες μειονότητες

Παρά τις αντιδράσεις, πάντως, το ΚΕΜΟ συνέχισε απτόητο.

**Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 12 βιβλία με σχετική θεματολογία. Ανάμεσά τους, μια συλλογή της υφιστάμενης εκπαιδευτικής νομοθεσίας για τη μειονότητα της Θράκης από τους Λάμπρο Μπαλτσιώτη και Κώστα Τσιτσελίκη (2001) και ο συλλογικός τόμος με τίτλο «Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας» (2003), μια από τις σπάνιες σοβαρές μελέτες της σύγχρονης ελληνικής βιβλιογραφίας για το ζήτημα.

* Σε συνεργασία με το τουρκικό μη κυβερνητικό «Ιδρυμα Ανταλλαχθέντων Λοζάνης» οργάνωσε το 2004-2005 το πρόγραμμα «Διαδρομές Πολιτών», με αντικείμενο την παράλληλη μελέτη των μειονοτήτων της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης. Πραγματοποιήθηκαν τρία διαδοχικά συνέδρια στην Κομοτηνή και την Κωνσταντινούπολη, με θέμα τη μειονοτική εκπαίδευση, τη θρησκευτική ελευθερία και τη σχέση των μειονοτήτων με τα ΜΜΕ. Βασικό στοίχημα του εγχειρήματος ήταν «να φέρει μέλη των δύο μειονοτήτων -που παραδόξως ουδέποτε συναντήθηκαν για να συζητήσουν τα κοινά τους προβλήματα- μαζί με ειδικούς επιστήμονες, σε μια ανοιχτή συζήτηση». Το αποτέλεσμα ήταν κι εδώ αρκετά άνισο: αρκετά άνετος όσον αφορά την εκπαίδευση, ο διάλογος αποδείχθηκε πολύ λιγότερο εύκολος στα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας...

* Το 2003 αποφάσισε τη διεύρυνση της θεματολογίας του προς την κατεύθυνση (και) των μεταναστευτικών ζητημάτων και κοινοτήτων. Το σκεπτικό που καθόρισε αυτή την επιλογή ήταν η διαπίστωση ότι, την τελευταία δεκαπενταετία, «το πολιτικό βάρος της ετερότητας μετατοπίζεται από τις παραδοσιακές στις νέες μορφές της, που προκύπτουν από τη μετανάστευση», με αποτέλεσμα «τα παραδοσιακά μειονοτικά ζητήματα να φαντάζουν περιφερειακές πινελιές σε ένα νέο πίνακα που η ελληνική ιστορία ζωγραφίζει με φαντασία και δυναμισμό στην ελληνική επιφάνεια». Προϊόν αυτής της συλλογιστικής υπήρξε, μέχρι στιγμής, κυρίως το βιβλίο «Η Ελλάδα της μετανάστευσης» (2004), συλλογικό έργο με επιμελητές τους Δημήτρη Χριστόπουλο και Μίλτο Παύλου. Ανοιχτό ωστόσο, όπως έδειξε το πρόσφατο συνέδριο, παραμένει το πρακτικό ζήτημα της σύζευξης αυτών των δύο ζητημάτων στο επιστημονικό πεδίο, κυρίως λόγω της δομικής ανομοιογένειας που χαρακτηρίζει (ακόμη;) τις αντίστοιχες ερευνητικές κοινότητες.

Το επετειακό συνέδριο

Δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή του, το ΚΕΜΟ αποφάσισε να γιορτάσει τα γενέθλιά του μ' ένα τριήμερο συνέδριο. Πραγματοποιήθηκε στην Πάντειο (15-17 Δεκεμβρίου) με ανοιχτή θεματολογία: «Διεπιστημονικές προσεγγίσεις του μειονοτικού και μεταναστευτικού φαινομένου: η ελληνική συγκυρία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου».

Το αποτέλεσμα ήταν σίγουρα εντυπωσιακό από άποψη συμμετοχής: 73 εισηγητές (οι 31 πανεπιστημιακοί) και 61 συνολικά εισηγήσεις: 31 για μειονοτικά θέματα, 23 για ζητήματα σχετικά με τους μετανάστες κι 7 με ευρύτερη σχετική θεματολογία. Από τις 31 εισηγήσεις για μειονοτικές ομάδες της ελληνικής επικράτειας, οι 15 αφορούσαν τους μουσουλμάνους της Θράκης, 4 τις θρησκευτικές μειονότητες, 3 τους σλαβόφωνους Μακεδόνες, 1 τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους της Ρόδου, 1 τους Θρακιώτες μουσουλμάνους στο Γκάζι, ενώ 7 άλλες ασχολήθηκαν με νομικά ή γλωσσικά ζητήματα. Το συνέδριο έκλεισε με ένα πάνελ απολογισμού από τη γραμματεία του ΚΕΜΟ (Γιώργος Μαυρομάτης, Κων/νος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος) και μια στρογγυλή τράπεζα απολογισμού του συνεδρίου από επτά πανεπιστημιακούς (Νίκος Αλιβιζάτος, Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού, Νικηφόρος Διαμαντούρος, Θάλεια Δραγώνα, Μάκης Κουζέλης, Χριστίνα Κουλούρη, Στέφανος Πεσμαζόγλου), υπό την προεδρία της διευθύντριας της Γραμματείας του Μόνιμου Φόρουμ του ΟΗΕ για τα Ζητήματα Αυτοχθόνων (και μέλους του ΚΕΜΟ), Ελσας Σταματοπούλου.

Η κλίμακα του εγχειρήματος δημιούργησε όπως ήταν φυσικό μια κάποια ευφορία στους οργανωτές. Οπως το έθεσε ο Δημήτρης Χριστόπουλος, «έχουμε διανύσει πια πολύ δρόμο από τότε που κάθε ακροδεξιός νόμιζε πως μπορούσε να μη μας αφήσει ούτε να συνεδριάσουμε». Οικοδεσπότης κατά κάποιον τρόπο του συνεδρίου, ο Στέφανος Πεσμαζόγλου φρόντισε στο δικό του απολογισμό να θυμίσει ότι κάποια βασικά προβλήματα στην επιστημονική έρευνα του μειονοτικού φαινομένου προέρχονται όχι από το εθνικιστικό περιθώριο αλλά από τον σκληρό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού.

 

(Ελευθεροτυπία, 23/12/2006)

 

www.iospress.gr