Πρωτοφανείς αγριότητες σε βάρος αντιεξουσιαστών που διαδήλωσαν προ ημερών στην Αμάρυνθο

 

Ασκήσεις πατριδογνωσίας

«Η Αμάρυνθος στα όπλα»
     
(«Espresso», 22/11/2006)


Πριν από είκοσι ημέρες, 120 περίπου νέοι και νέες του αντιεξουσιαστικού χώρου διαδήλωσαν στην Αμάρυνθο για να εκφράσουν την οργή τους τόσο για το ίδιο το σεξιστικό και ρατσιστικό έγκλημα με θύμα τη μαθήτρια από τη Βουλγαρία όσο και για την αντιμετώπισή του από την ελληνική κοινωνία και τμήμα της εγχώριας αριστεράς. Στο στόχαστρό τους και η τοπική κοινότητα, η οποία κατά τη γνώμη τους συναίνεσε καθολικά στο έγκλημα, καλύπτοντας τους δράστες και ενοχοποιώντας το θύμα. Ας παρακολουθήσουμε τα πρωτοφανή γεγονότα που εκτυλίχθηκαν μετά την άφιξή τους στην Αμάρυνθο, όπως τα έζησαν και τα αφηγούνται οι ίδιοι:

Ξύλα, φτυάρια, τσουγκράνες...

Οι διαδηλωτές έφτασαν με δύο πούλμαν στην Αμάρυνθο το μεσημέρι της Κυριακής 19 Νοεμβρίου. Στο σταθμό της Χαλκίδας, όπου είχαν συγκεντρωθεί προηγουμένως προερχόμενοι κυρίως από τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, είχαν σχεδιάσει τη μορφή της διαμαρτυρίας τους: θα φώναζαν, θα έγραφαν συνθήματα και θα μοίραζαν προκηρύξεις. Η θέση τους ήταν σαφής: δεν θα απαντούσαν με βία σε ενδεχόμενες προκλήσεις των κατοίκων.

Φτάνοντας στην πόλη συγκρότησαν πορεία που κατευθύνθηκε κατ' αρχάς στο σχολείο, όπου έγραψαν συνθήματα στους τοίχους. Συνέχισαν προς την πλατεία, φωνάζοντας συνθήματα που οι ίδιοι θεωρούν «αρκετά πρωτότυπα για τα δεδομένα του "χώρου" στην Ελλάδα» - και έχουν δίκιο. Ανάμεσά τους: «Η πατριαρχία σ' αυτή την κοινωνία τελειώνει στα μπουρδέλα, αρχίζει στα σχολεία», «Ξένοι δεν είναι οι μετανάστες, ξένοι είναι οι βιαστές κι όσοι τούς κάνουν πλάτες» και (το παλιό φεμινιστικό) «Οι βιαστές δεν είναι ράτσα ειδική, είναι άντρες καθημερινοί». Στο μνημείο του χωριού, ένα τυπικό μετεμφυλιακό μνημείο, σταμάτησαν για να γράψουν με σπρέι «Μνημείο μεταναστών σφαγιασθέντων υπό των Ελλήνων Μικροαστών». «Με αυτό δεν θέλαμε, φυσικά, να γίνει κάποιος συνειρμός σε σχέση με τον εμφύλιο ή το ΕΑΜ», σημειώνουν σχετικά, «αλλά να το θίξουμε ως ένα ακόμη σύμβολο της εθνικιστικής μισαλλοδοξίας και παράδοσης της περιοχής».

Την ώρα που γραφόταν το σύνθημα, οι αντιδράσεις κάποιων κατοίκων άρχισαν να σκληραίνουν. Μόνο που, όπως υπογραμμίζουν οι διαδηλωτές, οι απειλές και οι βρισιές τους δεν αφορούσαν τη «βεβήλωση» του μνημείου, αλλά την πράξη του βιασμού για την οποία κάποιοι αναφέρονταν πλέον στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Καλά της κάναμε!», ακούστηκε ένας απ' αυτούς. «Επρεπε να τη γαμήσουμε ώς το μεδούλι!»

Φεύγοντας από το μνημείο και προχωρώντας στον παραλιακό δρόμο, οι διαδηλωτές συνέχισαν να δέχονται απειλές, ενώ ορισμένοι επιχείρησαν να σπάσουν το μπλοκ τους, εκτοξεύοντας αισχρές βρισιές, κυρίως εναντίον των κοριτσιών. «Ευτυχώς δεν εκτράπηκε η πορεία, όπως είχε συμφωνηθεί, και προχωρήσαμε απωθώντας τους», αφηγούνται οι διαδηλωτές. «Κάποιοι και κάποιες, μεγάλοι και μικροί, έβγαιναν στα μπαλκόνια και στις αυλές τους και μας έβριζαν. Εμείς συνεχίσαμε». Λίγο αργότερα, πληροφορούνται ότι τα πούλμαν που τους περίμεναν είχαν απομακρυνθεί από το σημείο που τα είχαν αφήσει. Ιδού πώς περιγράφουν το τι επακολούθησε:

«Βιαζόμαστε, πλέον, να φύγουμε... Καθώς βγαίναμε από το κύριο μέρος του χωριού, μπροστά μας στα εκατό μέτρα είχαν ήδη μαζευτεί οι πρώτοι απ' αυτούς. Το σκηνικό θύμιζε από μακριά συγκέντρωση παρακρατικών. Κρατούσανε ξύλα και άλλα. Αρχίσανε το πετροβολητό... Συνεχίσαμε. Ο πανικός είχε ήδη αρχίσει να ανάβει. Μας πήραν από πίσω, σε κάποια απόσταση στην αρχή, ύστερα πιο κοντά. Από έναν λόφο δεξιά μας, κόσμος μαζεμένος άρχισε να πετάει κι αυτός πέτρες. Κι ήμασταν ακόμη στην αρχή... Οι πέτρες μάς περνούσαν ξυστά, δεν είχε τραυματιστεί κανένας ακόμη. Δεν βλέπαμε πουθενά μπροστά μας τα πούλμαν... Συγκροτηθήκαμε σε αλυσίδες. Ο πετροβολισμός από πίσω συνεχιζόταν για πολλή ώρα. Κάποιοι προσπαθούσαμε να αποκρούσουμε τις πέτρες με τις σημαίες μας. Μπροστά μας είδαμε ότι είχαν συγκεντρωθεί και άλλοι με αμάξια, ξύλα, λοστούς. Οσο τους πλησιάζαμε πήγαιναν πιο πίσω για να έχουν ελεύθερο χώρο βολής. Αυτοί που ήταν από πίσω μάς πλησίαζαν. Είχανε μαζί τους ξύλα, λοστούς, φτυάρια, τσουγκράνες, σούβλες, και βρίζανε ανηλεώς. "Δεν θα φύγετε ζωντανοί". Οι βρισιές εναντίον των γυναικών ήταν τόσο αηδιαστικές...».

Κατάγματα και ανοιγμένα κεφάλια

Οι πέτρες εκσφενδονίζονται από όλο και πιο κοντά. Κάποια στιγμή, ένας διαδηλωτής πέφτει κάτω αναίσθητος, χτυπημένος από πίσω στο κεφάλι. Οι σύντροφοί του τον παίρνουν στα χέρια. «Τότε άρχισε και το ξύλο σώμα με σώμα», συνεχίζουν οι διαδηλωτές. «Εμείς προσπαθούσαμε να αμυνθούμε. Αυτοί, γενικά, όποιον έβλεπαν να αμύνεται, τόσο πιο βίαια τον χτυπούσαν. Δεν υπολόγιζαν απολύτως τίποτα, ένιωθες ότι δεν είχες να κάνεις με ανθρώπους, αλλά με μια μηχανή που σκορπάει αλόγιστα πέτρες, ξύλο και βωμολοχίες. Δεν υπήρχε περίπτωση να πειστούν να σταματήσουν ώστε να φύγουμε, ήθελαν εκδίκηση. Οι σύντροφοι που ήταν μπροστά τους και αμύνονταν ή προσπάθησαν να μιλήσουν έφαγαν πολύ ξύλο. Εριχναν κόσμο κάτω και τον χτυπούσαν. Χτύπησαν χωρίς οίκτο κάποιες συντρόφισσες. Απομόνωναν κόσμο στα χωράφια δεξιά και αριστερά και τον έδερναν αλύπητα. Κλοτσιές, μπουνιές, χτυπήματα με ξύλα και σίδερα. Εν τω μεταξύ συνεχίζαμε να πορευόμαστε και τα πούλμαν πουθενά ακόμη. Νιώθαμε πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Σταματούσαμε τα αμάξια που έρχονταν ώστε να φράξουν το δρόμο στους εξαγριωμένους άντρες, αλλά τίποτα. Ενας απ' αυτούς, μάλιστα, πρέπει να ήταν ντόπιος, άνοιξε γκάζι και χτύπησε μια κοπέλα. Οι τραυματισμοί πολλαπλασιάζονταν. Από τις πέτρες είχαν ανοίξει κι άλλα κεφάλια».

Είχαν διανύσει ήδη ένα ή δύο χιλιόμετρα, αλλά πούλμαν δεν έβλεπαν ακόμη μπροστά τους. Συνέχισαν να τρέχουν ακολουθούμενοι από τους διώκτες τους, έως ότου διέκριναν από μακριά το ένα λεωφορείο. «Μια ολόκληρη πορεία έτρεχε, κι αυτοί από πίσω μάς κυνηγούσαν. Κόσμος έπεφτε στο δρόμο και έτρωγε ξύλο, υπήρχε κίνδυνος να ποδοπατηθούμε. Τρόμος κι ελπίδα που φτάνουμε επιτέλους στο πούλμαν. Αυτοί έφτασαν ώς έξω από το πούλμαν, μέχρι κι εκεί βαρούσαν κι έβριζαν. Μπήκαμε όπως όπως μέσα, κάτσαμε ο ένας πάνω στον άλλο. Υπήρχε κίνδυνος μη ρίξουν πέτρες στα τζάμια και τα καλύψαμε με τα μπουφάν μας. Εβριζαν κι έφτυναν τον οδηγό. Το λεωφορείο προχωρούσε κι έμπαινε ακόμη κόσμος. Σε λίγο καταλάβαμε ότι είχαμε αφήσει κόσμο πίσω. Το παιδί που είχε χτυπήσει άσχημα το κεφάλι του ήρθε ασθενοφόρο από τη Χαλκίδα και τον πήρε. Αφησε όμως πίσω του όλους αυτούς που τον κουβαλούσαν στα χέρια. Αργότερα μάθαμε ότι κάποιοι μπάτσοι μάζεψαν τους συντρόφους που είχαν μείνει πίσω και τους έφεραν στο πούλμαν. Πολύ παρακάτω βρήκαμε και το άλλο πούλμαν και οι συντρόφισσες/οι από την Αθήνα μπήκαν σ' αυτό. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει. Ολοι ήμασταν σοκαρισμένοι από το εξοντωτικό μένος που αντιμετωπίσαμε».

Ο απολογισμός ήταν δέκα τραυματίες, εκ των οποίων ο ένας σοβαρά τραυματισμένος στο κεφάλι. Οι υπόλοιποι κατέληξαν στον «Ευαγγελισμό» με κατάγματα και ανοιγμένα κεφάλια. «Από τους 120 διαδηλωτές/τριες, οι 80 χτυπηθήκαμε, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο», μας δήλωσε χαρακτηριστικά ένας από τους διαδηλωτές.

Η είδηση, όπως ήταν αναμενόμενο, πέρασε στα ψιλά, ενώ τα ελάχιστα σχετικά δημοσιεύματα βασίστηκαν αποκλειστικά στις πληροφορίες της αστυνομίας. Εξαίρεση, εξίσου αναμενόμενη, η στάση της «Espresso», η οποία ανέλαβε την υποδαύλιση του «πολεμικού» κλίματος και τη συντήρησή του τις επόμενες ημέρες, εμφανίζοντας κατοίκους με αλυσίδες στους ώμους να περιμένουν με άγριες διαθέσεις νέα εμφάνιση («αντίποινα»!) αντιεξουσιαστών: «Αν κάνουν το λάθος και έρθουν νύχτα, θα φύγουν νεκροί» φέρονται να δηλώνουν οι κάτοικοι στην εφημερίδα, η οποία φρόντισε να αποδώσει στους «γνωστούς άγνωστους» και απειλητικό ηλεκτρονικό μήνυμα που είχε δεχτεί ο δήμαρχος Γ. Μανούσος («Οι "γνωστοί άγνωστοι" απείλησαν με μία σφαίρα στο κεφάλι τον δήμαρχο», 22/11). Ας σημειώσουμε, τέλος, ότι ο υπουργός Δημόσιας Τάξης είχε ήδη δώσει (σε τυπικό «πολυδώρειο» ύφος) την εκδοχή του για το ρόλο της αστυνομίας στα γεγονότα: «Ο πρώτος στόχος της αστυνομίας», δήλωσε την επομένη της διαδήλωσης ο Β. Πολύδωρας στους δημοσιογράφους, «είναι να αποσοβεί, να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να μην έχουμε κοινωνικές συγκρούσεις. Οπωσδήποτε αυτές και αν διαμορφώνονται σχηματικά» (!).

ΥΓ. Η διαδήλωση των αντιεξουσιαστών στην Αμάρυνθο και οι πρωτοφανείς αντιδράσεις που προκάλεσε πυροδότησαν μια έντονη συζήτηση στον δικτυακό τόπο του ελληνικού Indymedia, όπου μπορείτε να συμβουλευτείτε και τα ενδιαφέροντα κείμενα με τα οποία οι διαδηλωτές νοηματοδοτούν τις επιλογές τους και αφηγούνται την εμπειρία τους.

 

(Ελευθεροτυπία, 9/12/2006)

 

www.iospress.gr