Σημειώσεις στο περιθώριο μιας ενδιαφέρουσας συνάντησης για τα πενήντα χρόνια της "Πανσπουδαστικής"

 

Ενα γνωστό άγνωστο περιοδικό

«Η φοιτητική άνθηση του 1960»
     
(«Η Αυγή», 28.11.2006)


Αφορμή για όσα ακολουθούν στάθηκε η ημερίδα που διοργάνωσε το περασμένο Σάββατο η Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ) για να τιμήσει την επέτειο των πενήντα χρόνων από την έκδοση του πρώτου φύλλου της «Πανσπουδαστικής», του σπουδαστικού εντύπου της αριστεράς το οποίο χωρίς υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί το σημαντικότερο φοιτητικό περιοδικό των μεταπολεμικών χρόνων. (Βλ. αναλυτικά ρεπορτάζ στην "Αυγή", 28 και 29.11) Στο περιοδικό αυτό αφιερώσαμε προ καιρού ένα κυριακάτικο δημοσίευμά μας («'Πανσπουδαστική', 1956-1957», 9.7.06), αποτολμώντας μια πρώτη προσέγγισή του. Οπως σημειώναμε τότε, η κατ’ ανάγκην επιλεκτική ανάγνωση που προτείναμε επιχειρούσε να αντιμετωπίσει ένα παράδοξο: πενήντα χρόνια μετά την έκδοση του πρώτου της φύλλου, και παρά τις συχνές αναφορές στο ρόλο που διαδραμάτισε στη συγκρότηση του προδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, η «Πανσπουδαστική» παρέμενε ένα λίγο πολύ άγνωστο περιοδικό. Προσανατολιστήκαμε έτσι στην παρουσίαση του ίδιου του εντύπου και σε μια απόπειρα ένταξής του στην εποχή του, έχοντας κατά νου ότι σε κάθε περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια αμφίδρομη σχέση: οι εξελίξεις -πολιτικές, και όχι μόνο– σημάδεψαν την πορεία του περιοδικού, κι αυτό με τη σειρά του έβαλε τη σφραγίδα του στους νεολαιίστικους χώρους στους οποίους η παρουσία του υπήρξε καταλυτική. Ταυτόχρονα, με την πολύτιμη συνεργασία των εκδόσεων «Κάλβος» και του Γιώργου Χατζόπουλου, από τους πρωτεργάτες του εντύπου, προχωρήσαμε στην ψηφιοποίηση του πλήρους σώματος της «Πανσπουδαστικής». Το DVD με τα τεύχη του περιοδικού και κάποια συμπληρωματικά υλικά διατίθεται από την ΕΜΙΑΝ (Μαυρομιχάλη 52, τηλ. 210-3641551).

Αποτιμήσεις...

Είναι προφανές ότι έχουν πλέον δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για μια ψύχραιμη αποτίμηση της «Πανσπουδαστικής» και της εποχής της: τα περιεχόμενα του εντύπου είναι προσιτά, η ΕΜΙΑΝ συνεχίζει να συγκεντρώνει στοιχεία που αφορούν τα αριστερά νεολαιίστικα κινήματα της περιόδου, στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) απόκειται πλούσιο σχετικό αρχειακό υλικό, ενώ κάμποσοι είναι εκείνοι και αρκετές εκείνες που με προθυμία θα κατέθεταν την προσωπική μαρτυρία τους για τη συμμετοχή τους στο προδικτατορικό σπουδαστικό κίνημα.

Από την άποψη αυτή, η ημερίδα της ΕΜΙΑΝ για την «Πανσπουδαστική» -ημερίδα «μελέτης και μνήμης» τη θέλησαν οι διοργανωτές της– παρουσίασε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Είναι αλήθεια πως πολλές από τις θέσεις μελών της συντακτικής επιτροπής και συνεργατών του περιοδικού που αποτέλεσαν τον κορμό της εκδήλωσης δεν ακούγονταν για πρώτη φορά. Το ίδιο και κάποιες αντιπαραθέσεις που έχουν φέρει κατά καιρούς αντιμέτωπους ορισμένους από τους πρωτεργάτες του εντύπου. Η ημερίδα έδωσε ωστόσο την ευκαιρία να συστηματοποιηθούν οι ήδη διατυπωμένες απόψεις, επομένως να εντοπιστούν και οι ασάφειες, τα κενά ή οι αποσιωπήσεις που δυσχεραίνουν μια πιο σύνθετη προσέγγιση του περιοδικού και της περιόδου.

Ετσι, για παράδειγμα, αδιευκρίνιστες παραμένουν εντέλει οι σχέσεις της «Πανσπουδαστικής» με την ΕΔΑ και το (παράνομο τότε) ΚΚΕ και η εξέλιξη των σχέσεων αυτών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα θέμα που έθιξαν όλοι σχεδόν οι ομιλητές, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο υπαινικτικά, αφήνοντάς μας να υποθέσουμε τις αποκλίνουσες τοποθετήσεις τους απέναντι στο καίριο αυτό ζήτημα.

Ας εξηγηθούμε, για να μην παρερμηνευτούμε: συνάρτηση της ποικιλίας των βιωμάτων και των προσωπικών διαδρομών, η ποικιλία των προσεγγίσεων συνιστά πλούτο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αρνητική. Ζητούμενο δεν είναι μια κυρίαρχη αφήγηση για την «Πανσπουδαστική» και την εποχή της που να ασπάζονται οι πάντες, αλλά μια συμφωνία για τους όρους με τους οποίους μπορεί να προχωρήσει η σχετική συζήτηση. Και για να προχωρήσει η συζήτηση, τα πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους. Οπως, δηλαδή, τα προσέλαβαν και όπως τα επεξεργάστηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν όσοι και όσες συμμετείχαν στα γεγονότα. Στην αντίθετη περίπτωση, θα συνεχιστούν οι παράλληλοι μονόλογοι, η επιλεκτική αναφορά στις στιγμές των εντάσεων μεταξύ περιοδικού και ΕΔΑ/ΚΚΕ, η προσωποποίηση των κρίσεων, η εξιδανίκευση από κάποιους και η δαιμονοποίηση από κάποιους άλλους πρωτεργατών της υπόθεσης που σήμερα βρίσκονται αλλού.

Αντιλαμβανόμαστε ασφαλώς ότι οι σημερινές αναγνώσεις κουβαλούν νοσταλγία, επιθυμίες δικαίωσης, μνήμες φιλίας και έχθρας. Κι ότι δεν παραμένουν ανεπηρέαστες από τις κατοπινές πορείες ανθρώπων και πραγμάτων. Δεν έχει σημασία: οι μαρτυρίες των υποκειμένων παραμένουν πολύτιμες, έστω κι αν σε μεγάλο βαθμό αποτελούν εκ των υστέρων ερμηνεία των βιωμάτων και των εμπειριών τους, γεγονός που σχετικοποιεί την «πραγματολογική» τους αξία.

...και ερωτήματα

Ο τρόπος, ωστόσο, με τον οποίο προσεγγίζονται καίρια ζητήματα της ιστορίας της «Πανσπουδαστικής» παραμένει, όπως ήδη σημειώσαμε, υπαινικτικός, αφήνοντας αναπάντητα σημαντικά ερωτήματα. Με ποιες ακριβώς διαδικασίες πραγματοποιήθηκαν, για παράδειγμα, οι αλλαγές στη διεύθυνση και στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού, οι οποίες κατά κοινή ομολογία συνιστούν τομές στην εξέλιξή του, βασικό εργαλείο για την περιοδολόγηση της εντεκάχρονης διαδρομής του; Γιατί δεν κατονομάζονται οι τάσεις και τα ρεύματα στο εσωτερικό και στο στενό περιβάλλον του περιοδικού, αλλά προβάλλεται συχνά ένα σχήμα σύμφωνα με το οποίο οι νεολαίοι της «Πανσπουδαστικής», συλλήβδην και σε όλες τις φάσεις της, υπήρξαν φορείς ενός «ανανεωτικού» (βλ. «αντικομματικού») διαβήματος; Και σε ποιο βαθμό είναι σωστό να ερμηνεύεται κάθε κίνηση χειραφέτησης της αριστερής νεολαίας της εποχής ως επιθυμία αυτονόμησής της από την κομματική ομπρέλα; Υπήρξε πράγματι η δική της μαθητεία στην πολιτική (και στον πολιτισμό) απαλλαγμένη από τις αγκυλώσεις που τραυμάτισαν τη «γενιά της αντίστασης και του εμφυλίου»;

Είμαστε βέβαιοι ότι οι άνθρωποι της «Πανσπουδαστικής» έχουν σαφείς απαντήσεις για τα ερωτήματα αυτά – όπως και γι’ άλλα πολλά. Μόνο που ορισμένοι, τουλάχιστον, δεν τις μοιράζονται δημόσια μεταξύ τους – ούτε μαζί μας. Μας αφήνουν απλώς να τις υποθέσουμε, αναπαράγοντας άθελά τους τις ιεραρχίες της εποχής, με άλλα λόγια τους βαθμούς μύησης σε ένα παιχνίδι με κανόνες που γνώριζαν λίγοι κι ακολουθούσαν πολλοί. Και δεν αρκεί η ανεκδοτολογική (και κάποτε ναρκισσιστική) αναφορά σε κείμενα του περιοδικού που δημιούργησαν εντάσεις, δοκιμάζοντας κάποτε τα νεύρα των στελεχών του κόμματος. Η συζήτηση θα προχωρήσει όταν τεθούν επί τάπητος τα θέματα-ταμπού, όταν διευρυνθεί το σώμα των μαρτυριών κι όταν ζητήματα που κρίνονται δευτερεύοντα βρουν κι αυτά τη θέση τους στην κουβέντα. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε, αίφνης, μια ανώδυνη αναφορά στη συμμετοχή των γυναικών στο φοιτητικό κίνημα της εποχής υποδεικνύουν πως πολλά μένουν ακόμη να ειπωθούν που ως σήμερα δεν αξιώθηκαν να περιληφθούν στην ατζέντα.

Ιστορία ενός συνθήματος

Τη σημασία των μαρτυριών εικονογραφεί ένα παράδειγμα που αντλούμε από όσα ακούστηκαν στην ημερίδα της ΕΜΙΑΝ. Ο λόγος για το πώς πρωτοδιατυπώθηκε το «15% για την παιδεία», το σύνθημα που ταυτίστηκε με το φοιτητικό κίνημα της εποχής:

Κατά τον Μίμη Μανωλάκο, σε συζήτηση στην «Πανσπουδαστική» την άνοιξη του 1962, ο Ανδρέας Λεντάκης πρότεινε το διπλασιασμό των κονδυλίων για την παιδεία από 3,5% σε 7% και ο Σαράντος Καργάκος το ανέβασε στο ουτοπικό 15%. Κατά τον Τάκη Μπενά, το φθινόπωρο του ’62, το Κεντρικό Γραφείο της Νεολαίας της ΕΔΑ ανέφερε σε απόφασή του ότι οι συνθήκες ωριμάζουν για μια πανελλαδική, πανσπουδαστική, παμφοιτητική απεργία. Ο Λεντάκης υποστήριξε τότε ότι η απόφαση ήταν σωστή, μόνο που έπρεπε να αλλάξει η ορολογία ώστε να μην παραπέμπει σε κινητοποίηση οικοδόμων, αλλά σε νεολαιίστικο μαζικό κίνημα. Πρότεινε λοιπόν το «15%», εξηγώντας ότι παίρνει το σύνθημα από σχετική απόφαση του Β΄ Πανσπουδαστικού Συνεδρίου (1959). Η πρότασή του εγκρίθηκε από το Γραφείο. Κατά τον Γιάννη Στρατή, στην απόφαση του Β΄ Πανσπουδαστικού Συνεδρίου περιλαμβανόταν ο διπλασιασμός των κονδυλίων για την παιδεία και όχι το 15%. Ο διπλασιασμός, ωστόσο, δεν ηχούσε καλά και δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως σύνθημα. Ετσι, παρενέβη στα κεντρικά όργανα ο Κύρκος και ρώτησε πόσο είναι το ποσοστό. Του απάντησαν 6,8%. Το πολλαπλασίασε επί δύο, κι επειδή το 13,6% δεν έκανε, το "στρογγύλεψε" στο 15%. Κατά τον Αριστείδη Μανωλάκο, το ’61 κυκλοφορούσε ξεχωριστό φυλλάδιο της ΕΔΑ για τη νεολαία με τίτλο «15%». Αυτό δεν σημαίνει ότι βάσει αυτού του φυλλαδίου εισηγήθηκε κάποιος το 15% στη συνεδρίαση της ΔΕΣΠΑ, όπου αποφασίστηκε το 15%. Σημαίνει ότι υπήρξε προεργασία στο φοιτητικό κίνημα απ' όπου το πήρε η ΕΔΑ και ότι στη συνέχεια το σύνθημα επέστρεψε στο φοιτητικό κίνημα. Η πρόταση του Λεντάκη ήταν για σχετικό δημοψήφισμα και κατατέθηκε στη συνεδρίαση του Προεδρείου της Νεολαίας. Κατά τον Θανάση Καλαφάτη, πάλι, το «15%» είχε ωριμάσει πολύ νωρίτερα από τη στιγμή που έγινε γνωστό. Προϋπήρχε στον προβληματισμό της αριστεράς και ανιχνεύεται σε διάφορα έντυπα και στην «Αυγή» νωρίτερα από το επίσημο «15%». Σύμφωνα με τον Μανώλη Μυλωνάκη, τέλος, το «15%» εμφανίζεται το 1962. Στο προεκλογικό φύλλο της «Πανσπουδαστικής», δέκα μέρες πριν από τις εκλογές της βίας και νοθείας, δεν υπάρχει. Υπάρχει ωστόσο η διατύπωση: «Υπουργείο Παιδείας 6,8% - Στρατιωτικά Υπουργεία 43%».

Ας μην ψάξουμε για την αλήθεια και το ψέμα, αλλά ας αντιληφθούμε την ποικιλία των προσεγγίσεων ως απόρροια διαφορετικών βιωμάτων και προϊόν μιας ξεχωριστής σε κάθε περίπτωση μνημονικής επεξεργασίας. Στη λογική αυτή, οι μαρτυρίες δεν αλληλοαναιρούνται, αντιθέτως λειτουργούν συμπληρωματικά, προσφέροντάς μας σημαντικό υλικό για την κατανόηση της εποχής και των ανθρώπων της.

 

(Ελευθεροτυπία, 2/12/2006)

 

www.iospress.gr